Δοκιμή ελαστικών: Pirelli Supercorsa SP, Supercorsa BSB, Metzeler M9 RR

Μία οικογένεια, τρία ελαστικά
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

1/3/2021

Στα πλαίσια του συγκριτικού τεστ των  streetfighter που κάναμε στο δρόμο και στην πίστα των Σερρών, δοκιμάσαμε τρεις διαφορετικούς τύπους supersport ελαστικών του ομίλου Pirelli/Metzeler. Πρόκειται για τα Pirelli Supercorsa SP, Pirelli Supercorsa BSB και Metzeler M9 RR, όπου το πρώτο το βάλαμε στο Ducati Streetfighter V4, το δεύτερο στο Kawasaki Z-H2 και το τρίτο στο KTM 1290 Superduke R.

Τα Pirelli Supercorsa SP τα έχουν ήδη επιλέξει η Ducati, η Kawasaki και η Honda, ως ελαστικά πρώτης τοποθέτησης στις κορυφαίες εκδόσεις των superbike μοτοσυκλετών τους, ενώ τα Metzeler M9RR τα έχει επιλέξει η BMW στο νέο S1000RR. Αυτό από μόνο του σημαίνει πως είναι ελαστικά υψηλών επιδόσεων με έγκριση τύπου για οδήγηση στο δρόμο, αλλά μπορούν να γράψουν και εξίσου καλούς χρόνους στην πίστα.

Φυσικά όπως συνηθίζουν τα εργοστάσια, ζητούν από τις εταιρείες ελαστικών να κάνουν κάποιες μικρές ή μεγάλες αλλαγές, ώστε τα ελαστικά να ταιριάζουν στις εξειδικευμένες απαιτήσεις των δικών τους μοντέλων. Για παράδειγμα η Honda απαίτησε από την Pirelli ισχυρότερο σκελετό για το πίσω ελαστικό του νέου CBR1000RR-R Fireblade, ενώ η Ducati ζήτησε το πίσω ελαστικό να έχει προφίλ 60% (200/60-17) ώστε η γεωμετρία του να είναι όμοια με των αγωνιστικών slick ελαστικών.

Τέτοιες διαφορές δημιουργούν κάποιες φορές πονοκέφαλο στους ιδιοκτήτες, διότι δεν βρίσκεις πάντα διαθέσιμους αυτούς τους εξειδικευμένους τύπους ελαστικών. Ευτυχώς τα σύγχρονα ηλεκτρονικά και η τεχνολογία αυτού του επιπέδου ελαστικών, σου αφήνουν το περιθώριο να επιλέξεις και τους παραπλήσιους τύπους, χωρίς να μεταβληθούν δραματικά τα χαρακτηριστικά της μοτοσυκλέτας σου.

Άλλωστε και τα ίδια τα εργοστάσια σου δίνουν περισσότερες από δύο επιλογές, όχι μόνο στον τύπο του ελαστικού, αλλά ακόμα και στη μάρκα. Για παράδειγμα η Yamaha έβαζε στην απλή έκδοση της R1 πίσω ελαστικό 195/50-17 ενώ στην έκδοση Μ έβαζε 200/55-17, χωρίς αλλαγές στο λογισμικό των ηλεκτρονικών, καθώς πλέον δεν παίρνουν δεδομένα από τους αισθητήρες του ABS αλλά από την IMU και τους αισθητήρες των πέντε ή έξι κατευθύνσεων που διαθέτουν.

Το ίδιο κάνει η Aprilia με τις απλές και Factory εκδόσεις των Tuono 1100 και RSV4 1000/1100, όπως επίσης η BMW και τα ιαπωνικά εργοστάσια βάζουν διαφορετικής μάρκας ελαστικά, ανάλογα την αγορά ή το εξάμηνο παραγωγής! Όχι μόνο αυτό, αλλά δεν αποτελεί έκπληξη που κάποιες επιλογές των εργοστασίων βασίζονται – δυστυχώς – μόνο σε οικονομικά κριτήρια και δεν είναι λίγες οι φορές που έχουμε δει κορυφαίας απόδοσης μοτοσυκλέτες να έχουν χαμηλότερων προδιαγραφών ελαστικά, σε σχέση με τις υπόλοιπες ικανότητές τους.

Όλα αυτά τα λέμε για να ξεκαθαρίσουμε εξαρχής, πως τα ελαστικά πρώτης τοποθέτησης της μοτοσυκλέτας μας δεν αποτελούν δέσμευση για την επιλογή των νέων που θα βάλουμε όταν χρειαστεί να τα αντικαταστήσουμε.

 

Φυσικά, όταν αλλάζεις μάρκα ή μοντέλο και πολύ περισσότερο διάσταση ελαστικών, θα υπάρξουν διαφορές στη συμπεριφορά της. Κάποιες θα είναι προς το καλύτερο και κάποιες προς το χειρότερο, αναλόγως ποιες είναι οι επιδιώξεις και οι επιθυμίες σου.

Το Ducati Streetfighter V4 παραδίδεται στους ιδιοκτήτες του με τα Pirelli Rosso Corsa. Πρόκειται για ένα premium μοντέλο της Pirelli με τρεις γόμμες για τις πέντε ζώνες που είναι χωρισμένο το πίσω ελαστικό. Το συγκεκριμένο ελαστικό το είχαμε δοκιμάσει εκτενώς όταν παρουσιάστηκε το 2018 πάνω στο Aprilia RSV4 Factory και η φιλοσοφία του είναι η μεγαλύτερη διάρκεια ζωής, διατηρώντας σε αρκετά μεγάλο βαθμό μέσα στην πίστα τα δυναμικά χαρακτηριστικά των Supercorsa. Ως εκ τούτου, αυτή η επιλογή της Ducati βασίζεται περισσότερο για χρήση στο δρόμο, όπου η μεγάλη διάρκεια ζωής είναι σημαντικός παράγοντας.

Σε αυτό το συγκριτικό, στο Streetfighter V4 βάλαμε τα Supercorsa SP. Πρόκειται για μια κλασική και δοκιμασμένη επιλογή των ιδιοκτητών superbike, η οποία στοχεύει σε όσους κάνουν track day, αλλά παράλληλα απολαμβάνουν την γρήγορη οδήγηση και στο δρόμο. Και αυτό το ελαστικό έχει τεχνολογία διαφορετικής σύνθεσης γόμας, όμως εδώ είναι δύο για το πίσω ελαστικό και όχι τρεις όπως στο Rosso Corsa. Η γόμμα στο κέντρο του ελαστικού έχει σχεδιαστεί για μειωμένη φθορά, ενώ η γόμα που βρίσκεται στο πλάι έχει σύνθεση που προσφέρει σταθερό και υψηλού επιπέδου κράτημα στην πίστα, χωρίς να παρουσιάζει συμπτώματα υπερθέρμανσής και απότομη πτώση της απόδοσής του.

Επίσης έχει διαφορετική γεωμετρία κορόνας και είναι ένα από τα ελαφρύτερα ελαστικά στην κατηγορία του. Όμως τί σημαίνουν όλα αυτά; Όσο η μοτοσυκλέτα είναι εντελώς όρθια δεν πρόκειται να αντιληφθείς κάποια διαφορά σε σχέση με τα Rosso Corsa, οδηγώντας την Streetfighter V4 στο δρόμο. Η γεωμετρία του πλαισίου, η κατανομή βάρους και η μελετημένη αεροδυναμική της ιταλικής μοτοσυκλέτας, την κρατούν “βιδωμένη” πάνω στην άσφαλτο, οπότε η πιο “τριγωνική” κορώνα του εμπρός Supercorsa SP δεν έχει επιπτώσεις στη σταθερότητα.

 

Προφανώς το πίσω δεν θα έχει την ίδια διάρκεια ζωής αν κάνεις πολλά χιλιόμετρα στην εθνική με υψηλές ταχύτητες, όμως θα αντέχουν πολύ περισσότερο από τα προηγούμενης γενιάς semi-slick ελαστικά με την ενιαία γόμα. Ειδικά σε αυτή τη μοτοσυκλέτα που δεν ξεπερνά τα 207 κιλά με γεμάτο το ρεζερβουάρ, η φθορά στο κέντρο ήταν ανεπαίσθητη, παρά τους 180 πραγματικούς ίππους που το μαστιγώνουν. Οι διαφορές αρχίζουν όταν πλαγιάσεις τη μοτοσυκλέτα, όπου γίνονται αρκετά πιο αισθητές οι σχεδιαστικές επιλογές της Pirelli. Το Supercorsa SP αφήνει τη μοτοσυκλέτα να πλαγιάσει πιο γρήγορα και το τιμόνι έχει πιο ελαφριά αίσθηση, λόγω της πιο γρήγορης γεωμετρίας της κορώνας και του μειωμένου γυροσκοπικού φαινομένου, καθώς είναι πολύ ελαφρύ ελαστικό. Από την άλλη μεριά όμως θέλει περισσότερη ώρα για να έρθει σε ιδανική θερμοκρασία λειτουργίας και δεν απορροφά τις ανωμαλίες τους δρόμου με την ίδια ηρεμία που το κάνει το Rosso Corsa στην χαμηλές ταχύτητες της πόλη και των σφικτών επαρχιακών δρόμων. Φυσικά στην πίστα, όπου η ποιότητα της ασφάλτου είναι πολύ καλύτερη και κυρίως πιο ομαλή, το Supercorsa SP έχει μόνο πλεονεκτήματα.

 

Πέρα από την ταχύτερη αλλαγή πορείας, η βασική διαφορά του Supercorsa SP στην πίστα είναι στο σταθερό επίπεδο του κρατήματος μετά των πέμπτο-έκτο γύρο. Σε αυτό το σημείο, τα ελαστικά δρόμου αρχίζουν και δείχνουν σημάδια υπερθέρμανσης, κάτι απόλυτα λογικό αφού έχουν σχεδιαστεί με προτεραιότητα την άμεση επίτευξη θερμοκρασίας λειτουργίας.

Αντιθέτως το Supercorsa SP δείχνει την αγωνιστική καταγωγή του και συμπεριφέρεται ως γνήσιο semi-slick ελαστικό, προφέροντας μεγάλη επιφάνεια επαφής με την άσφαλτο και σταθερά υψηλό κράτημα για πολλούς συνεχόμενους γύρους. Σε σχέση με το Rosso Corsa που είχαμε δοκιμάσει στο Aprilia RSV4 στην πίστα των Σερρών, το Supercorsa SP είχε αναμενόμενα περισσότερη φθορά στο τέλος της ημέρας και είναι το δίκαιο τίμημα που πρέπει να πληρώσεις όταν επιλέγεις ελαστικά της κατηγορίας των semi-slick.

Στα πλεονεκτήματα του Supercorsa SP θα πρέπει να βάλουμε και το γεγονός της μεγάλης γκάμας διαστάσεων που τα προσφέρει η Pirelli.

Το εμπρός ξεκινά από την διάσταση 110/70-17 και το πίσω από την 140/70-17 και φτάνει έως την 200/60-17, καλύπτοντας όλους τους κυβισμούς σπορ μοτοσυκλετών από τα 125 κυβικά με τους 15 ίππους έως και τα θηρία των 1100 κυβικών και τους 200+ ίππους στον πίσω τροχό. Γι' αυτό άλλωστε και το χρησιμοποιούν σε πολλών ειδών αγώνες ενιαίου τύπου στα εθνικά πρωταθλήματα της Ευρώπης, από τις κατηγορίες SS300 έως και Superstock 600/1000.

Ταυτόχρονα με το Supercorsa SP, στη διάθεσή μας είχαμε και το Supercorsa BSB… Μπερδευτήκατε με τα ονόματα; Και εμείς μπερδευτήκαμε δυο-τρεις φορές όταν αλλάζαμε τα ελαστικά στις μοτοσυκλέτες, διότι σε εμφάνιση δεν διαφέρουν από τα SP.

Ούτε όμως θα καταλάβεις διαφορά ανάμεσα στο SP και το BSB αν δεν πιέσεις οριακά μέσα στην πίστα τη μοτοσυκλέτα. Το όνομά του το πήρε από το εθνικό πρωτάθλημα superbike της Βρετανίας και η Pirelli το παρουσίασε το 2009 ως την έκδοση δρόμου του καθαρόαιμου αγωνιστικού slick. Σήμερα βρίσκεται τιμολογιακά κάτω από το Supercorsa SP και αποτελεί την πιο συμφέρουσα οικονομικά επιλογή για όποιον θέλει κράτημα και συμπεριφορά semi-slick ελαστικού, χωρίς να βάλει πολύ βαθιά το χέρι στην τσέπη.

Το συγκεκριμένο ελαστικό το βάλαμε στο Kawasaki Z-H2, που φοράει από το εργοστάσιο τα Pirelli Rosso III. Σε αυτή τη μοτοσυκλέτα η διαφορά μεταξύ του sport-touring Rosso III και του semi-slick Supercorsa BSB ήταν εμφανέστατη από την πρώτη στιγμή, όχι μόνο μέσα στην πίστα, αλλά και στο δρόμο. Η γυμνή μοτοσυκλέτα της Kawasaki έχει αρκετά μεγαλύτερο βάρος στα 240 κιλά και επίσης έχει πολύ γκάζι και ροπή. Ως αποτέλεσμα, στο δρόμο ζέσταινε πολύ πιο γρήγορα τα Supercorsa BSB, απ’ ότι το ελαφρύτερο Ducati Streetfighter τα Supercorsa SP και δεν υπήρχε ευδιάκριτος συμβιβασμός σε αυτόν τον τομέα σε σχέση με τα sport-touring ελαστικά. Από την άλλη μεριά, η τριγωνική κορόνα των BSB επηρεάζει άμεσα τη συμπεριφορά του Ζ-Η2 σε όλες τις ταχύτητες κάνοντας το τιμόνι πιο άμεσο στις αντιδράσεις του, αλλά ταυτόχρονα και πιο ευαίσθητο στις ανωμαλίες του δρόμου. Έτσι δεν λείπουν τα κουνήματα στο τιμόνι αν περάσεις με τέρμα ανοιχτό το γκάζι πάνω από ανωμαλίες.

Στην πίστα το Ζ-Η2 έχει μικρά περιθώρια κλίσης λόγω των μαλακών αναρτήσεων και της χαμηλά τοποθετημένης εξάτμισης και των μαρσπιέ. Οπότε το πλεονέκτημα του υψηλότερου κρατήματος υπό κλίση των BSB δεν σου χρησιμεύει σε κάτι.

Με άλλα λόγια, η επιλογή του Rosso III από την Kawasaki ως ελαστικό πρώτης τοποθέτησης στο Ζ-Η2 θα ικανοποιήσει ένα ευρύτερο κοινό και η τοποθέτηση ενός semi-slick όπως το Supercorsa BSB είναι για εκείνους που θέλουν να βελτιώσουν την ευελιξία της μοτοσυκλέτας, θυσιάζοντας την διάρκεια ζωής σε βάθος χρόνου.

Το τρίτο ζευγάρι ελαστικών της παρέας μας ήταν τα Μetzeler M9RR και είχαν εξίσου δύσκολο έργο, καθώς έπρεπε να αντιμετωπίσουν την κτηνώδη ροπή του αυστριακού V2 του KTM 1290 Superduke.

Πρόκειται για μία από τις πιο πρόσφατες αφίξεις στην κατηγορία των hypersport ελαστικών, με το BMW S1000RR να είναι η πρώτη μοτοσυκλέτα παραγωγής που το φόρεσε ως πρώτη τοποθέτηση από το εργοστάσιο. Μετά από αυτή δόκιμή των streetfighter μπορούμε να πούμε πως συμφωνούμε απόλυτα με την επιλογή της BMW, καθώς τα M9 RR σκοράρουν πολύ υψηλή βαθμολογία σε όλους τους τομείς χρήσης των μοντέρνων υπερ-μοτοσυκλετών, τόσο στο δρόμο όσο και στην πίστα. Η συνεργασία του με τα σύγχρονα ηλεκτρονικά βοηθήματα ήταν άψογη και παρά την τεράστια διαφορά στον τρόπο απόδοσης του V2 κινητήρα της KTM σε σχέση με τον τετρακύλινδρο της superbike της BMW, δεν προκαλούσε πρόωρη επέμβαση του traction control ή του cornering ABS.

 Ερχόταν αρκετά γρήγορα σε θερμοκρασία λειτουργίας στους ελληνικούς δρόμους και διατηρούσε σταθερή την απόδοσή του για μεγάλα χρονικά διαστήματα μέσα στην πίστα.

Η γεωμετρία της κορόνας του είναι μεν σπορ και κοντά στα semi-slick ελαστικά, αλλά δεν φτάνει στα άκρα. Οπότε ακόμα και στο 1290 Superduke R, που είναι από τις ελαφρύτερες και πιο ευέλικτες γυμνές μοτοσυκλέτες της αγοράς, διατήρησε το επίπεδο σταθερότητας και δεν εμφανίστηκαν ανεπιθύμητες αντιδράσεις. Με άλλα λόγια, πρόκειται για ένα ζευγάρι ελαστικών που σου επιτρέπει να εκμεταλλευτείς τις δυνατότητες μιας σύγχρονης, παντοδύναμης και γεμάτης ηλεκτρονικά streetfighter ή superbike, χωρίς να απαιτεί τους συμβιβασμούς ενός semi-slick ελαστικού στο δρόμο ή ενός sport-touring ελαστικού στην πίστα.

 Για την πλειοψηφία των ιδιοκτητών sport και supersport μοτοσυκλετών, τα M9 RR της Metzeler είναι μια άριστη επιλογή για να απολαύσουν τις δυνατότητες της μοτοσυκλέτας τους σε κάθε είδους άσφαλτο 365 μέρες το χρόνο. Οι διαθέσιμες διαστάσεις καλύπτουν όλο το φάσμα κυβισμών, από τα 125cc έως και τα 1300cc, οπότε αποτελούν πολύ καλή αναβάθμιση για τις μικρο-μεσαίες supersport που έχουν κατά κανόνα φτηνιάρικα ελαστικά από το εργοστάσιο και πολλές φορές σε λάθος διάσταση για το πλάτων της ζάντας!


 

Οδηγούμε το TM MX 250 Fi του 2020!

Αλλαγή ρότας για την TM
7/1/2020

Mama mia!

 

Του Δ. Κεραμιδά

Φωτό Γ. Νιαουνάκης

 

Από τις ακτές της Αδριατικής στο Rimini της Ιταλίας, το μικρό εργοστάσιο της TM παράγει σχεδόν χειροποίητες μοτοσυκλέτες που προσπαθούν να ακολουθήσουν τον τεράστιο ανταγωνισμό των μεγάλων εργοστασίων

 

Επειδή εδώ δεν μιλάμε για τον "δαίμονα του τυπογραφείου", αλλά για ολόκληρη στρατιά από σατανικά πλάσματα που "καταβρόχθισαν" ένα σημαντικό μέρος του κειμένου, από την δοκιμή του ΤΜ ΜΧ250 Fi που φιλοξενείται στο τεύχος 602 του ΜΟΤΟ, το οποίο κυκλοφορεί αυτή τη στιγμή στα περίπτερα, δημοσιεύουμε εδώ ολόκληρο το τεστ ζητώντας ταυτόχρονα κι ένα μεγάλο συγνώμη από τους αναγνώστες μας. Το άρθρο συνοδεύεται και από πλήρες φωτογραφικό υλικό, ως μια ελάχιστη προσφορά για την παράλειψη στις σελίδες του περιοδικού.

 

Οι πρώτες μοτοσυκλέτες που κατασκεύασε η ΤΜ ήταν το 1977 σε μια μικρή οικογενειακή βιοτεχνία που εκείνη την εποχή άκμαζε στην Ιταλία, αφού υπήρχαν πολλές μικρές βιοτεχνίες που έφτιαχναν μοτοσυκλέτες Enduro ή για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, συναρμολογούσαν ανταλλακτικά κι έφτιαχναν και κάποια δικά τους, ίσα ίσα για να δείχνουν ότι η δικιά τους μοτοσυκλέτα είχε να δώσει κάτι διαφορετικό από τον ανταγωνισμό.

Στις αρχές της δεκαετίας του ΄80 οι Ιάπωνες κατασκευαστές εξαπολύσαν εκτεταμένη επίθεση, παρουσιάζοντας μοτοσυκλέτες πρωτοποριακές -και αξιόπιστες σε σχέση πάντα για την εποχή- και μοιραία η ακμάζουσα μοτοβιομηχανία της Ιταλίας πέθανε με γοργούς ρυθμούς. Μέσα σ’ αυτή την μεταβατική περίοδο η ΤΜ κατάφερε όχι μόνο να μην κλείσει αλλά να μεταλλαχτεί σιγά σιγά σε ένα κανονικό εργοστάσιο παραγωγής μοτοσυκλετών, μικρό ναι μεν αλλά δεν ήταν βιοτεχνία πλέον. Στο πέρασμα του χρόνου η εταιρία έχει κερδίσει παγκόσμια πρωταθλήματα στο Enduro με πιο πρόσφατο επίτευγμα την κατάκτηση του παγκόσμιου πρωταθλήματος Enduro Ε2 από τον Γάλλο Loic Larrieu το 2019.

Η ετήσια παραγωγή της ΤΜ δεν ξεπερνάει της 1.200 μοτοσυκλέτες τον χρόνο, όπου την μερίδα του λέοντος έχουν οι μοτοσυκλέτες Enduro. Η ναυαρχίδα της εταιρίας για το 2020 είναι η ΜΧ 250 που την εξέλισσε για τρία χρόνια με τον Samuele Bernardini στο παγκόσμιο πρωτάθλημα Motocross, έχοντας μάλιστα κερδίσει κι ένα σκέλος GP της Ινδονησίας το 2017, επιβεβαιώνοντας ότι η μοτοσυκλέτα βρισκόταν σε καλό δρόμο. Επίσης, η νέα μοτοσυκλέτα δανείζεται και τεχνολογία από τα GP, αφού το μικρό εργοστάσιο του Rimini έχει εμπλοκή στην Moto3 και αυτό είναι σαφώς μια σημαντική πηγή άντλησης πληροφοριών και λύσεων, που έχει το εργοστάσιο σε σχέση με το παρελθόν.

 

Πέπλο μυστηρίου…

Γενικά στην ΤΜ υπάρχει μια μυστικοπάθεια και πολύ δύσκολα ανακοινώνει στοιχεία για τις μοτοσυκλέτες της, είτε αυτά είναι τεχνικά χαρακτηριστικά, είτε αλλαγές που χρειάστηκαν να γίνουν από χρονιά σε χρονιά. Παρατηρώντας την μοτοσυκλέτα του 2020 κι έχοντας ακολουθήσει πολλά από τα GP του 2018, βλέπω ότι αν δεν είναι ίδια η μοτοσυκλέτα με αυτή που έτρεχε ο Bernardini το ’18, τότε έχει τεράστιες ομοιότητες σε σημείο που μπορούμε να μιλάμε για μια πραγματική ρέπλικα.

Ο κινητήρας έχει μικρές διαφορές, με νέα σχεδίαση στην κεφαλή που έχει δύο εκκεντροφόρους και νέα, πιο μικρή, καδένα που δίνει κίνηση σε ένα γρανάζι, το οποίο με την σειρά του δίνει κίνηση στους εκκεντροφόρους και στις βαλβίδες με κοκοράκια.

Στην εξαγωγή κάθε θυρίδα έχει δικιά της εξάτμιση κι έτσι βγαίνουν δυο λαιμοί που καταλήγουν σε δυο τελικά κι αυτό γίνεται γιατί όπως λέει η ΤΜ είναι ο καλύτερος τρόπος να έχουν όσο το δυνατόν περισσότερη δύναμη πολύ ψηλά. Με την διπλή εξάτμιση η ευστροφία έχει αυξηθεί με το όριο των στροφών να φτάνει κοντά στις 14.000, άλλωστε όπως είπαμε και πιο πριν η κεφαλή έχει εξελιχθεί στην Moto3 κι έχει προσαρμοστεί στις ανάγκες της ΜΧ "ένδυσης".

Το αλουμινένιο πλαίσιο έχει μικρές διαστάσεις αν και είναι λίγο φαρδύ στο σημείο που υπάρχει το φίλτρο αέρα, που βρίσκεται ακριβώς στο σημείο που ήταν παλιότερα το ρεζερβουάρ, το οποίο είναι τοποθετημένο ακριβώς από κάτω από την σέλα με αποτέλεσμα την καλύτερη συγκέντρωση των μαζών. Στις αναρτήσεις έχουμε το γνωστό πιρούνι Kayaba SSS, ενώ το πίσω αμορτισέρ είναι εξ ολοκλήρου κατασκευή της ΤΜ.

 

 κινητήρας μπαίνει σε λειτουργία με μίζα αλλά διατηρεί και την μανιβέλα, ενώ υπάρχουν δυο χάρτες που αλλάζουν την απόδοση και ενεργοποιούνται από ένα μπουτόν που υπάρχει δεξιά στο τιμόνι. Ο ένας χάρτης είναι για πιο επιθετική απόδοση, ο Aggressive, και ο άλλος για ελεγχόμενη οδήγηση διαθέτοντας και traction control, που είναι ιδιαίτερα χρήσιμο στις πολύ γλιστερές συνθήκες.

Πολύ ποιοτικοί είναι οι τροχοί, με κέντρα από αλουμίνιο CNC και τα στεφάνια της Excel σε ηλεκτρίκ μπλε χρώμα δίνοντας μια πολύ όμορφη εικόνα, ενώ τα φρένα είναι για εμπρός της Brembo (όπως της ίδιας εταιρίας είναι και ο συμπλέκτης), ενώ για πίσω υπάρχει σύστημα της Nissin.

 

Φουλ επίθεση

Πριν ανέβω στην ΤΜ ήμουνα λίγο προκατειλημμένος για την γεωμετρία, αν και η τελευταία φορά που είχα οδηγήσει μοτοσυκλέτα ΤΜ ήταν το 2014 και πραγματικά είχε πολύ περίεργη γεωμετρία, πολύ ιδιαίτερη και μάλλον όχι καλή.

Από τον πρώτο γύρο το αισθάνεσαι πολύ ισορροπημένο και είναι η πρώτη φορά που τόσο το πιρούνι όσο και το πίσω αμορτισέρ λειτουργούν αρμονικά σαν σύνολο. Βέβαια υπάρχει ένα μικρό θέμα για κοντούς αναβάτες, που δύσκολα θα τους επέτρεπε το ύψος τους να παίζουν μπάσκετ όπως ο υπογράφων, αφού η μοτοσυκλέτα είναι από αρκετά έως πολύ ψηλή και σίγουρα θέλει άλλο αφρώδες στην σέλα για να γίνει προσιτή σε κοντούς αναβάτες.

Αν και το φιλτροκούτι δείχνει ογκώδες στο σημείο που εδράζεται η σέλα, είναι πολύ λεπτό και εργονομικό

 

Ο κινητήρας είναι πάρα πολύ δυνατός αλλά από την μέση και πάνω, αφού χαμηλά η δύναμη δεν είναι αρκετή, όμως από εκείνη την περιοχή και μετά πυροβολεί ασταμάτητα μέχρι πολύ ψηλά. Για να ξεδιπλώσεις όλες τις δυνατότητες της ΤΜ πρέπει να οδηγείς επιθετικά και με το υπάρχον γρανάζωμα είναι ακόμα πιο απότομο. Για πιο "χαλαρή" οδήγηση χρειάζεται διαφορετικό γρανάζι για να μακρύνει η τελική μετάδοση.

Το πιρούνι της Kayaba είναι δοκιμασμένη λύση εδώ και χρόνια στις μοτοσυκλέτες της Yamaha και δεν χρειάζεται συστάσεις. Η μεγάλη έκπληξη ήταν η καλή λειτουργία του αμορτισέρ που κατασκευάζει η ίδια η ΤΜ παρ’ ότι η ΜΧ 250 είναι πολύ σταθερή δεν χάνει καθόλου στο στρίψιμο. Ακόμα και στις πολύ κλειστές στροφές με λούκι ακολουθεί την γραμμή που θέλεις χωρίς προσπάθεια.

Ο συμπλέκτης όσο κι αν τον πιέσεις δεν πέφτει η απόδοσή του κατά την διάρκεια ενός σκέλους και καθώς δεν έχει αρκετή δύναμη χαμηλά, πρέπει να παίξεις πολύ με την μανέτα του συμπλέκτη για να το βάζεις στην ωφέλιμη περιοχή στροφών, εκεί που πραγματικά είναι απίστευτα δυνατό. Στα άλματα και πάλι έρχεται ο δυνατός κινητήρας να σου κάνει εύκολη την ζωή, γιατί η εκρηκτική απόδοση σε συνδυασμό με την δύναμη, σε βοηθάει ακόμα και με ελάχιστη φόρα να καθαρίσεις και τα πλέον μεγάλα άλματα, με μια ευέλικτη και ελαφριά αίσθηση. Τα φρένα συγκαταλέγονται στα δυνατά σημεία της ΜΧ 250, αφού είναι τόσο δυνατά όσο χρειάζεται για να σταματήσουν μια τόσο γρήγορη μοτοσυκλέτα, χωρίς να χάνουν σε προοδευτικότητα.

 

Αλλαγή νοοτροπίας

Οδηγώντας την νέα ΜΧ του 2020 μοιραία καταλήγεις στο ότι η εποχή που η ΤΜ έκανε συναρμολόγηση ανταλλακτικών και οι μοτοσυκλέτες έβγαιναν στο περίπου, έχει περάσει ανεπιστρεπτί όπως φαίνεται. Επιπλέον, το εργοστάσιο έχει ξεκολλήσει από την νοοτροπία του "εμείς φτιάχνουμε αυτό και είναι το καλύτερο που υπάρχει" και σε αυτό έχει συντελέσει το άνοιγμα που έχει κάνει στην Αμερικανική αγορά, την μεγαλύτερη αγορά του κόσμου. Για να  πιστεύεις σε πωλήσεις στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού πρέπει να εναρμονιστείς με τις απαιτήσεις της εκεί αγοράς, και όχι μόνο της Ιταλικής. Η μοτοσυκλέτα, με το χέρι στην καρδιά, είναι σε καλύτερο επίπεδο απ’ ότι περιμέναμε ή μάλλον είναι αρκετά ανταγωνιστική, χωρίς να σημαίνει ότι τα πάντα είναι τέλεια πάνω της.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα που έχει η ΤΜ, όχι σαν μοτοσυκλέτα αλλά σαν εταιρεία στην χώρα μας, είναι ότι έχει περάσει από σαράντα κύματα στον τομέα της αντιπροσώπευσης με εισαγωγείς που υπόσχονταν λαγούς με πετραχήλια και στο τέλος άφηναν τους ιδιοκτήτες ξεκρέμαστους, να περιμένουν πέντε μήνες να έρθει ένα απλό ανταλλακτικό ή και να μην έρθει ποτέ. Τώρα, το νέο καθεστώς της αντιπροσωπείας υπόσχεται να ξεκινήσει μια νέα εποχή για την εταιρεία. Πέρα όμως από τις προθέσεις, όλοι κρινόμαστε εκ του αποτελέσματος και περιμένουμε να δούμε κάτι πραγματικά νέο, εάν και εφόσον έρθει αυτό.

Το πιρούνι της ΚΥΒ είναι δοκιμασμένη και αποτελεσματική λύση και είναι από τα δυνατά σημεία της ΤΜ

 

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

 

Αντιπρόσωπος:
THE FAMILY MOTORSPORT
Τιμή:
9.090
 
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ
Μεταξόνιο (mm):
1.475
 
ΠΛΑΙΣΙΟ
Τύπος:
Αλουμινένιο περιμετρικό με αφαιρούμενο υποπλαίσιο αλουμινίου
Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα (l):
7,5/
 
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ
Τύπος:
Τετράχρονος υγρόψυκτος μονοκύλινδρος με 2εεκ
Διάμετρος επί διαδρομή (mm):
77Χ53,6
Χωρητικότητα (cc):
249
Τροφοδοσία:
Σώμα ψεκασμού 44mm
Σύστημα εξαγωγής:
2 σε 2
Σύστημα λίπανσης:
Ξηρό κάρτερ με δυο αντλίες
Σύστημα εκκίνησης:
Μίζα-μανιβέλα
 
ΜΕΤΑΔΟΣΗ
Συμπλέκτης:
Υγρός πολύδισκος με τρόμπα της Brembo
 
ΠΙΣΩ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Αμορτισέρ ΤΜ
Διαδρομή (mm):
-
Ρυθμίσεις:
Προφόρτιση ελατηρίου αργή και γρήγορη απόσβεση συμπίεσης και απόσβεση επαναφοράς
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
Excel Takasago 19X1.85
Ελαστικό:
100/90X19
ΦΡΕΝΟ
Δίσκος τύπου μαργαρίτα 245mm με δαγκάνα ενός εμβόλου Nissin
 
ΕΜΠΡΟΣ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Αντεστραμμένο πιρούνι Kayaba SSS
Διαδρομή/Διάμετρος (mm):
-/48
Ρυθμίσεις:
Απόσβεση συμπίεσης και επαναφοράς με προφόρτιση ελατηρίου
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
Αλουμινίου Takasago Excel με δαγκάνα δυο εμβόλων της Brembo
Ελαστικό:
80/100X21
ΦΡΕΝΟ
Δίσκος τύπου μαργαρίτα 270mm με δαγκάνα δυο εμβόλων της Brembo