Δοκιμή ελαστικών: Pirelli Supercorsa SP, Supercorsa BSB, Metzeler M9 RR

Μία οικογένεια, τρία ελαστικά
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

1/3/2021

Στα πλαίσια του συγκριτικού τεστ των  streetfighter που κάναμε στο δρόμο και στην πίστα των Σερρών, δοκιμάσαμε τρεις διαφορετικούς τύπους supersport ελαστικών του ομίλου Pirelli/Metzeler. Πρόκειται για τα Pirelli Supercorsa SP, Pirelli Supercorsa BSB και Metzeler M9 RR, όπου το πρώτο το βάλαμε στο Ducati Streetfighter V4, το δεύτερο στο Kawasaki Z-H2 και το τρίτο στο KTM 1290 Superduke R.

Τα Pirelli Supercorsa SP τα έχουν ήδη επιλέξει η Ducati, η Kawasaki και η Honda, ως ελαστικά πρώτης τοποθέτησης στις κορυφαίες εκδόσεις των superbike μοτοσυκλετών τους, ενώ τα Metzeler M9RR τα έχει επιλέξει η BMW στο νέο S1000RR. Αυτό από μόνο του σημαίνει πως είναι ελαστικά υψηλών επιδόσεων με έγκριση τύπου για οδήγηση στο δρόμο, αλλά μπορούν να γράψουν και εξίσου καλούς χρόνους στην πίστα.

Φυσικά όπως συνηθίζουν τα εργοστάσια, ζητούν από τις εταιρείες ελαστικών να κάνουν κάποιες μικρές ή μεγάλες αλλαγές, ώστε τα ελαστικά να ταιριάζουν στις εξειδικευμένες απαιτήσεις των δικών τους μοντέλων. Για παράδειγμα η Honda απαίτησε από την Pirelli ισχυρότερο σκελετό για το πίσω ελαστικό του νέου CBR1000RR-R Fireblade, ενώ η Ducati ζήτησε το πίσω ελαστικό να έχει προφίλ 60% (200/60-17) ώστε η γεωμετρία του να είναι όμοια με των αγωνιστικών slick ελαστικών.

Τέτοιες διαφορές δημιουργούν κάποιες φορές πονοκέφαλο στους ιδιοκτήτες, διότι δεν βρίσκεις πάντα διαθέσιμους αυτούς τους εξειδικευμένους τύπους ελαστικών. Ευτυχώς τα σύγχρονα ηλεκτρονικά και η τεχνολογία αυτού του επιπέδου ελαστικών, σου αφήνουν το περιθώριο να επιλέξεις και τους παραπλήσιους τύπους, χωρίς να μεταβληθούν δραματικά τα χαρακτηριστικά της μοτοσυκλέτας σου.

Άλλωστε και τα ίδια τα εργοστάσια σου δίνουν περισσότερες από δύο επιλογές, όχι μόνο στον τύπο του ελαστικού, αλλά ακόμα και στη μάρκα. Για παράδειγμα η Yamaha έβαζε στην απλή έκδοση της R1 πίσω ελαστικό 195/50-17 ενώ στην έκδοση Μ έβαζε 200/55-17, χωρίς αλλαγές στο λογισμικό των ηλεκτρονικών, καθώς πλέον δεν παίρνουν δεδομένα από τους αισθητήρες του ABS αλλά από την IMU και τους αισθητήρες των πέντε ή έξι κατευθύνσεων που διαθέτουν.

Το ίδιο κάνει η Aprilia με τις απλές και Factory εκδόσεις των Tuono 1100 και RSV4 1000/1100, όπως επίσης η BMW και τα ιαπωνικά εργοστάσια βάζουν διαφορετικής μάρκας ελαστικά, ανάλογα την αγορά ή το εξάμηνο παραγωγής! Όχι μόνο αυτό, αλλά δεν αποτελεί έκπληξη που κάποιες επιλογές των εργοστασίων βασίζονται – δυστυχώς – μόνο σε οικονομικά κριτήρια και δεν είναι λίγες οι φορές που έχουμε δει κορυφαίας απόδοσης μοτοσυκλέτες να έχουν χαμηλότερων προδιαγραφών ελαστικά, σε σχέση με τις υπόλοιπες ικανότητές τους.

Όλα αυτά τα λέμε για να ξεκαθαρίσουμε εξαρχής, πως τα ελαστικά πρώτης τοποθέτησης της μοτοσυκλέτας μας δεν αποτελούν δέσμευση για την επιλογή των νέων που θα βάλουμε όταν χρειαστεί να τα αντικαταστήσουμε.

 

Φυσικά, όταν αλλάζεις μάρκα ή μοντέλο και πολύ περισσότερο διάσταση ελαστικών, θα υπάρξουν διαφορές στη συμπεριφορά της. Κάποιες θα είναι προς το καλύτερο και κάποιες προς το χειρότερο, αναλόγως ποιες είναι οι επιδιώξεις και οι επιθυμίες σου.

Το Ducati Streetfighter V4 παραδίδεται στους ιδιοκτήτες του με τα Pirelli Rosso Corsa. Πρόκειται για ένα premium μοντέλο της Pirelli με τρεις γόμμες για τις πέντε ζώνες που είναι χωρισμένο το πίσω ελαστικό. Το συγκεκριμένο ελαστικό το είχαμε δοκιμάσει εκτενώς όταν παρουσιάστηκε το 2018 πάνω στο Aprilia RSV4 Factory και η φιλοσοφία του είναι η μεγαλύτερη διάρκεια ζωής, διατηρώντας σε αρκετά μεγάλο βαθμό μέσα στην πίστα τα δυναμικά χαρακτηριστικά των Supercorsa. Ως εκ τούτου, αυτή η επιλογή της Ducati βασίζεται περισσότερο για χρήση στο δρόμο, όπου η μεγάλη διάρκεια ζωής είναι σημαντικός παράγοντας.

Σε αυτό το συγκριτικό, στο Streetfighter V4 βάλαμε τα Supercorsa SP. Πρόκειται για μια κλασική και δοκιμασμένη επιλογή των ιδιοκτητών superbike, η οποία στοχεύει σε όσους κάνουν track day, αλλά παράλληλα απολαμβάνουν την γρήγορη οδήγηση και στο δρόμο. Και αυτό το ελαστικό έχει τεχνολογία διαφορετικής σύνθεσης γόμας, όμως εδώ είναι δύο για το πίσω ελαστικό και όχι τρεις όπως στο Rosso Corsa. Η γόμμα στο κέντρο του ελαστικού έχει σχεδιαστεί για μειωμένη φθορά, ενώ η γόμα που βρίσκεται στο πλάι έχει σύνθεση που προσφέρει σταθερό και υψηλού επιπέδου κράτημα στην πίστα, χωρίς να παρουσιάζει συμπτώματα υπερθέρμανσής και απότομη πτώση της απόδοσής του.

Επίσης έχει διαφορετική γεωμετρία κορόνας και είναι ένα από τα ελαφρύτερα ελαστικά στην κατηγορία του. Όμως τί σημαίνουν όλα αυτά; Όσο η μοτοσυκλέτα είναι εντελώς όρθια δεν πρόκειται να αντιληφθείς κάποια διαφορά σε σχέση με τα Rosso Corsa, οδηγώντας την Streetfighter V4 στο δρόμο. Η γεωμετρία του πλαισίου, η κατανομή βάρους και η μελετημένη αεροδυναμική της ιταλικής μοτοσυκλέτας, την κρατούν “βιδωμένη” πάνω στην άσφαλτο, οπότε η πιο “τριγωνική” κορώνα του εμπρός Supercorsa SP δεν έχει επιπτώσεις στη σταθερότητα.

 

Προφανώς το πίσω δεν θα έχει την ίδια διάρκεια ζωής αν κάνεις πολλά χιλιόμετρα στην εθνική με υψηλές ταχύτητες, όμως θα αντέχουν πολύ περισσότερο από τα προηγούμενης γενιάς semi-slick ελαστικά με την ενιαία γόμα. Ειδικά σε αυτή τη μοτοσυκλέτα που δεν ξεπερνά τα 207 κιλά με γεμάτο το ρεζερβουάρ, η φθορά στο κέντρο ήταν ανεπαίσθητη, παρά τους 180 πραγματικούς ίππους που το μαστιγώνουν. Οι διαφορές αρχίζουν όταν πλαγιάσεις τη μοτοσυκλέτα, όπου γίνονται αρκετά πιο αισθητές οι σχεδιαστικές επιλογές της Pirelli. Το Supercorsa SP αφήνει τη μοτοσυκλέτα να πλαγιάσει πιο γρήγορα και το τιμόνι έχει πιο ελαφριά αίσθηση, λόγω της πιο γρήγορης γεωμετρίας της κορώνας και του μειωμένου γυροσκοπικού φαινομένου, καθώς είναι πολύ ελαφρύ ελαστικό. Από την άλλη μεριά όμως θέλει περισσότερη ώρα για να έρθει σε ιδανική θερμοκρασία λειτουργίας και δεν απορροφά τις ανωμαλίες τους δρόμου με την ίδια ηρεμία που το κάνει το Rosso Corsa στην χαμηλές ταχύτητες της πόλη και των σφικτών επαρχιακών δρόμων. Φυσικά στην πίστα, όπου η ποιότητα της ασφάλτου είναι πολύ καλύτερη και κυρίως πιο ομαλή, το Supercorsa SP έχει μόνο πλεονεκτήματα.

 

Πέρα από την ταχύτερη αλλαγή πορείας, η βασική διαφορά του Supercorsa SP στην πίστα είναι στο σταθερό επίπεδο του κρατήματος μετά των πέμπτο-έκτο γύρο. Σε αυτό το σημείο, τα ελαστικά δρόμου αρχίζουν και δείχνουν σημάδια υπερθέρμανσης, κάτι απόλυτα λογικό αφού έχουν σχεδιαστεί με προτεραιότητα την άμεση επίτευξη θερμοκρασίας λειτουργίας.

Αντιθέτως το Supercorsa SP δείχνει την αγωνιστική καταγωγή του και συμπεριφέρεται ως γνήσιο semi-slick ελαστικό, προφέροντας μεγάλη επιφάνεια επαφής με την άσφαλτο και σταθερά υψηλό κράτημα για πολλούς συνεχόμενους γύρους. Σε σχέση με το Rosso Corsa που είχαμε δοκιμάσει στο Aprilia RSV4 στην πίστα των Σερρών, το Supercorsa SP είχε αναμενόμενα περισσότερη φθορά στο τέλος της ημέρας και είναι το δίκαιο τίμημα που πρέπει να πληρώσεις όταν επιλέγεις ελαστικά της κατηγορίας των semi-slick.

Στα πλεονεκτήματα του Supercorsa SP θα πρέπει να βάλουμε και το γεγονός της μεγάλης γκάμας διαστάσεων που τα προσφέρει η Pirelli.

Το εμπρός ξεκινά από την διάσταση 110/70-17 και το πίσω από την 140/70-17 και φτάνει έως την 200/60-17, καλύπτοντας όλους τους κυβισμούς σπορ μοτοσυκλετών από τα 125 κυβικά με τους 15 ίππους έως και τα θηρία των 1100 κυβικών και τους 200+ ίππους στον πίσω τροχό. Γι' αυτό άλλωστε και το χρησιμοποιούν σε πολλών ειδών αγώνες ενιαίου τύπου στα εθνικά πρωταθλήματα της Ευρώπης, από τις κατηγορίες SS300 έως και Superstock 600/1000.

Ταυτόχρονα με το Supercorsa SP, στη διάθεσή μας είχαμε και το Supercorsa BSB… Μπερδευτήκατε με τα ονόματα; Και εμείς μπερδευτήκαμε δυο-τρεις φορές όταν αλλάζαμε τα ελαστικά στις μοτοσυκλέτες, διότι σε εμφάνιση δεν διαφέρουν από τα SP.

Ούτε όμως θα καταλάβεις διαφορά ανάμεσα στο SP και το BSB αν δεν πιέσεις οριακά μέσα στην πίστα τη μοτοσυκλέτα. Το όνομά του το πήρε από το εθνικό πρωτάθλημα superbike της Βρετανίας και η Pirelli το παρουσίασε το 2009 ως την έκδοση δρόμου του καθαρόαιμου αγωνιστικού slick. Σήμερα βρίσκεται τιμολογιακά κάτω από το Supercorsa SP και αποτελεί την πιο συμφέρουσα οικονομικά επιλογή για όποιον θέλει κράτημα και συμπεριφορά semi-slick ελαστικού, χωρίς να βάλει πολύ βαθιά το χέρι στην τσέπη.

Το συγκεκριμένο ελαστικό το βάλαμε στο Kawasaki Z-H2, που φοράει από το εργοστάσιο τα Pirelli Rosso III. Σε αυτή τη μοτοσυκλέτα η διαφορά μεταξύ του sport-touring Rosso III και του semi-slick Supercorsa BSB ήταν εμφανέστατη από την πρώτη στιγμή, όχι μόνο μέσα στην πίστα, αλλά και στο δρόμο. Η γυμνή μοτοσυκλέτα της Kawasaki έχει αρκετά μεγαλύτερο βάρος στα 240 κιλά και επίσης έχει πολύ γκάζι και ροπή. Ως αποτέλεσμα, στο δρόμο ζέσταινε πολύ πιο γρήγορα τα Supercorsa BSB, απ’ ότι το ελαφρύτερο Ducati Streetfighter τα Supercorsa SP και δεν υπήρχε ευδιάκριτος συμβιβασμός σε αυτόν τον τομέα σε σχέση με τα sport-touring ελαστικά. Από την άλλη μεριά, η τριγωνική κορόνα των BSB επηρεάζει άμεσα τη συμπεριφορά του Ζ-Η2 σε όλες τις ταχύτητες κάνοντας το τιμόνι πιο άμεσο στις αντιδράσεις του, αλλά ταυτόχρονα και πιο ευαίσθητο στις ανωμαλίες του δρόμου. Έτσι δεν λείπουν τα κουνήματα στο τιμόνι αν περάσεις με τέρμα ανοιχτό το γκάζι πάνω από ανωμαλίες.

Στην πίστα το Ζ-Η2 έχει μικρά περιθώρια κλίσης λόγω των μαλακών αναρτήσεων και της χαμηλά τοποθετημένης εξάτμισης και των μαρσπιέ. Οπότε το πλεονέκτημα του υψηλότερου κρατήματος υπό κλίση των BSB δεν σου χρησιμεύει σε κάτι.

Με άλλα λόγια, η επιλογή του Rosso III από την Kawasaki ως ελαστικό πρώτης τοποθέτησης στο Ζ-Η2 θα ικανοποιήσει ένα ευρύτερο κοινό και η τοποθέτηση ενός semi-slick όπως το Supercorsa BSB είναι για εκείνους που θέλουν να βελτιώσουν την ευελιξία της μοτοσυκλέτας, θυσιάζοντας την διάρκεια ζωής σε βάθος χρόνου.

Το τρίτο ζευγάρι ελαστικών της παρέας μας ήταν τα Μetzeler M9RR και είχαν εξίσου δύσκολο έργο, καθώς έπρεπε να αντιμετωπίσουν την κτηνώδη ροπή του αυστριακού V2 του KTM 1290 Superduke.

Πρόκειται για μία από τις πιο πρόσφατες αφίξεις στην κατηγορία των hypersport ελαστικών, με το BMW S1000RR να είναι η πρώτη μοτοσυκλέτα παραγωγής που το φόρεσε ως πρώτη τοποθέτηση από το εργοστάσιο. Μετά από αυτή δόκιμή των streetfighter μπορούμε να πούμε πως συμφωνούμε απόλυτα με την επιλογή της BMW, καθώς τα M9 RR σκοράρουν πολύ υψηλή βαθμολογία σε όλους τους τομείς χρήσης των μοντέρνων υπερ-μοτοσυκλετών, τόσο στο δρόμο όσο και στην πίστα. Η συνεργασία του με τα σύγχρονα ηλεκτρονικά βοηθήματα ήταν άψογη και παρά την τεράστια διαφορά στον τρόπο απόδοσης του V2 κινητήρα της KTM σε σχέση με τον τετρακύλινδρο της superbike της BMW, δεν προκαλούσε πρόωρη επέμβαση του traction control ή του cornering ABS.

 Ερχόταν αρκετά γρήγορα σε θερμοκρασία λειτουργίας στους ελληνικούς δρόμους και διατηρούσε σταθερή την απόδοσή του για μεγάλα χρονικά διαστήματα μέσα στην πίστα.

Η γεωμετρία της κορόνας του είναι μεν σπορ και κοντά στα semi-slick ελαστικά, αλλά δεν φτάνει στα άκρα. Οπότε ακόμα και στο 1290 Superduke R, που είναι από τις ελαφρύτερες και πιο ευέλικτες γυμνές μοτοσυκλέτες της αγοράς, διατήρησε το επίπεδο σταθερότητας και δεν εμφανίστηκαν ανεπιθύμητες αντιδράσεις. Με άλλα λόγια, πρόκειται για ένα ζευγάρι ελαστικών που σου επιτρέπει να εκμεταλλευτείς τις δυνατότητες μιας σύγχρονης, παντοδύναμης και γεμάτης ηλεκτρονικά streetfighter ή superbike, χωρίς να απαιτεί τους συμβιβασμούς ενός semi-slick ελαστικού στο δρόμο ή ενός sport-touring ελαστικού στην πίστα.

 Για την πλειοψηφία των ιδιοκτητών sport και supersport μοτοσυκλετών, τα M9 RR της Metzeler είναι μια άριστη επιλογή για να απολαύσουν τις δυνατότητες της μοτοσυκλέτας τους σε κάθε είδους άσφαλτο 365 μέρες το χρόνο. Οι διαθέσιμες διαστάσεις καλύπτουν όλο το φάσμα κυβισμών, από τα 125cc έως και τα 1300cc, οπότε αποτελούν πολύ καλή αναβάθμιση για τις μικρο-μεσαίες supersport που έχουν κατά κανόνα φτηνιάρικα ελαστικά από το εργοστάσιο και πολλές φορές σε λάθος διάσταση για το πλάτων της ζάντας!


 

Δοκιμή στην Ελλάδα: MV Agusta Magni Filorosso

Κάνει ακριβώς αυτό που υπόσχεται
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

15/10/2018

Το μεγαλύτερο πρόβλημα με τις neoretro μοτοσυκλέτες είναι ότι αδυνατούν να μετουσιώσουν την μηχανική αίσθηση που είχαν τα πρωτότυπα από τα οποία άντλησαν οι σχεδιαστές τους την ιδέα για να τις κατασκευάσουν. Αισθητικά πετυχαίνουν τον στόχο τους και σου ξυπνούν αναμνήσεις από το ανέμελο παρελθόν, όμως από την στιγμή που θα πατήσεις το κουμπί της μίζας και ξεκινήσεις, σε προσγειώνουν απότομα στο παρόν, με την αποστειρωμένη λειτουργία των σύγχρονων κινητήρων τους. Πανέμορφες, γρήγορες, ασφαλείς και χίλιες φορές πιο αξιόπιστες από τις παλιές μοτοσυκλέτες, αλλά ταυτόχρονα άψυχες και… ξενέρωτες. Μέχρι που θα έρθει η στιγμή να καβαλήσεις την Magni Filorosso και θα ψάχνεις να βρεις δανεικά να την αγοράσεις, παρά το γεγονός ότι απέχει εκατομμύρια έτη φωτός από τον χαρακτηρισμό “καλή” σε οποιονδήποτε τομέα μπορείς να σκεφτείς!

Κοστίζει περίπου 35.000 ευρώ στις περισσότερες χώρες τις Ευρώπης ή 32.000 δολάρια χωρίς φόρους για όσους έχουν τα λεφτά τους σε τράπεζες των Νήσων Κάιμαν. 

Από αυτά τα χρήματα, τα 30.000 τα δίνεις για τον ήχο που ακούς όταν την οδηγάς και τα υπόλοιπα 5000 για να έχεις την πιο Bad Ass σε εμφάνιση μοτοσυκλέτα στα πιτς της πίστας. Οποιασδήποτε πίστας! Την συγκεκριμένη Magni Filorosso την οδηγήσαμε στην πίστα των Μεγάρων κατά την διάρκεια του Legends Track Day.

 Πρόκειται για την πρώτη φορά στον κόσμο που ένας δημοσιογράφος οδηγάει μια Magni Filorosso παραγωγής και όχι το πρωτότυπο που είχε δοκιμάσει ο συνεργάτης μας Alan Cathcart πριν δύο χρόνια.

 

Η μοτοσυκλέτα ανήκει σε έναν γερμανό συλλέκτη που συμμετείχε στο Legends Track Day και είχε την ευγενή καλοσύνη να μας την παραχωρήσει, παρά το γεγονός ότι μας γνώριζε μόλις 35 δευτερόλεπτα (τρελός για δέσιμο δηλαδή…).

Σε σχέση με το πρωτότυπο που έχουν οδηγήσει οι υπόλοιποι δημοσιογράφοι στον υπόλοιπο κόσμο, η Magni Filorosso παραγωγής έχει 5,1cm πιο μακρύ ψαλίδι! Η διαφορά είναι τεράστια σύμφωνα με τον ιδιοκτήτη της, ο οποίος ξέρει πολύ καλά τί λέει, καθώς ήταν από τους πρώτους που παρήγγειλε μια Filorosso και η οικογένεια Magni του την παρέδωσε σε μια πίστα της Ιταλίας, όπου οδήγησε ταυτόχρονα και μια βελτιωμένη πρωτότυπη μοτοσυκλέτα.

Εκείνη η βελτιωμένη πρωτότυπη μοτοσυκλέτα είχε αυτό το μακρύτερο ψαλίδι σε σχέση με την πρωτότυπη που είχαν οδηγήσει οι ξένοι δημοσιογράφοι και η οικογένεια των Magni την είχε φέρει εκεί για να την οδηγήσουν οι πρώτοι ιδιοκτήτες και να αποφασίσουν αν ήθελαν το κοντό ή το μακρύ ψαλίδι. Καθώς όλοι προτίμησαν το μακρύ ψαλίδι, τους επόμενους μήνες βρήκαν στην εξώπορτα του σπιτιού τους ένα κουτί με αυτό το επιμηκυμένο ψαλίδι. Βέβαια όταν πήγαν να το βάλουν στη μοτοσυκλέτα τους ανακάλυψαν ότι χρειαζόταν να αλλάξουν και τα αμορτισέρ, καθώς τα 51mm είναι τεράστια διαφορά. Πέρα από το ψαλίδι, η συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα έχει και ορισμένα custom made εξαρτήματα που δεν υπάρχουν σε άλλη Filorosso. Το ένα από αυτά είναι φυσικά το λευκό αναλογικό στροφόμετρο, αντί για τα ψηφιακά LCD όργανα του MV Agusta Brutale 800 που έχουν όλες οι άλλες.

Βέβαια η Magni έχει βγάλει την ακόμα πιο περιορισμένη έκδοση Filorosso Black που έχει ένα αντίστοιχο αναλογικό στροφόμετρο. Ο Michel έχει κρατήσει το ψηφιακό όργανο, διότι είναι απαραίτητο όταν κάνεις service στον κινητήρα για την διάγνωση πιθανών βλαβών και την ρύθμιση του ψεκασμού. Τα υπόλοιπα ηλεκτρονικά του Brutale 800 έχουν καταργηθεί από την Magni και δεν υπάρχει ούτε ABS, ούτε Traction Control, ούτε δούλευε το quick-shifter Up/Down. Για όλα αυτά πρέπει να φροντίζει ο αναβάτης, όπως τις παλιές “καλές” εποχές…

Η δεύτερη μοναδικότητα της συγκεκριμένης μοτοσυκλέτας είναι οι πλάκες του πιρουνιού, που είναι κατασκευασμένες από μαγνήσιο και όχι από αλουμίνιο.    

Από το ίδιο υλικό είναι και οι ζάντες, που σχεδιαστικά θυμίζουν τις χρυσές Campagnolo που χρησιμοποιούσαν όλες σχεδόν οι ιταλικές εργοστασιακές αγωνιστικές μοτοσυκλέτες εκείνες τις ένδοξες εποχές του ’60 και του ‘70.

Η διάμετρό τους είναι 18 ιντσών εμπρός και πίσω, ενώ το πλάτος των ελαστικών που φιλοξενούν είναι 110 εμπρός και 160 πίσω. Είναι δηλαδή 10mm πιο στενό εμπρός από μια MV Agusta F3 και 20mm πίσω. Στο συμβατικό πιρούνι 43mm της Forcella Italia βρίσκονται δύο δίσκοι 320mm και τετραπίστονες δαγκάνες της Brembo από Ducati 916.

Όλα αυτά έχουν σημασία όσο κάθεσαι και κοιτάς την Filorosso σε φωτογραφίες ή παρκαρισμένη στα πιτς. Διότι αν την καβαλήσεις και μπεις στην πίστα, ανακαλύπτεις τον… πολλαπλό οργασμό!

Τίποτα δεν συγκρίνεται πάνω σε αυτή την γη με τον ήχο που κάνουν τα τρία γυμνά σώματα του ψεκασμού κάτω από το ρεζερβουάρ. Τίποτα απολύτως! Μια Formula 1 με V12 κινητήρα της δεκαετίας του ’60 ίσως πλησιάζει κάπως την στεγνή, ξερή στριγκλιά της της Filorosso, αλλά δεν την ξεπερνά.

Κι εκεί που λες ότι αξίζει τα 35.000 ευρώ μόνο γι΄αυτόν τον ήχο, έρχεται η πρώτη στροφή και μένεις… χαζός! Ώπα, φίλε τι΄ναι τούτο; Δίχρονο;

Η θέση οδήγησης μιμείται τις αγωνιστικές μοτοσυκλέτες του 1960 και συνολικά είναι για τα πανηγύρια. Ακόμα και εγώ που είμαι 1,70 (με χοντρή σόλα στα παπούτσια…) είχα σφηνώσει μέσα στη σέλα με την κόκκινη alcantara και ήταν αδύνατον να κάνω την παραμικρή κίνηση με το σώμα. Τα κλιπ-ον είναι τόσο κλειστά, που είναι αδύνατον να στρίψεις το τιμόνι έστω και μία μοίρα δεξιά-αριστερά χωρίς να ακουμπήσεις το ρεζερβουάρ! Κι όμως, η Filorosso έμπαινε στις στροφές των Μεγάρων όπως θα έκανε ένα δίχρονο 250. Αλλάζει κατεύθυνση με το βλέμμα. Ούτε καν χρειάζεται να γύρεις το κεφάλι προς το εσωτερικό της στροφής! Κάπως έτσι τελειώνεις με την κάθε στροφή της πίστας και βγαίνεις στην ευθεία για να ξανακούσεις αυτά τα οπιούχα ηχητικά εφέ του ψεκασμού και των τριών μαύρων μεγαφώνων που έχει για εξάτμιση.

Όποιος έχει 35.000 ευρώ για να αγοράσει μια μοτοσυκλέτα με μοναδικό σκοπό την ψυχοσωματική του ηδονή, η Filorosso είναι ακριβώς αυτό που ψάχνει. 

 

ΥΓ

Κι όσοι αναρωτηθούν γιατί η Filorosso έχει φτερά στο φαίρινγκ της σαν εκείνα των καινούριων MotoGP, ας ρίξουν μια ματιά στην φωτογραφία που ακολουθεί…

Thanks for the Money Can not Buy Experience that you gave me