Δοκιμή: KAWASAKI H2R 2015

Εκτόξευση μαχητικού
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

16/8/2018

Για να μετρήσουμε τις επιδόσεις της Kawasaki H2R -τον Ιούλιο του '15- σπάσαμε κάθε όριο, ζητώντας την άδεια να χρησιμοποιήσουμε το ιστορικό αεροδρόμιο του Τατοίου ενώ για την δυναμομέτρηση της (που ήταν η δεύτερη που έγινε στον κόσμο…) χρειαστήκαμε δύο δυναμόμετρα, τέσσερεις ολόκληρες ημέρες και δοκιμάσαμε όλα τα είδη βενζίνης που πωλούνται νόμιμα στο εμπόριο.

Στο άρθρο που ακολουθεί και είχε δημοσιευθεί στο τεύχος 548 του 2015, αναλύουμε με κάθε λεπτομέρεια όλα όσα μάθαμε και ζήσαμε πάνω στη σέλα του υπερτροφοδοτούμενου Τέρατος της Kawasaki. Φυσικά αυτή ήταν μόνο η αρχή, αφού λίγους μήνες αργότερα οδηγήσαμε την έκδοση δρόμου (H2) στο μυθικό Nurburgring της Γερμανίας και αναστατώσαμε με την ελεύθερη εξάτμιση του H2R την πίστα των Σερρών, μαζί με τα Yamaha R1M και BMW S1000RR στο συγκριτικό Superbike Dreams, το video του οποίου ξεπέρασε σε χρόνο ρεκόρ τις 230.000 προβολές!   

 

Ας θυμηθούμε λοιπόν την πρώτη μας εμπειρία με το H2R και μία από τις πρώτες ανεξάρτητες δοκιμές και μετρήσεις του στον κόσμο:

Ταχύτητα διαφυγής!

του Θάνου Αμβροσιάδη-Φελούκα

Όταν το H2R επιταχύνει, νομίζεις ότι τα έχει βάλει με την βαρύτητα την ίδια και προσπαθεί να διαφύγει. Ένας πύραυλος κανονικός στην ευθεία, που στο τέλος της φρενάρει και μεταμορφώνεται ξανά σε μοτοσυκλέτα, να την οδηγείς φυσιολογικά και να απορείς, που βρίσκονται τα όρια της φυσικής και της μηχανικής! 

Στα χίλια εκατό μέτρα περίπου έχουμε τοποθετήσει τις κορύνες, ενώ λίγο πιο κάτω στα αριστερά και πιο μέσα βρίσκεται μια μικρή, κόκκινη εξέδρα με φώτα, που βοηθά το μάτι να οριοθετήσει την πίστα του διαδρόμου. Έχουμε υπολογίσει ότι αν περάσω και τις κορύνες και δεν έχω ξεκινήσει να φρενάρω στο ύψος της εξέδρας, τότε στα επόμενα δέκατα έχω περάσει τον διάδρομο, τον περιφερειακό δρόμο της κάτω πύλης, και έχω ανοίξει τρύπα στην εξωτερική περίφραξη φεύγοντας από το Τατόι…

Έχουμε μόλις ολοκληρώσει την φωτογράφηση, αλλά ο Θανάσης, ο φωτογράφος μας, βρίσκεται ακόμα μέσα στον διάδρομο, στο κέντρο της πίστας, και περιμένει να περάσω από δίπλα του για τις ανάγκες του video πριν αρχίσουμε τις πιο γρήγορες διελεύσεις. Άντεξε στις δύο πρώτες, και μετά άφησε την κάμερα στον τρίποδα και έφυγε μακριά. Δεν περνούσα με τέρμα γκάζι, μπας και κρατηθεί στη ζωή το πίσω λάστιχο μέχρι να τοποθετήσουμε και το GPS, όμως το H2R είναι τρεις φορές πιο εντυπωσιακό "απ’ έξω", απ’ ότι όταν το οδηγείς. Κι αν περνά στο ένα μέτρο μακριά σου με το κοντέρ πάνω από τα τριακόσια, τότε ξεφεύγει από την απλή εντύπωση και καταλήγει στον τρόμο. Αν το καλοσκεφτείς, ο φωτογράφος ήταν ο πιο γενναίος απ’ όλους μας. Ευτυχώς που το κάναμε έτσι όμως, γιατί οι δοκιμές αυτές αποτύπωσαν καλύτερα τα σημεία για τα φρένα, καθώς στα 330 του κοντέρ, ίσα που αντιλαμβάνεσαι τις κορύνες και το τέλος του διαδρόμου πλησιάζει με ταχύτητα που ο εγκέφαλός σου δεν έχει συνηθίσει. Ή έχεις αποφασίσει από πριν, ή είναι πολύ αργά για οποιαδήποτε απόφαση!

Δείτε το video από την πρώτη μας δοκιμή στο Τατόι:

 

Διαπιστευμένοι για απογείωση!

Το H2R είναι ήδη το πιο γρήγορο όχημα, ιπτάμενο και μη, που έχει περάσει από αυτό τον ιστορικό διάδρομο, και έχει ακόμα πολύ παραπάνω γκάζι να μας δώσει! Είναι η στιγμή που περίμενα πολλές μέρες, και για να έρθει έγινε ένας μακρύς σχεδιασμός και "σλάλομ" σε αποφάσεις και ανθρώπους, μέχρι να μας δοθεί το τελικό ΟΚ να την οδηγήσουμε. Φέραμε τον κόσμο πάνω-κάτω, και τελικώς τα καταφέραμε με την βοήθεια πολλών, της TEOMOTO καταρχήν, αλλά και της αεροπορίας στο τέλος, που συνέπτυξε την γραφειοκρατία ενός μήνα σε διάστημα λίγων ημερών, ώστε να βρεθούμε στον διάδρομο που λειτουργεί από το 1918, μ’ ένα από τα ελάχιστα H2R που υπάρχουν διαθέσιμα! Τελειώνοντας με την χαρτούρα των συμβολαίων με την μονάδα, τσεκάρουμε και τις λάμπες του αεροδιαδρόμου, συστήνοντας επιτροπή (καθόλου αστεία πράματα) που θα υπογράψει ότι στο τέλος είναι όλα ΟΚ. Μία να σπάσουμε το έχουμε χάσει το μηνιάτικο, ακριβές τις έχουν. Κατεβάζοντας το H2R από το van της Kawasaki, μαζεύεται και κόσμος από την μονάδα, να θαυμάσει την μοτοσυκλέτα που μάλλον θα γίνει το πιο γρήγορο όχημα που πέρασε ποτέ από εκεί. Υπάρχει και κάποιος που ήταν αδειούχος, αλλά επέστρεψε για το θέαμα, οπότε το εγχείρημά μας θα έχει και θεατές. Γεμίζουμε το ρεζερβουάρ και βγάζουμε τις ζυγαριές του περιοδικού, στο πιο παράδοξο σημείο που έχουμε ζυγίσει ποτέ μοτοσυκλέτα. Πίσω από τα φώτα διαδρόμου! Η διατροφή πλούσια σε carbon που έχει ακολουθήσει το H2R έχει βοηθήσει πολύ το συνολικό βάρος, που γεμάτο ανέρχεται στα 213 κιλά. Είναι ένα πολύ καλό νούμερο.   

Όλες αυτές τις μέρες έχω δει πώς συμπεριφέρεται στο δυναμόμετρο (στην περιπέτεια που διαβάζετε πιο κάτω) και πόσο εύκολο είναι να το μανουβράρεις και να το οδηγήσεις με χαμηλές ταχύτητες. Σαν μια κανονική μοτοσυκλέτα, σαν να έχει εκατόν πενήντα άλογα λιγότερα, και ατμοσφαιρικά μάλιστα. Έχω δει στο κλείσιμο του γκαζιού από τις υψηλές στροφές το ρεζερβουάρ να τραντάζεται, και στις χαμηλές να γίνεται αισθητή η περιστροφή του κομπρέσορα από τους κραδασμούς, ενώ περιμένοντας να τελειώσει η φωτογράφιση, το ακούω να ξεφυσά στο κλείσιμο του γκαζιού και να ουρλιάζει στο άνοιγμα. Οπότε μόλις βρέθηκα στη σέλα του, περίμενα να ανοίξω το γκάζι και να ζήσω μια τρέλα, μια παράνοια φτιαγμένη για τους "ευθειάκηδες", κι ας έχουμε πει ένα εκατομμύριο φορές ότι αυτή η μοτοσυκλέτα δεν είναι dragster, αλλά σχεδιασμένη για να την χαίρεσαι σε πίστα, φυσικά όμως εκτός αγώνων. Τίποτα από όλα τα παραπάνω αυτά δεν εμφανίζονται όταν την οδηγείς! Αυτή η μοτοσυκλέτα μεταμορφώνεται όταν κυλούν οι ρόδες της! Δεμένη σε δυναμόμετρο είναι ένα φυλακισμένο αγρίμι, που λυσσά και ξερνά φλόγες, απειλώντας να σε κατασπαράξει μόλις την αφήσεις ελεύθερη. Στην στατική παρουσίασή της, όταν καλέσαμε τον κόσμο, άνοιξαν μύτες και έσπασαν τύμπανα μόλις ανέβασε στροφές. Ξεκινώντας όμως δεν συμβαίνει τίποτα το τρομακτικό, ακόμα και όταν την γκαζώσεις! Μόλις βέβαια κουμπώσει η τρίτη και αποσύρεται από την ενεργό δράση το launch control, το θηρίο σου δείχνει τι κρύβει μέσα του! Ένα κύμα δύναμης, όχι, ένα τσουνάμι ροπής, σε χτυπά με την μορφή του πίσω τροχού, και εκτοξεύεσαι εμπρός με τα ηλεκτρονικά να συγκρατούν με κόπο τον εμπρός τροχό στο έδαφος. Τετάρτη σε πέμπτη αλλάζεις σχεδόν ταυτόχρονα, η καταιγιστική δύναμη φέρνει αυτές τις δύο πολύ κοντά μεταξύ τους, κι όταν γεμίσεις την πέμπτη έχεις ήδη τριακόσια πραγματικά χιλιόμετρα αλλά οι κορύνες που είναι το πρώτο σημάδι έχουν αρχίσει ήδη να φαίνονται. Καθώς κουμπώνεις την έκτη, νιώθεις το σώμα σου να κολλά στο ρεζερβουάρ, με τον αέρα να σε πιέζει δυνατά προς τα κάτω, έτσι και κάνεις το λάθος να σηκώσεις κεφάλι, θα γίνεις η επόμενη συνέχεια στην ταινία του ακέφαλου καβαλάρη…

Τέζα στο Τατόι!

Μία – δύο δοκιμαστικές εκκινήσεις, και ήδη έχουμε πιάσει την μεγαλύτερη τελική που έχουμε δει στο περιοδικό, αλλά σε πολύ μικρότερη απόσταση. Δεν είναι εύκολο να βρεις το ιδανικό του, και το Τατόι δεν είναι η πιο επίπεδη ευθεία που υπάρχει. Οι ανωμαλίες της πίστας είναι πρακτικά μηδενικές για τα εκπαιδευτικά διπλάνα (ναι υπάρχουν ακόμα), τα Pezetel και τα αεροσκάφη των αερολεσχών, όμως όλα αυτά προσγειώνονται και απογειώνονται με ταχύτητα μικρότερη από εκείνη που έχει το H2R με πρώτη! Στα τριακόσια οι ανωμαλίες αποκτούν άλλη βαρύτητα. Επίσης στην τρίτη ή την τέταρτη εκκίνηση, το launch control μπερδεύτηκε, άφησε τις στροφές να ανέβουν στις 6.000, τις έκοψε όπως έπρεπε να κάνει και πάνω που έπιασα τη μανέτα του συμπλέκτη να αλλάξω σε δευτέρα, πριν ακόμα κόψω το γκάζι, σ’ εκείνο το μικρό-δευτερόλεπτο, τις άφησε να ανέβουν στις 8.000 μπορεί και παραπάνω. Δεν θυμάμαι. Το μόνο που δεν θα ξεχάσω ήταν η αμεσότερη σούζα που έχω κάνει ποτέ! Εκεί που έβλεπα την ευθεία να "διαλύεται" στο βάθος, από την παραμόρφωση της μακρινής εστίασης των ματιών, ξαφνικά ήμουν όρθιος, κάθετα, αντικρίζοντας τον αττικό ουρανό! Ένα χιλιοστό του δευτερολέπτου ακόμα και θα είχα γεμίσει τον διάδρομο με βίδες και κάρβουνα, αξίας 55.000 ευρώ, έκοψα - πάτησα πίσω φρένο – προσευχήθηκα, όλα ταυτόχρονα, και το H2R προσγειώθηκε. Επέστρεψα πίσω στην αρχή της ευθείας και έσβησα, πρώτα για να επιστρέψει η ψυχή μου στο σώμα, και μετά για να τσεκάρω και το πίσω ελαστικό, με την ευκαιρία. Έχει αρχίσει να δείχνει σημάδια κόπωσης, και πρέπει να το βλέπω συνέχεια, γιατί έτσι και χάσει αέρα όταν θα έχω έκτη, την απογείωση δεν την γλιτώνουμε, όπως και τον κρατήρα αμέσως μετά.

TRACK DAY DREAMS: Στις Σέρρες με BMW S1000RR - Yamaha R1M - Kawasaki H2R: Το VIDEO!

 Ήταν όμως το πρώτο και τελευταίο παρατράγουδο. Ξεκινάω τριακόσια – τετρακόσια μέτρα από την φυσική αρχή του διαδρόμου, γιατί εκεί είναι σχεδόν χωματόδρομος, απάτητο σημείο για χρόνια, και στήνομαι στα πρώτα σημάδια που αφήνουν τα ελαστικά των αεροπλάνων όταν προσγειώνονται. Πρώτη, δευτέρα και τρίτη, σαν να έχει τα μισά άλογα, γιατί το launch control δεν αφήνει άλλα περιθώρια, ευτυχώς! Αλλαγή σε τετάρτη και έρχεται η σούζα, έχω πάνω από 250, και δεν προσέχω άλλο τα όργανα. Προσπαθεί ο νους ν’ αντιληφθεί την επιτάχυνση, αλλά δεν υπάρχει μέτρο σύγκρισης και ας έχω μπει πιτσιρικάς σε μαχητικό αεροσκάφος, με το εφηβικό μυαλό που όλα τα φουσκώνει. Πέμπτη σχέση και επιταχύνω πιο γρήγορα από κάθε άλλη φορά, ο εμπρός τροχός πατά γερά και το H2R είναι απόλυτα στιβαρό και ασφαλές! Τι έχουν φτιάξει οι άνθρωποι; Έκτη και περνάω το σημείο των φρένων πριν καταλάβω τι γίνεται. Τα τελευταία μέτρα του διαδρόμου είναι μη εκμεταλλεύσιμα, καθώς έχουν την ίδια ποσότητα πέτρας με την αρχή, κι αρχίζω να νιώθω εγκλωβισμένος εκεί μέσα με το " γιαπωνέζικο μαχητικό "! Θέλουμε έναν πιο μακρύ διάδρομο, ή έστω τον ίδιο αλλά καθαρό από άκρη σε άκρη και πλήρως εκμεταλλεύσιμο. Ωστώσο δεν χωρούν γκρίνιες ζούμε κάτι πέρα από το όνειρο, με την δυνατότερη μοτοσυκλέτα παραγωγής!

Απίστευτα σταθερό – απίστευτα γρήγορο!

Αναστροφή και είναι σαν να πέφτει χαλάζι, καθώς ο πίσω τροχός σηκώνει ότι βρει κάτω, τα πετά ψηλά στον αέρα, και ο καιρός ραντίζει πετραδάκια, που βρίσκουμε αργότερα μέσα στην "εγκιβωτισμένη" σέλα. Σλάλομ στις διαχωριστικές για παιχνίδι και σταματάω δίπλα στους υπόλοιπους, ν’ αφήσουμε το ελαστικό να πάρει λίγο αέρα. Ο Βασίλης μετρά θερμοκρασία με θερμόμετρο υπερύθρων: Ενενήντα βαθμοί Κελσίου και έχει περάσει και λίγη ώρα, μέχρι να βγάλω κράνος. Είναι πολύ μακριά από το όριό του, όμως το πιέζουμε πολύ, και είναι ελαστικό σλικ για να στρίβεις και όχι για ευθείες. Έχει αρχίσει ήδη το πέλμα να παρουσιάζει χαραγματιές, ενώ κι ο χρόνος μας τελειώνει. Από πάνω μας κάνει κύκλους ένα αεροπλάνο της αερολέσχης που έχει ζητήσει να προσγειωθεί, και ο πύργος ελέγχου μας προειδοποιεί ότι μπορεί να το κρατήσει άλλη μισή ώρα μόνο, μετά τελειώνουν τα καύσιμα και πρέπει να παραχωρήσουμε τον διάδρομο ή να προσγειωθεί στο κεφάλι μας. Άλλωστε εμάς περιμένουν κι άλλοι για να απογειωθούν, ωστόσο μισή ώρα είναι υπεραρκετή, καθώς το ελαστικό δεν πρόκειται να αντέξει τόσο πολύ.

Ξανά στην εκκίνηση, πρώτη, δευτέρα – τρίτη, σαν πύραυλος στο Χιούστον που σηκώνεται αργά, αλλά νιώθεις από την εικόνα την τεράστια έκλυση ενέργειας, και ξαφνικά τα πάντα πηγαίνουν πιο γρήγορα. Το H2R εκτοξεύεται εμπρός, ελαφρώς ανηφορικά καθώς ο εμπρός δεν πατά καθόλου, πίεση στη μανέτα που θέλει λίγο παραπάνω δύναμη και αλλαγή σε τετάρτη με τον βαρύ λεβιέ που είναι τοποθετημένος λίγο πιο μέσα και αναγκάζει το πόδι να στρίβει, αλλά δεν υπάρχει χρόνος για τέτοιου είδους ρυθμίσεις. Όλα αυτά στιγμιαία: Επιστροφή στο γκάζι και πλέον το H2R γίνεται Star Trek και εγώ ο κυβερνήτης του που δίνω την εντολή για warp speed! Η κατασκευή της σέλας με κρατά εγκλωβισμένο χωρίς να χρειάζεται να σφίγγομαι. Με την σταθερότητα που έχει το H2R, παρόλο που ο εμπρός τροχός φλερτάρει με τις σούζες, βλέπω τα πάντα να φεύγουν προς τα πίσω πολύ πιο γρήγορα από το συνηθισμένο, αλλά με αίσθηση αντίστοιχη λιγότερων χιλιομέτρων. Η ροπή είναι σαν να έχεις στο κιβώτιο μικρότερη σχέση, δεν συγκρίνεται με τίποτα άλλο. Η επιτάχυνση με τετάρτη είναι πιο άμεση σε απευθείας αντιστοιχία με δευτέρα, σε άλλες μοτοσυκλέτες που προσπαθώ να φέρω στο μυαλό μου, και μόνο το μάτι μπορεί να αντιληφθεί την πραγματική ταχύτητα. Βάζοντας πέμπτη καταλαβαίνεις αμέσως ότι το H2R δεν είναι απλά μια μοτοσυκλέτα επίδειξης και ανάδειξης κύρους για την Kawasaki, βέβαια αυτό τον σκοπό επιτελεί - κακά τα ψέματα, όμως είναι φτιαγμένο για να το οδηγείς, κι ανάθεμά με έχουν κάνει άψογη δουλειά οι άτιμοι οι Γιαπωνέζοι! Αλλαγή σε έκτη, το κοντέρ δείχνει νούμερα εξωπραγματικά σε μια γρήγορη ματιά, και το βλέμμα σηκώνεται και πάλι να δει τα σημάδια, ίσα που έχω περάσει την εξέδρα, το τελικό σύνορο. Φρένα και το θηρίο εκτονώνεται και βρυχάται, όσο κρατάς το γκάζι κλειστό. Καταιγιστική είναι και η επιβράδυνση, από τα 320 πραγματικά στα 260 μέσα σε 150 μέτρα (πάνω σε πετραδάκια και ανωμαλίες του διαδρόμου) αλλά τα φρένα έχουν ήδη επιβαρυνθεί και από εκεί και πέρα ο ρυθμός δεν συνεχίζει το ίδιο παρόλο που ο διάδρομος είναι συγκεκριμένος και τελειώνει. Στο αποτύπωμα του GPS στο χάρτη, φαίνονται ξεκάθαρα οι αναστροφές, εκτός από μία που βγαίνει μακριά, σχεδόν εκατό μέτρα από τις άλλες, βαθιά στο ακάθαρτο τελείωμα. Κίνδυνος δεν υπήρξε, αλλά όταν έχεις συνηθίσει να φρενάρεις σ’ ένα σημείο και το περάσεις, χωρίς να σε υπακούν τα φρένα, η καρδιά σου βαράει συναγερμό και θέλει να ανοίξει τρύπα στο στήθος και να δραπετεύσει… Ορισμένες ακόμα επιταχύνσεις και το H2R έχει διαλύσει το πίσω λάστιχο, ενώ το επόμενο πρωί θα πρέπει να ταξιδέψει, μάλλον για Ισπανία. Τα καύσιμα του αεροπλάνου τελειώνουν και όλα συνηγορούν να έρθει το τέλος της πρώτης αυτής δοκιμής. Κι όμως, εκείνη τη στιγμή ένα πράγμα μας λείπει, μια πινακίδα και μια άδεια! Να ήταν νόμιμο να το βγάλεις στο δρόμο και δεν χρειάζεται τίποτα άλλο, αυτή η μοτοσυκλέτα είναι ικανή να κάνει τα πάντα! Αλλά η επιστροφή γίνεται με Crosstourer και είναι τόσο απότομη η προσγείωση που σχεδόν απογοητεύομαι. Μου πήρε πολλή ώρα να συνηθίσω την επιτάχυνση του V4 με την άφθονη ροπή… Τα πάντα κυλούσαν πολύ πιο αργά, βασανιστικά αργά. Το H2R άλλαξε για πάντα τα δεδομένα μας.

Τέζα στο Τατόι

του Βασίλη Καραχάλιου

Μπροστά μου ο διάδρομος του Τατοΐου. Ξεκινάω, πρώτη, δευτέρα, τρίτη και τίποτα δραματικό δεν έχει συμβεί ακόμα, αν δεν υπολογίσεις βέβαια πως το πράμα αυτό επιταχύνει κολασμένα. Κι εκεί που γεμίζει η τρίτη, και τα χιλιόμετρα είναι πάνω από 200, σουζάρει και κρατάει τον τροχό του ψηλά ως τον κόφτη στα 230 χιλιόμετρα, αλλάζω σε τετάρτη, και δεν μπορεί, μα δεν καταλαβαίνει πως με τετάρτη θα έπρεπε να μειωθεί ο ρυθμός της επιτάχυνσης; Σφεντονίζεται προς τον ορίζοντα, και μόλις περνάει τα 250...  ξανασουζάρει, ευτυχώς τα ηλεκτρονικά κρατάνε μακριά το καπάκι, 270+ πια, ο κόφτης κατεβάζει τον τροχό, πέμπτη και πάνω από 300, έκτη και προλαβαίνω να δω μόνο τα δύο πρώτα ψηφία του κοντέρ, 33..., ο διάδρομος τελειώνει, φρένααα!!! Δεν μπορεί, είναι βλαμένο αυτό το μηχανάκι, βάζεις έκτη και νομίζει πως έχει τρίτη...

Μακριά από το Τατόι, στο Ολυμπιακό χωριό, ένας φίλος, χωρίς να ξέρει τι γίνεται, απορούσε. "Άκουγα ένα θρήνο, ένα ουρλιαχτό, και δεν μπορούσα να καταλάβω ούτε τι είναι, ούτε που είναι". Μέσα στο Τατόι, ο διοικητής με τον υποδιοικητή και άλλα στελέχη (όλοι μοτοσυκλετιστές φυσικά!), βρίσκονται στο συνδετικό διάδρομο, λίγο πριν τα σημάδια για τα φρένα που έχουμε βάλει, αφού πρώτα τους διαβεβαιώσαμε πως δεν θα χρειαστεί να τοποθετήσουν δίχτυα απ’ αυτά που πιάνουν τα αεροπλάνα στο τέλος του διαδρόμου, όπως αστειευόμενοι (;) μας ρώτησαν. Με το αίμα μου πλημμυρισμένο νορεπινεφρίνη, βγαίνω και παραδίδω το H2R στον Φελούκα, για να παρακολουθήσω απ’ έξω πια, τι έκανα τόση ώρα. Φυσάει ένας ελαφρύς νοτιάς, κόντρα, κι όταν ξεκινάει από το πάνω μέρος του διαδρόμου ίσα που τον διακρίνουμε, κι ακούγεται ν’ αλλάζει ταχύτητες πολύ νωρίς, αλλά όσο πλησιάζει τόσο ο ήχος αλλάζει, λες και με κάθε αλλαγή ο κόφτης ανεβαίνει ψηλότερα... Περίεργο.

Μόνο όταν φτάνει στο ύψος μας και περνάει, με πολλά πάνω από 300, καταλαβαίνουμε πόσο γρήγορα πάει, ειδικά όταν μας χτυπάει πια κατάστηθα το ωστικό κύμα από την ελεύθερη εξάτμιση με τα 130 ντεσιμπέλ.

 Τότε είναι που μένεις με το στόμα ανοιχτό και ψελλίζεις κάποιο σχόλιο που αδυνατεί φυσικά να περιγράψει το δράμα που εκτυλίσσεται μπροστά σου. Το ίδιο φαινόμενο, που σε κάνει να νομίζεις πως όσο η μοτοσυκλέτα είναι πολύ μακριά οι πρώτες αλλαγές ταχυτήτων γίνονται σε χαμηλές στροφές, αποτυπώθηκε και στα video που γυρίσαμε, κι έχει εξηγηθεί από τον Christian Doppler το 1842, όταν δεν υπήρχε καν η σκέψη για όχημα που μπορεί να κινηθεί με τέτοιες ταχύτητες. Η μοτοσυκλέτα επιταχύνει τόσο γρήγορα, ξεκινώντας από 1.300 μέτρα μακριά, ώστε η συχνότητα του ήχου αυξάνεται όσο πλησιάζει στους παρατηρητές (ή στην κάμερα), κάνοντάς τους να νομίζουν πως οι πρώτες αλλαγές που έγιναν μακριά έγιναν και χαλαρά, μπουου, μπουου, μπουου... Καλά, εντάξει, καμία σχέση με την πραγματικότητα.

Το Launch Control Mode, το σύστημα υποβοήθησης εκκίνησης, κρατάει τις στροφές έως τις 6.500 για να ξεκινήσεις από στάση, κι από κει και πέρα αφήνει τον κινητήρα να αποδώσει μόνο τόση ροπή όση μπορεί να αντέξει η διαθέσιμη πρόσφυση, χωρίς να έρθεις καπάκι, τι καπάκι, οχτακόσιες κολοτούμπες θα κάνεις χωρίς αυτό. Το σύστημα συνεχίζει να δουλεύει μέχρι να αλλάξεις σε τρίτη ή να ξεπεράσεις τα 150 km/h, γι΄αυτό και μετά αρχίζουν τα πανηγύρια και οι σούζες στα 250...

Αλλά βιαζόμαστε. Μέχρι να φτάσουμε να οδηγούμε την πιο δυνατή μοτοσυκλέτα παραγωγής που έχει βγει ποτέ, προηγήθηκε η πρωτοβουλία της TEOMOTO, αντιπροσωπείας της Kawasaki στην Ελλάδα, να φέρει το H2R αποκλειστικά για να την δυναμομετρήσει το ΜΟΤΟ. Το πως φτάσαμε να την οδηγούμε στο ιστορικό για την ελληνική μοτοσυκλέτα Τατόι, το έχετε ήδη διαβάσει... δείτε τώρα πώς εξελίχθηκε η ιστορία στο δυναμόμετρο: 

 

Ninja H2R στο δυναμόμετρο

Θρίλερ με δράκους

 

Πόσα άλογα βγάζει το Η2R; Mέχρι να έρθει στην Ελλάδα και να το βάλουμε στο δυναμόμετρο, δεν ξέραμε. Το μεγαλύτερο περιοδικό της Αμερικής, το Cycle World, είχε δημοσιεύσει βιντεάκι από δυναμομέτρηση, χωρίς να δημοσιεύσει ούτε διάγραμμα ούτε στροφές ούτε τίποτα, και δήλωνε "297 ΗP στον τροχό". Η ίδια η Kawasaki δηλώνει 310ΗΡ/14.000 σε στάση και 326ΗΡ/14.000 με το Ram Air (όταν η μοτοσυκλέτα κινείται κοντά στην τελική της και το αποτέλεσμα της υπερπλήρωσης λόγω Ram Air είναι μέγιστο). Για το "απλό" Η2 ανακοινώνει 200 και 210 ίππους αντίστοιχα, στις 11.000 στροφές, και η έρευνα που κάναμε ανάμεσα στους Αμερικανούς βελτιωτές που ήδη έχουν περιποιηθεί το Η2 έδωσε αποτελέσματα ανάμεσα στα 198 και 204 ίππους στον τροχό (για τις νορμάλ μοτοσυκλέτες), οπότε το Η2 βγάζει όσα υπόσχεται. Από τις 11.000 της μέγιστης ισχύος του Η2 ως τις 14.000 του Η2R, μεσολαβούν τρεις χιλιάδες πολύ χρήσιμες στροφές, και με την υπερπλήρωση του κομπρέσορα που στις στροφές της μέγιστης ισχύος γυρίζει σχεδόν με 140.000 στροφές, οι προσδοκίες ήταν υψηλές.

Η πρώτη απόπειρα, στο δυναμόμετρο του Άκη Γεωργόπουλου όπου δυναμομετρούμε όλες μας τις μοτοσυκλέτες, αποδείχτηκε άκαρπη για τα υψηλότερα νούμερα που θα θέλαμε. Για αυτό και επιστρατεύσαμε την DNA Filters και την κατάσταση ήρθε να σώσει ο Ντίνος Νικολαΐδης, που ήταν και ο πρώτος που έφερε δυναμόμετρο στην Ελλάδα και όπου δυναμομετρούσαμε για πολλά χρόνια. Φυσικά, για την εξέλιξη των φίλτρων που κατασκευάζει στην Ελλάδα και πουλάει σε όλο τον κόσμο, συνεχίζει να έχει την τελευταία λέξη της τεχνολογίας στα δυναμόμετρα Dynojet. . 

Τον θάλαμο του δυναμόμετρου τον βλέπετε στις φωτογραφίες: Στ’ αριστερά, η παροχή αέρα για την ψύξη της μοτοσυκλέτας, από πάνω της υπολογιστές και οθόνες. Στο πάτωμα, εγκιβωτισμένο, το τύμπανο και η βάση του δυναμόμετρου. Εκεί δένεται η μοτοσυκλέτα (και στην περίπτωση του Η2R, ΠΟΛΥ ΚΑΛΑ) έτσι ώστε και να μην εκτοξευτεί τρυπώντας τοίχους αλλά και να μην σπινάρει το λάστιχο στο τύμπανο, κάτι που φαίνεται βέβαια αμέσως στο διάγραμμα. Δεξιά, οι σωλήνες απαγωγής των καυσαερίων.

Η διαδικασία είναι σχετικά απλή: Η μοτοσυκλέτα ζεσταίνεται, γίνονται μια-δυό δοκιμαστικές για να εξασφαλιστεί πως οι στροφές του κινητήρα καταγράφονται σωστά και πως δεν υπάρχει κάποιο πρόβλημα για την μέτρηση, και μετά ανοίγεται τέρμα το γκάζι (με τετάρτη αρχικά, κι έπειτα με πέμπτη ή και έκτη) από όσο πιο χαμηλές στροφές μπορεί να σηκώσει ο κινητήρας, και μένει εκεί μέχρι τον κόφτη. Το H2R σηκώνει τέρμα γκάζι από εκπληκτικά χαμηλές στροφές, μόλις πάνω από χίλιες! Το τι γίνεται από κει και πέρα όμως, είναι άλλο θέμα, και στην περίπτωσή μας περιγράφεται επακριβώς ως ο κακός χαμός. Μέσα στην καμπίνα, ακόμα και με ειδικά προστατευτικά για τα αφτιά, δέχεσαι μια τρομακτική ηχητική επίθεση, που σε κάνει να μορφάζεις και να πιέζεις ακόμα περισσότερο τα προστατευτικά στα αφτιά σου, καθώς σου φαίνεται απίστευτο να υπάρχει τόση ενέργεια, ακριβώς δίπλα σου. Τότε συνειδητοποιείς πως μέσα στον κινητήρα γίνεται πραγματική κόλαση, οι στροφές ανεβαίνουν, ανεβαίνουν, ανεβαίνουν, με την ελεύθερη εξάτμιση να βγάζει όλο και πιο οξύ ήχο μέχρι το κακάρισμα του κόφτη στις 14.100... Με το κλείσιμο του γκαζιού βγαίνει μια απίστευτη γαλάζια φλόγα από το τελικό, ενώ στις ταινίες έχουμε συνηθίσει οι δράκοι να βγάζουν κιτρινοκόκκινες φλόγες... Δεν υπάρχει εδώ η συνηθισμένη μυρωδιά καυσαερίων που έχουμε συνηθίσει σε άλλες μοτοσυκλέτες. Το "πράμα" είναι φτωχό από μίγμα, κάτι που η καυσανάλυση επιβεβαιώνει.

Πρώτη δυναμομέτρηση και ο σπιράλ σωλήνας απαγωγής καυσαερίων που είχε αντέξει εκατοντάδες άλλες δυναμομετρήσεις, απλά εξαϋλώνεται! Έμεινε μόνο το σύρμα...

 

Αλλαγή σωλήνα και πάμε πάλι. Όποιος στέκεται έξω από τον θάλαμο πρέπει να σπρώχνει τις διπλές πόρτες για να μην ανοίξουν, τέτοια είναι η πίεση εκεί μέσα, το Η2R τις τραντάζει δυνατά, λες και είναι ο δράκος Smaug που την πέφτει στις πύλες του Erebor, του βασιλείου των νάνων...

Το αποτέλεσμα; 255,5 ίπποι στις 11.800 στροφές, και 15,5 kgm ροπής. Είναι ό,τι πιο δυνατό  (παραγωγής) έχουμε ποτέ δυναμομετρήσει! Είναι όμως και μακριά από την ιπποδύναμη που δηλώνει η Kawasaki, σε αρκετά χαμηλότερες στροφές. Από κει και πάνω, κρεμάει, κι ενώ αν επιμείνεις στο γκάζι συνεχίζει να ανεβάζει στροφές μέχρι τον κόφτη στις 14.100, δεν παράγει περισσότερη ισχύ. Η Kawasaki, σε ένα απλό διάγραμμα που έχει δώσει στην δημοσιότητα, δείχνει μια "καμπύλη" απόδοσης που είναι σχεδόν ευθεία ως την μέγιστη ισχύ στις 14.000. To δικό μας H2R κρεμάει μετά τις 12.000. Τι γίνεται εδώ; Γιατί συμβαίνει αυτό; Κάτι δεν πάει καλά ή τόσους ίππους βγάζουν τα H2R στατικά, στο δυναμόμετρο; Όπως φαίνεται, ήμασταν οι πρώτοι στον κόσμο που θα το μαθαίναμε. Αρχίζω τα τηλέφωνα, και με την βοήθεια της ΤΕΟΜΟΤΟ φτάνω στον Daniel Jackson, τεχνικό guru της Kawasaki Europe, με έδρα την Αγγλία. Του περιγράφω τα αποτελέσματα, του λέω πως κρεμάει μετά τις δώδεκα και κάτι και δεν συνεχίζει απτόητο ως τον κόφτη όπως δείχνει το διάγραμμα της ίδιας της Kawasaki, του μεταφέρω την υποψία μου πως αυτή η μοτοσυκλέτα μπορεί και να είναι ρυθμισμένη διαφορετικά αφού μέχρι τώρα έχει πρωταγωνιστήσει σε διάφορες εκθέσεις ανά την Ευρώπη όπου την γκάζωναν στατικά για να συγκλονίζεται το κοινό από τον τρομερό ήχο και τις γαλάζιες φλόγες (και για αυτή τη χρήση δεν είχε καμία σημασία η μέγιστη ισχύς, και μπορεί να την είχαν περιορίσει με άλλη χαρτογράφηση). Πάνω στην κουβέντα, κι αφού μου εξηγεί πως κανείς δεν έχει παρέμβει στην χαρτογράφηση, πετάει την βόμβα: "Φυσικά, χρησιμοποιείτε αγωνιστικό καύσιμο, υποθέτω". Κόκαλο εγώ. "Μα αφού στο manual αναφέρει χρήση βενζίνης τουλάχιστον 95 οκτανίων, κι εμείς βάλαμε μια καλή κατοστάρα". "No, no, you need race fuel for dyno testing..." Άντε τώρα να του εξηγήσεις πως είναι Παρασκευή απόγευμα, βρίσκεσαι σε ένα υπόγειο στην βιομηχανική περιοχή της Ελευσίνας, και πως στην Ελλάδα δεν είναι και τόσο εύκολο να βρεις ένα βαρελάκι αγωνιστικό καύσιμο στα μαγαζιά, ειδικά μάλιστα όταν αυτά έχουν κλείσει. Στην Ελλάδα όμως όλα γίνονται, με λίγη βοήθεια από τους φίλους. Κι ένας φίλος του Μάριου Νικολαΐδη έτυχε να έχει αυτό που χρειαζόμασταν, κι ήταν διατεθειμένος να μας το δώσει!

 Σε λιγότερο από μισή ώρα, είχαμε στα χέρια μας ένα βαρελάκι VP Racing Fuel MS109, που σε άπταιστα αμερικάνικα έγραφε απέξω "makinpower!". Αυτό θέλουμε κι εμείς.

 

Φυσικά, απ’ έξω έγραφε και πως αυτό που έχει μέσα δεν πρέπει να το δεις, να το αναπνεύσεις, να το αγγίξεις και γενικώς πως θα σε στείλει αδιάβαστο αν έχεις πολλές παρτίδες μαζί του, άσε που πρέπει να το αδειάσεις μετά από το κύκλωμα τροφοδοσίας για να μη στο λιώσει! Για να ανεφοδιάσουμε το H2R με το νέο μας αθώο καύσιμο, χρειαζόταν να βγάλουμε το ρεζερβουάρ για να το αδειάσουμε από το παλιό. Έτσι, γίναμε οι πρώτοι άνθρωποι, μηχανικοί (δημοσιογράφοι, σίγουρα!), πείτε το όπως θέλετε, εκτός των μηχανικών της Kawasaki Japan, USA και Europe που θα λύναμε H2R. Για να βγει το ρεζερβουάρ χρειάζεται μια αρκετά μεγάλη διαδικασία, αλλά ευτυχώς υπήρχαν ήδη τα owner’s manual του H2R αλλά και το service manual του Η2. Ευλαβικά, ξεβιδώναμε βίδα βίδα τα ανθρακονημάτινα φυσικά χειροποίητα κομμάτια του φαίρινγκ (έλειπαν και δύο βίδες), αποκαλύπτοντας ό,τι υπήρχε από κάτω τους, και που άνθρωπος εκτός Kawasaki δεν είχε δει. Το H2R με αριθμό πλαισίου Α000023, το εικοστό τρίτο που φτιάχτηκε, ήταν σαφώς μοντέλο προπαραγωγής, από αυτά που έφτιαξε δηλαδή η Kawasaki για τις δικές της ανάγκες και χρήση, που χρησιμεύουν εκτός των άλλων και για την τελειοποίηση της διαδικασίας παραγωγής, πριν φτιαχτούν τα μηχανάκια που θα πωληθούν. Εδώ δεν μιλάμε για γραμμή παραγωγής, αλλά για ελάχιστους εξειδικευμένους ανθρώπους που συναρμολογούν ξεχωριστά την κάθε μοτοσυκλέτα. Και φαίνεται πως όταν φτιάχτηκε "η δική μας", η διαδικασία παραγωγής του carbon αεραγωγού από την εισαγωγή και το φίλτρο προς τον κομπρέσορα, δεν είχε τελειοποιηθεί ακόμα, τουλάχιστον όσο θα ήθελαν οι τελειομανείς Ιάπωνες

Υπήρχαν μικρές χαρτοταινίες με ιδεογράμματα, που όταν τις διάβασε ένας ακόμα φίλος, μάθαμε πως έλεγαν "μαύρο σημείο", εννοώντας πως σε κείνο το σημείο το φύλλο του ανθρακονήματος είχε κάνει μια μικρή λακουβίτσα που την γέμισε μετά η ρητίνη και δεν φαινόταν η πλέξη του!

 

Πως λένε ότι η ψυχή του ανθρώπου καθρεφτίζεται στα μάτια του; Αυτό δηλαδή σημαίνει πως όταν φτάσεις να βλέπεις μπροστά σου την φτερωτή του κομπρέσορα του Kawasaki, κοιτάς την ψυχή του ή την καρδιά του; Άστο καλύτερα, θα μπλέξουμε. Πίσω στα γκάζια. Τοποθέτηση ρεζερβουάρ (χρειάζεται να προσέξετε να λυγίσει το σωληνάκι της βενζίνης προς τα μπρος, που έχει χώρο, κι όχι προς τα πίσω, γιατί τσακίζει, το λέω για να μην την πατήσετε), αγωνιστικό καύσιμο μέσα, ξανά δέσιμο στο δυναμόμετρο, πάμε πάλι, να τα γκάζια, να το γνώριμο πια ουρλιαχτό, να οι γαλάζιες φλόγες, και... ναι! Με το νέο καύσιμο τα άλογα έγιναν δεκατρία περισσότερα, 268 έδειξε το Dynojet, ένα ακόμα νέο ρεκόρ δυναμομέτρησης ΜΟΤΟ, κυρίες κύριοι κι αγαπητά μας παιδιά, ιδού η πιο δυνατή μοτοσυκλέτα παραγωγής που έχει ποτέ υπάρξει, ζωντανή και κολασμένη μπροστά σας. Όποιος πει πως είναι λίγα, θα πέσει φωτιά να τον κάψει. Είναι όμως και 50 λιγότερα από αυτά που ανακοινώνει η Kawasaki, κι έπρεπε να σιγουρευτούμε, για να λέμε πως κάνουμε σωστά την δουλειά μας, πως το αποτέλεσμα της δυναμομέτρησής μας είναι μέσα στις προδιαγραφές της ίδιας της Kawasaki, και πως δεν έτρεχε τίποτα στραβό με το συγκεκριμένο H2R.

Ξεκινάει έτσι ένας νέος κύκλος επαφών μεταξύ ΜΟΤΟ – Kawasaki Europe και Kawasaki Japan, πάντα σύμφωνα με την ιεραρχία που τόσο σέβονται οι Ιάπωνες. Κι ενώ ήδη είχαμε οδηγήσει το H2R στο Τατόι, μετά από δύο σχεδόν βδομάδες, περιμένοντας ακόμη την απάντηση από το Akashi, βγαίνει η MCN στην Αγγλία (η εφημερίδα Motorcycle News), με δυναμομέτρηση H2R και δοκιμή του σε διάδρομο αεροδρομίου!

Τι είχε βγάλει στο δυναμόμετρο το δικό τους Η2R; (Και λέω το δικό τους, γιατί το τσέκαρα με τον αριθμό πλαισίου και σιγουρεύτηκα πως είχαν άλλη μοτοσυκλέτα κι όχι την ίδια με μας, την 023, οπότε θα σιγουρευόμασταν πως η δική μας ήταν αντιπροσωπευτικό δείγμα!). Απέδιδε λοιπόν 249,76 ίππους λίγο πάνω από τις 12.000, πολύ κοντά στη δική μας χωρίς το αγωνιστικό καύσιμο. Και αυτό το H2R κρέμαγε λίγο μετά τις δώδεκα, και δεν ανέβαζε μέχρι τις 14.000 ευθεία. Συγκρίνοντας τις καμπύλες απόδοσης των δύο σίγουρων δυναμομετρήσεων που ξέρουμε να υπάρχουν αυτή την στιγμή στον κόσμο, της δικής μας και της MCN, με το διάγραμμα που έχει δώσει η ίδια η Kawasaki, βλέπουμε πως αν προεκτείνουμε την σχεδόν ευθεία "καμπύλη" από τις δώδεκα ως τις 14.000, τότε θα είχαμε τους 310 ίππους που ανακοινώνει η Kawasaki, ή και παραπάνω! Επιπλέον, το κοντέρ του κρατάει στην μνήμη του την μέγιστη ταχύτητα που έχει πιάσει η μοτοσυκλέτα, κι έγραφε 356, ταχύτητα που μόνο μοτοσυκλέτες MotoGP πιάνουν, ακόμα κι αν υπολογίσουμε την απώλεια του κοντέρ, που εμείς γνωρίζουμε πόση είναι. Μέχρι τώρα λοιπόν τα δεδομένα μας και οι μετρήσεις μας λένε πως στο δυναμόμετρο η απόδοση του H2R είναι όντως αυτή που μετρήσαμε, και πως στο δρόμο, όχι, στο Τατόι, είναι επίσης – αλλοίμονο! – η πιο γρήγορη μοτοσυκλέτα που έχουμε μετρήσει ποτέ, μακάρι να ήταν διπλάσιος ο διάδρομος για να δούμε και την τελική της! Γιατί εκεί, με τη μια ταχύτητα να γεμίζει μετά την άλλη με καταιγιστικό ρυθμό, και τις στροφές να ανεβαίνουν άνετα ως τον κόφτη στις 14.100, και με την κάμερα πάνω στο ρεζερβουάρ να καταγράφει το κοντέρ να ανεβαίνει άνετα στα 338 (χωρίς ο αναβάτης να μπορεί να κρυφτεί τελείως πίσω από το φαίρινγκ, τίποτα δεν έδειχνε πτώση ιπποδύναμης μετά τις 12.300, το αντίθετο μάλιστα... Για να ολοκληρωθεί το θέμα της δυναμομέτρησης, και να είμαστε 100% σίγουροι πως τα αποτελέσματα είναι σωστά, έπρεπε να περιμένουμε και την απάντηση της Kawasaki Japan, που ήρθε μέσω Kawasaki Europe και ΤΕΟΜΟΤΟ. Και ήρθε:

"Το Ninja H2R έχει εξελιχθεί σε δυναμόμετρο πάγκου, που μετρά την απόδοση ισχύος στον στρόφαλο, με τον κινητήρα ως αυτόνομη μονάδα, τοποθετημένο σε ειδική βάση. Τυπικά, ο κινητήρας ενός Ninja H2R γνωρίζουμε πως παράγει περίπου 310 ίππους στον στρόφαλο, σε ελεγχόμενες συνθήκες, χρησιμοποιώντας τον συγκεκριμένο τύπο δυναμόμετρου, χωρίς επίδραση από το Ram Air. Υπολογίζοντας την αποδεκτή απώλεια ισχύος από το σύστημα μετάδοσης, ένα τυπικό δυναμόμετρο τυμπάνου θα μπορεί να δώσει ένα αποτέλεσμα μεταξύ 250 και 260 ίππων στον τροχό, στις κανονικές συνθήκες του θαλάμου του, με ελάχιστο ή καθόλου Ram Air. Η Kawasaki δεν μπορεί να αξιολογήσει αποτελέσματα συγκεκριμένων δυναμομετρήσεων, καθώς οι τοπικές συνθήκες και τα διαφορετικά δυναμόμετρα μπορεί να δώσουν σημαντικές αποκλίσεις."

 

Έτσι, ακόμα κι αν – απολύτως λογικά – η Kawasaki Japan δεν μπορεί να αξιολογήσει ξεχωριστά κάθε μία δυναμομέτρηση που θα γίνει στον κόσμο, επιβεβαιώνει πως τα αποτελέσματα της δυναμομέτρησης του ΜΟΤΟ είναι μέσα στις προδιαγραφές της, δηλαδή σωστά. Και καθώς η ίδια ανακοινώνει πως με το Ram Air σε πλήρη λειτουργία, όπως γίνεται όταν ταμπουρωμένος πίσω από το φαίρινγκ διακτινίζεσαι προς την τελική της, έχεις 16 παραπάνω άλογα, δηλαδή πάνω από 280 εντελώς άγρια καθαρόαιμα άλογα στον τροχό, επί ελληνικού εδάφους, στην ιστορική ευθεία του Τατοΐου, σούζα με πάνω από 270... Καθόλου άσχημα.

 

Η ΔΥΝΑΜΟΜΕΤΡΗΣΗ

 

Με αγωνιστικό καύσιμο 109 οκτανίων

Ισχύς: 268 HP / 12.300

Ροπή: 15,9 kgm / 12.200

 

Με 100στάρα βενζίνη πρατηρίου

Ισχύς: 255,5 HP / 11.800

Ροπή: 15,5 kgm / 11.900

 

Η καλύτερη απόδειξη για την άψογη απόδοση του κομπρέσορα είναι πως αυτός ο κινητήρας σηκώνει φορτίο ήδη λίγο πάνω από τις χίλιες στροφές, με πολύ καλή απόκριση στο γκάζι παντού. Ανεβάζει γραμμικά ως τις 6.000, και φουσκώνει μετά τις 6.300... Για άλλες 6.000 στροφές, έχεις να απολαύσεις την απόλυτη ισχύ, που ως γνωστόν διαφθείρει και απόλυτα... Ήδη, στις 10.000 έχει 200 ίππους στον τροχό, για να φτάσει τους 250 στις 12.000, κι έχει κι άλλο! Φυσικά, η ροπή δεν πάει πίσω, και ήδη από τις 6.000 έχει πάνω από 10 χιλιογραμμόμετρα, για να φτάσει τα 15 στις 12.000. Οι πραγματικές δυνατότητες αυτού του κινητήρα φαίνονται αν προεκτείνει κανείς την ευθεία της απόλυτα γραμμικής απόδοσης από τις 8.000 και πάνω: Στις 14.000 θα έχει τους 310 ίππους στον τροχό που υπόσχεται η Kawasaki. Απ’ ότι φαίνεται όμως, όταν η μοτοσυκλέτα δοκιμάζεται στατικά στο δυναμόμετρο, οι αναρίθμητοι αισθητήρες που έχει καταλαβαίνουν πως η μοτοσυκλέτα δεν τρέχει ελεύθερη στον ανοιχτό διάδρομο του αεροδρομίου, και την περιορίζουν, κλείνοντας τις πεταλούδες του ride by wire ψεκασμού και αλλάζοντας αβάνς και τροφοδοσία. Και στην δυναμομέτρηση του H2R από την MCN στην Αγγλία τα αποτελέσματα ήταν ίδια, κάτι που επιβεβαιώνει πως μιλάμε για την πρώτη μοτοσυκλέτα που καταλαβαίνει πως είναι ακίνητη και μειώνει την απόλυτη ισχύ της.

 

Σημειωμένη πάνω στην καμπύλη ισχύος, η απόδοση μοτοσυκλετών – σταθμών για την ιστορία της Kawasaki, από το 1966 ως σήμερα. Εκατό ίπποι στον τροχό παραπάνω από τα ΖΧ-12R και ΖΖR1400, 237 παραπάνω από το πολύ γρήγορο για την εποχή του Samurai, 170 παραπάνω από το φοβερό και τρομερό GPz1100 που πέρναγε και μέναμε με το στόμα ανοιχτό...

Τεχνική ανάλυση:

Ninja H2R compressor-ολογίες

 

Compressor power

 

Kawasaki city, Akashi, Japan: Η αχανής βιομηχανική περιοχή της Kawasaki Heavy Industries. Κινητήρες jet, μαχητικά αεροσκάφη, τάνκερ, υποβρύχια, βιομηχανικά ρομπότ, τρένα, γέφυρες... και μοτοσυκλέτες. Σε ένα εργαστήριο, μακριά από τις γραμμές παραγωγής, δύο μόνο συγκεκριμένοι άνθρωποι μοντάρουν τους κομπρέσορες για τα Η2 και H2R, που σύντομα θα γυρίζουν στις 140.000 στροφές

Παραδοσιακά, το όνομα της Kawasaki συνδέεται με γκάζια και τελικές. Από το μοναδικό  Samurai, το δικύλινδρο 250 Α1 του 1966 με τα 31 ζωηρά άλογα έως τα αφηνιασμένα του H2R, τα χρονόμετρα και τα κοντέρ ήταν λίγο-πολύ μονοπώλιο της Kawasaki. H ίδια λέει πως ονόμασε Η2 τα δύο κομπρεσοράτα της μοντέλα προς τιμήν του τρικύλινδρου Η2 750 του 1971 με τους 74 ίππους, το οποίο είχε και αγωνιστικές εκδόσεις, αλλά πολύ πιο πρόσφατα, το 1994, η Kawasaki συμμετείχε καθοριστικά στο Ιαπωνικό διαστημικό πρόγραμμα που είχε ως αποτέλεσμα την εκτόξευση του πυραύλου... Η-2. Έτσι κι αλλιώς, οι αναβάτες της εποχής θυμούνται πως το 750 ήταν πιο γλυκό μηχανάκι, ενώ το τρικύλινδρο 500 ήταν απότομο, κερδίζοντας το βραβείο παροχής πελατών στο ΚΑΤ και τα θυμαράκια.

Η μοτοσυκλέτα όμως που την έβαλε στο χάρτη ως κατασκευαστή επιδόσεων, ήταν το Ζ900 του ’72, που είχε 72 ίππους στον τροχό. Σήμερα, φαντάζουν απελπιστικά λίγοι. Τότε, όπως μου είπε αναβάτης που το είχε καινούργιο, η εμπειρία της οδήγησής του περιγραφόταν πολύ καλά με την φράση "μας είχε φύγει το σκατό". Όλα σχετικά είναι. Για τα πλαίσια, τα λάστιχα, τις αναρτήσεις και τα φρένα της εποχής, τα 72 άλογα ήταν πολλά. Σήμερα, καβαλάς το H2R και το στήσιμο της μοτοσυκλέτας με την βοήθεια των ηλεκτρονικών της κάνουν κουμάντο μια χαρά 272 άλογα, όχι 72.

Η προηγούμενη εμπλοκή της Kawasaki με υπερτροφοδότη ήταν το 1983, όταν είχε παρουσιάσει το GPz750 turbo. Απότομο κι αυτό, με περιορισμένο εύρος ισχύος, και άρα δυσκολοδήγητο, δεν είχε συνέχεια, δεν άφησε απογόνους.

 Πολύ αργότερα, όταν η Kawasaki είχε την ιδέα να φτιάξει ένα χιλιάρι με κομπρέσορα, απευθύνθηκε στους μεγαλύτερους κατασκευαστές υπερτροφοδοτών του κόσμου, δίνοντας τις προδιαγραφές της: "Αυτές οι διαστάσεις, για αυτά τα κυβικά, χωρίς intercooler, και να γυρίζει επί δέκα για να βγάζει και τόσα άλογα". Όλοι της απάντησαν πως δεν μπορούν να το κάνουν. Εντάξει, είπαν κι εκείνοι, έτσι ρωτήσαμε για να βεβαιωθούμε, όλα μόνοι μας πρέπει να τα κάνουμε... Το "μόνοι" μας σήμαινε πως με την συνεργασία του τμήματος αεροδιαστημικής, του τμήματος κινητήρων jet και του τμήματος Εταιρικής Τεχνολογίας, σχεδίασαν έναν φυγοκεντρικό κομπρέσορα που παρά τις ελάχιστες διαστάσεις του μπορεί να παρέχει πάνω από 200 λίτρα αέρα το δευτερόλεπτο, με μέγιστη ταχύτητα αέρα εισαγωγής 100 μέτρα το δευτερόλεπτο: Ο αέρας από τον κομπρέσορα προς το φιλτροκούτι έχει μέγιστη ταχύτητα 360 χιλιόμετρα την ώρα! Καταλαβαίνουμε πως όταν το H2R κινείται με πάνω από 300 km/h, η δουλειά του κομπρέσορα γίνεται αρκετά πιο εύκολη, με τον αέρα να μπαίνει με πίεση από τις διπλές μπούκες προς το φιλτροκούτι. Έτσι κι αλλιώς, το στάνταρ φίλτρο είναι πολύ ελεύθερο γιατί κάνει μόνο ένα χοντρικό φιλτράρισμα (ζουζούνια, πετραδάκια, σπουργίτια).

Με την μέγιστη αύξηση της πίεσης σε σχέση με την ατμοσφαιρική να είναι 2,4 (εμείς καταγράψαμε 24,5 psi ή 1,66 bar), καταλαβαίνετε γιατί το φιλτροκούτι είναι αλουμινένιο και γιατί οι μεταβολές της πίεσης εκεί τραντάζουν ολόκληρο το ρεζερβουάρ όταν γκαζώνεις το Η2R!

Στόχος της Kawasaki δεν ήταν μόνο η απόλυτη ισχύς, αλλά και η κορυφαία επιτάχυνση και απόκριση στο γκάζι. Γι’ αυτό και επιλέχθηκε ο φυγοκεντρικός κομπρέσορας, που μπορεί να υπερτροφοδοτεί τον κινητήρα αποτελεσματικά από τις πολύ χαμηλές στροφές. Η Kawasaki λέει πως ο κομπρέσορας δεν ζεσταίνει πολύ τον εισερχόμενο αέρα (εμείς μετρήσαμε όμως θερμοκρασία εισαγωγής 72 βαθμών Κελσίου) οπότε δεν χρειάζεται και intercooler. Ο κυριότερος λόγος όμως πρέπει να είναι πως το intercooler χρειάζεται χώρο, που δεν υπάρχει σε μια μοτοσυκλέτα. Ο ψεκασμός νερού όμως μπορεί να βολευτεί πιο εύκολα...   

Η κατασκευή του όλου συστήματος του κομπρέσορα είναι ό,τι πιο προηγμένο υπάρχει. Ένιωσα δέος όταν βγάζοντας τον αεραγωγό του Ram Air, αντίκρισα την μικροσκοπική φτερωτή, που έχει διάμετρο μόλις 69 mm, ακρίβεις μικρών στην κατεργασία της κι έξι πτερύγια στο άκρο της, δώδεκα στη βάση. Για να φτιαχτεί, το τρισδιάστατο CNC κοπτικό τρώει υπομονετικά ένα μασίφ κομμάτι σφυρήλατου αλουμινίου, για να φτιάξει τελικά αυτό το ιμπελεράκι - κόσμημα. Ο άξονάς του εδράζεται σε κεραμικά ρουλεμάν, ενώ όλη η διάταξη μαζί "πλέει" σε ένα φιλμ λαδιού που φροντίζει για την απόσβεση των κραδασμών και την ευθυγράμμισή του. Το τμήμα αεροδιαστημικής της Kawasaki αποφάσισε πως η σχέση μετάδοσης από τον στρόφαλο στον άξονα της φτερωτής θα πρέπει να είναι 9,81:1, δηλαδή για κάθε μία περιστροφή του στροφάλου η φτερωτή θα γυρίζει 9,81 φορές. Για να γίνει αυτό, ένας ενδιάμεσος άξονας παίρνει κίνηση από το έκτο μάγουλο του στροφάλου (που έχει γίνει γρανάζι), κι από κει με αλυσίδα η κίνηση φτάνει στο επίπεδο του κομπρέσορα. Για να υπάρξει όμως ο αναγκαίος υποπολαπλασιασμός, μεσολαβεί ένα πλανητικό κιβώτιο τεσσάρων γραναζιών. Η αλυσίδα μετάδοσης λιπαίνεται με μπεκ λαδιού, κι όλο το σύστημα με το ίδιο το λάδι του κινητήρα. Αντίστοιχη προσοχή στην λίπανση αλλά και την ψύξη έχει δοθεί και στα πιστόνια: Ένα μπεκ λαδιού ψεκάζει το κάτω μέρος του πιστονιού, ενώ ένα δεύτερο συνέχεια ψεκάζει λάδι στην μεριά του πιστονιού προς την βαλβίδα εξαγωγής, για να το κρυώνει.

Από τον κομπρέσορα, μέσω ενός κολλάρου σιλικόνης, ο συμπιεσμένος αέρας φτάνει στο άκαμπτο αλουμινένιο φιλτροκούτι, όπου τον περιμένουν με ανοιχτό το στόμα οι τέσσερις εισαγωγές, καλυμμένες με λεπτό ατσάλινο πλέγμα, που πάνω του ψεκάζουν καύσιμο τα μπεκ. Καλά όλα αυτά, όσο ο αναβάτης έχει ανοιχτό το γκάζι κι επιταχύνει. Τι γίνεται όμως όταν κλείσει το γκάζι; Ευτυχώς, υπάρχει βαλβίδα ανακούφισης, που εκτονώνει την πίεση από το φιλτροκούτι, αλλιώς θα εμφανίζονταν κραδασμοί στον άξονα της φτερωτής, η οποία θα καταστρεφόταν.

Τα ηλεκτρονικά του H2R είναι κι αυτά τόσο προηγμένα, που όχι μόνο προστατεύουν ως μαγικά χέρια τον αναβάτη, και κάνουν την μοτοσυκλέτα οδηγήσιμη, αλλά προστατεύουν και τον κινητήρα, ακόμα κι από κακή ποιότητα καυσίμου: Με τον αισθητήρα προανάφλεξης που έχει, αφήνει τον κινητήρα να αποδώσει μόνο μέχρι το σημείο που αρχίζει η προανάφλεξη, και μετά τον κόβει για να τον προστατεύσει. Όπως είδαμε, το ίδιο κάνει και όταν η μοτοσυκλέτα είναι στατική, στο δυναμόμετρο, αφού δεν υπάρχει στις επιλογές της κεντρικής μονάδας "dyno mode".

Η Kawasaki είναι τόσο σίγουρη για την αξιοπιστία του κομπρέσορα αλλά και συνολικά του κινητήρα, που μεταξύ σοβαρού και αστείου έχει δηλώσει στους αντιπροσώπους της πως αποκλείεται να υπάρξει θέμα βλάβης, και πως αν τεθεί θέμα εγγύησης για επισκευή, θα φταίει άλλος, όχι η ίδια! Απ’ την άλλη, η σοβαρή συντήρηση που απαιτεί το H2R γίνεται ακριβώς για να εξασφαλίσει την αξιοπιστία και την απόδοσή του. Βέβαια, όταν ακούς πως κάθε 30 ώρες λειτουργίας πάνω από τις 8.000 στροφές θέλει λύσιμο ο κινητήρας (διαβάστε παρακάτω τι αλλάζεται) και κάθε 60 πάλι λύσιμο για μπιέλες, δεν σκέφτεσαι πως 60 ώρες ΠΑΝΩ από τις 8.000 στροφές είναι πολύς καιρός, σκέφτεσαι τα έξοδα και το λύσε-δέσε. Αλλά όταν πληρώνεις 55.000 ευρώ για μια μοτοσυκλέτα ειδικής χρήσης, δεν μπορεί να μην έχεις χρήματα για την συντήρηση...

Κάτω από την σέλα, έκπληκτος είδα πως υπάρχει τσαντάκι με εργαλεία, συν το ειδικό εργαλείο για την ρύθμιση της αλυσίδας. Κι όμως, ενώ στο owner’s manual του H2R εξηγείται αναλυτικά το πως ο ιδιοκτήτης θα ρυθμίσει την αλυσίδα, η Kawasaki έχει εκδώσει οδηγία προς τους αντιπροσώπους της, τονίζοντας πως μόνο οι dealer επιτρέπεται να ρυθμίσουν την αλυσίδα! 

Πέρα από την όποια αγωνία της μαμάς Kawasaki για το νέο της παιδί, το γεγονός είναι πως με την συνέργεια των διάφορων τμημάτων της Kawasaki Heavy Industries, n H2R αποτελεί μια δήλωση τεχνολογικής υπεροχής, κάτι αντίστοιχο με αυτό που είχε κάνει η Honda με την ΝR. Mόνο που εδώ μιλάμε όχι μόνο για την πιο προηγμένη τεχνολογικά, αλλά και την πιο ισχυρή, την πιο γρήγορη μοτοσυκλέτα παραγωγής του κόσμου. Εξίσου σημαντικό είναι πως η Kawasaki τόλμησε να το κάνει, βγάζοντας παράλληλα και την Η2, την έκδοση δρόμου, που έχει "μαμά" 200 ίππους στον τροχό. Επιπλέον, όπως ήδη έχουν ανακαλύψει οι αμερικανοί βελτιωτές, όπως η Guhl Motors που φτιάχνει το Η2 του κορυφαίου ντραγκστερά Rickey Gadson, η H2 των 25.000 ευρώ με ανοιχτή εξάτμιση, άλλη χαρτογράφηση (παρόμοια με του H2R) και συγκεκριμένα, ελληνικό φίλτρο αέρα DNA, βγάζει 242 ίππους στον τροχό! Και από τον κινητήρα H2R που φοράει η μοτοσυκλέτα του Rickey Gadson (αλλά με την περιοριστική, μικρή εισαγωγή του H2), κατάφεραν να βγάλουν 301 ίππους στον τροχό, ανεβάζοντας το όριο στροφών στις 15.000! Όρεξη και γνώσεις να έχεις δηλαδή, κι από άλογα άλλο καλό, βρίσκονται! Δεν υπάρχει ακόμα πουθενά στον κόσμο H2R "βελτιωμένο", για να μάθουμε πόσους ίππους θα μπορούσε να βγάλει αν ανέβαζε 15.500 στροφές. Η απλή προέκταση του διαγράμματος της δυναμομέτρησης προβλέπει 370 ίππους...

Ο δράκος θέλει και συντήρηση

Η κεντρική μονάδα του Η2 καταγράφει τις ώρες λειτουργίας του κινητήρα πάνω από τις  8.000 στροφές. Κι ανάλογα, προειδοποιεί για την συντήρηση...

service 1 κάθε 15 ώρες

αλλαγή λαδιών, έλεγχος φίλτρου αέρα, συμπλέκτη, αλυσίδας και γραναζιών κομπρέσορα, αξονικών ανοχών φτερωτής κομπρέσορα

 

service 2 κάθε 30 ώρες

αλλαγή λαδιών και (ετοιμαστείτε...), αλλαγή πιστονιών, ελατηρίων και πείρων, έλεγχος στροφάλου, αλλαγή κουζινέτων στροφάλου και μπιελών, αλλαγή αλυσίδας κίνησης, έλεγχος καδένας εκκεντροφόρων, διακένου βαλβίδων, έλεγχος των ίδιων των βαλβίδων εξαγωγής, των εδρών τους και των ελατηρίων τους.

 

και κάθε 60 ώρες...

Αλλαγή βαλβίδων εξαγωγής και μπιελών

 

 

Οι ισχυρότερες μοτοσυκλέτες της Kawasaki στην ιστορία της

 

1966 A1 Samurai (250) 31HP*

1968 H1 500 Mach III  60HP*

1971 Η2 750 Μach IV  74HP*

1972 Z1 900  72HP

1979 Z1300  120HP

1982 GPz1100  102HP

1984 GPz900R  94HP

1988 ZX-10  123HP

1990 ZZ-R 1100  133HP

2000 ZX-12R  164HP

2006 ZZR1400 167HP

2015 Ninja H2R  262HP

 

(*) Στοιχεία εργοστασίου. Οι υπόλοιπες ιπποδυνάμεις προέρχονται από δυναμομετρήσεις του περιοδικού Motosprint (ως το 1990), οι υπόλοιπες δικές μας

 

 

 

Test Ride Ελληνικών Custom μοτοσυκλετών - Αρχείο περιοδικού ΜΟΤΟ

Φτιαγμένα με όνειρα
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

2/7/2019

Στο MOTO παρουσιάζουμε τις ελληνικές custom μοτοσυκλέτες με τον μόνο τρόπο που ξέρουμε να κάνουμε, οδηγώντας τες! Τις ψάχνουμε και τις διαλέγουμε με μόνο κριτήριο την δουλειά που έχουν, τις δοκιμάζουμε και τις παρουσιάζουμε με την ίδια σχολαστικότητα που κάνουμε με όλες τις δοκιμές μας. Επειδή το customizing είναι εκτός από τρόπος έκφρασης και μία εξαιρετικά δημιουργική ενασχόληση με την μοτοσυκλέτα είναι καθήκον μας να αναδείξουμε τις ελληνικές δουλειές που το αξίζουν. Σε αυτό το πλαίσιο, πίσω στον Φεβρουάριο του 2017 είχαμε μία ασυνήθιστη ιδέα, κάτι που αντίστοιχό του δεν έχει ξανά γίνει: Να προσκαλέσουμε τους ιδιοκτήτες που έχουν customάρει την μοτοσυκλέτα τους για να μας την παραχωρήσουν προς δοκιμή σε κλειστή διαδρομή δοκιμάζοντας ευελιξία, φρένα και συνολική λειτουργία! Δίχως κανένα κριτήριο, όλοι μαζί, από την πιο ακριβή custom στην πιο φθηνή, διότι αγάπη και κόπο έχουν σίγουρα όλες τους… Μία συνάντηση custom μοτοσυκλετών που δεν θα έμενε στην θεωρία και την φωτογραφία αλλά θα περνούσαμε τις μοτοσυκλέτες από συγκεκριμένες δοκιμασίες! Η ιδέα μπορεί να ακουγόταν καλή, όμως τα πρακτικά ζητήματα που έπρεπε να λυθούν ήταν τεράστια. Πρώτο και καλύτερο ο χώρος, που έπρεπε να είναι και μέσα στην Αθήνα και περιφραγμένος αλλά και να παρέχει την κατάλληλη άδεια. Πράγμα που κοστίζει και κοστίζει αρκετά, μία λεπτομέρεια που δεν φανταζόμασταν και την μάθαμε μόλις ξεκίνησε η επικοινωνία με τα Ολυμπιακά Ακίνητα. Το πιο σημαντικό βέβαια ήταν να πείσουμε τον κόσμο να έρθει και να μας παραχωρήσει την μοτοσυκλέτα του για να κάνουμε μαζί της… Moto Gymkhana! Έχουμε από την άλλη και την ανάγκη να μην αφήνουμε τίποτα στην τύχη, να φτιάξουμε ερωτηματολόγια, να καταγράψουμε κάθε μοτοσυκλέτα που θα παραλάβει τον αριθμό της στην εκδήλωση, να καταχωρήσουμε αλλαγές και μετατροπές και στο τέλος το άγχος πως δεν θα υπάρχει ο χρόνος να περάσουν από όλη αυτή την διαδικασία, τόσες πολλές μοτοσυκλέτες σε μία ημέρα! Στο 1o ελληνικό Test Ride Custom Μοτοσυκλετών δοκιμάσαμε και φωτογραφίσαμε πολλές custom μοτοσυκλέτες, συζητήσαμε με τους ιδιοκτήτες και ερωτευτήκαμε αρκετές από αυτές, ας το θυμηθούμε ξανά!

Το άρθρο προέρχεται από το αρχείο του περιοδικού ΜΟΤΟ και αναδημοσιεύεται από την αρχική του μορφή δίχως αλλαγές. Αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του περιοδικού, μαζί με τις φωτογραφίες που το συνοδεύουν. Απαγορεύεται οποιαδήποτε αντιγραφή, οικειοποίηση μέρους ή του συνόλου του κειμένου και των φωτογραφιών, παραλλαγή ή χρήση πέραν της ανάγνωσης

1ο Greek Customs Test Ride

Φτιαγμένα με όνειρα

Τις βλέπαμε να κυκλοφορούν στους δρόμους ή σε φωτογραφίες στο internet και σκεφτήκαμε ότι είναι μία καλή ιδέα να τις γνωρίσουμε από κοντά και μετά να τις συστήσουμε και στον κόσμο. Οι ελληνικές custom μοτοσυκλέτες έρχονται στο προσκήνιο!

Ήταν μία λίγο-πολύ τρελή σκέψη. Να μαζέψουμε πολλές custom μοτοσυκλέτες και να τις υποβάλλουμε σε δοκιμασίες, να τις οδηγήσουμε, να τις επεξεργαστούμε και να δούμε τελικά αν το customizing στην Ελλάδα περιορίζεται στο "κόψε-ράψε να ταιριάξει ό,τι έχω στο χέρι μου", ή έχει αποκτήσει σοβαρότερες προεκτάσεις. Την απάντηση την ξέραμε βέβαια, όλα υπάρχουν εκεί έξω, από δουλειές που δεν πιστεύεις στα μάτια σου μέχρι κοπτοραπτική με πρωτόγονα μέσα. Οπότε; Σκοπός μας ήταν να βρεθεί όλος αυτός ο κόσμος μαζί και κατά επέκταση κι εμείς μαζί του αλλά με τις μοτοσυκλέτες στο επίκεντρο και μάλιστα με τον τρόπο που μας αρέσει στο ΜΟΤΟ, δηλαδή καβάλα και όχι στατικά πάνω σε ένα βάθρο και γύρω – γύρω να αναλύουμε την θεωρία.

Βρείτε στο τέλος του άρθρου πλούσια συλλογή φωτογραφιών από όλες τις μοτοσυκλέτες καθώς και από την ξεχωριστή αυτή - ΟΔΗΓΙΚΗ - εκδήλωση των custom!

Θα ήταν κάτι πρωτότυπο, που αντίστοιχο δεν έχει ξαναγίνει, να τις οδηγήσουμε όλες μαζί! Ο τρόπος και ο τόπος ήταν ένα μεγάλο δίλλημα και τελικά ένα Σάββατο πρωί, οι τέντες του ΜΟΤΟ υψώθηκαν κεντρικά στην Αττική και μία mini πίστα Gymkhana δημιουργήθηκε στο ΟΑΚΑ!

Γιατί όμως στο ΟΑΚΑ; Η αρχική σκέψη ήταν να γίνει στα Μέγαρα και φτάσαμε να σκεφτόμαστε το ενδεχόμενο να καταγράψουμε χρόνους και na οριοθετούσαμε διαδικασίες. Γρήγορα καταλήξαμε ότι κάτι τέτοιο θα ήταν ένα μεγάλο λάθος, για μερικές βασικές αιτίες. Το πιο σοβαρό, ήταν το ενδεχόμενο να έρθουν μοτοσυκλέτες που ο ιδιοκτήτης κυκλοφορεί όλη μέρα, πιθανότατα χωρίς αέρα στα ελαστικά, που μπορεί να διορθώνεται εύκολα, αλλά στην επέκτασή του μπορεί να είναι και αρκετά μεγαλύτερο πρόβλημα, να έχουμε μοτοσυκλέτες με φθαρμένα ελαστικά, πρόβλημα στα φρένα ή ακόμα και στον κινητήρα.

Το σόου από τον Jtd stunt, τον μηχανικό του GR Stunt Crew, έδωσε μια ξεχωριστή νότα στο θέμα customizing με θέαμα αντάξιο των αντίστοιχων ξένων επιδείξεων. Με την ευρύτερη έννοια και οι μετατροπές των stunt bikes είναι customizing…
 

Θα έπρεπε να γίνει έλεγχος και διορθώσεις και αυτά εκείνη την ώρα γίνονται μονάχα σε σκηνικό αγώνων από μηχανικούς που τρέχουν πάνω – κάτω, όχι από ιδιώτες που ήρθαν για να περάσουν ένα ευχάριστο πρωινό. Θα έχανε επίσης η εκδήλωση τον χαρακτήρα της ανοικτής πρόσκλησης, αν γινόταν μακριά, την στιγμή που είχε αρχίσει ο κόσμος να εκδηλώνει ενδιαφέρον να παρευρεθεί έστω και μόνο για να συναντηθεί με κόσμο και να δει μοτοσυκλέτες. Μετά ήταν και ο αστάθμητος παράγοντας του καιρού, καθώς εκείνη την περίοδο είχε ήδη χιονίσει δύο φορές στην Αττική και οι βροχές καραδοκούσαν.

Με βροχή μπορεί να πας μέχρι το ΟΑΚΑ, στα Μέγαρα όμως είναι πιο δύσκολη η απόφαση, κι έπειτα αν βρέξει πολύ τα Μέγαρα είναι τελείως ακατάλληλα για οδήγηση. Χρειαζόμασταν λοιπόν έναν χώρο μέσα στην Αθήνα και μάλιστα σε κεντρικό σημείο, και το ΟΑΚΑ φάνταζε η καλύτερη επιλογή… που ήταν! Απλά περάσαμε από σαράντα κύματα μέχρι να καταφέρουμε να νοικιάσουμε το πάρκινγκ, ξοδεύοντας τελικά τα ίδια που θα δίναμε στα Μέγαρα, έχοντας όμως κερδίσει την ευκολία πρόσβασης, ώστε να κρατήσουμε την εκδήλωση πιο κοντά τα πλαίσια μίας ανοικτής πρόσκλησης.

Στο τέλος ήταν και μία καλή ευκαιρία να φτιάξουμε μία πίστα τύπου Moto - Gymkhana με το σκεπτικό να βρεθεί χρόνος για όποιον θέλει να δοκιμάσει τις ικανότητες τις δικές του, αλλά και της μοτοσυκλέτας του. Είναι λίγοι βέβαια όσοι γνωρίζουν τι είναι οι δοκιμασίες Gymkhana αλλά στο τέλος βρήκαμε μερικούς γενναίους που μας ακολούθησαν για να τους δείξουμε την διαδρομή και μετά να δοκιμάσουν μόνοι τους. Το σλάλομ και οι επιτόπου μανούβρες είναι πρώτης τάξης ασκήσεις για να αντιληφθείς μία σειρά από πράγματα και εκεί ακριβώς δοκιμάσαμε τις δυνατότητες των custom μοτοσυκλετών!

Ο κόσμος που ήρθε ήταν μία ευχάριστη έκπληξη. Γιατί κατέρριπτε ένα – ένα τα στερεότυπα που περιμένει κανείς να συναντήσει, ιδιαίτερα σε ό,τι έχει να κάνει με την προσωπική του εργασία στην δική του μοτοσυκλέτα. Πολεμάει κάποιος με λίγα εργαλεία στον ελεύθερο χρόνο του να φτιάξει την μοτοσυκλέτα των ονείρων του και τις περισσότερες φορές, καταλήγει να ξοδέψει περισσότερα από όσα θα έδινε για να αγοράσει καινούρια μοτοσυκλέτα. Δύο οι δυσκολίες σε αυτό το κομμάτι: Πώς τον πείθεις να σου την δώσει για μία βόλτα όπου σημαίνει πως θα την αντικρίζει να απομακρύνεται και θα τον πιάνει αστείρευτο άγχος και πώς του μεταφέρεις την κρίση σου από την στιγμή που ακόμη κι αν θεωρεί πώς έχει φτιάξει την καλύτερη custom, δεν παύει να είναι οι ΔΙΚΗ του μοτοσυκλέτα...

 

Η πραγματικότητα όμως ήταν άλλη, καθώς δεν βρέθηκε ούτε ένας που να μην μας πει ο ίδιος ποια είναι τα μειονεκτήματα όσων έχει κατασκευάσει, τι θα ήθελε να αλλάξει και τι πιστεύει για αυτό που έχει φτιάξει. Πρώτη φορά συγκεντρώθηκε τόσο μεγάλο ποσό λογικής στο κέντρο της Αθήνας και ήταν μία πολύ ευχάριστη έκπληξη. Πόσο μάλιστα όταν στο ΜΟΤΟ, που γράφονται τα πράγματα όπως πρέπει, οι αντιδράσεις από τις εταιρίες είναι πλέον λιγότερες από τους... ιδιώτες! Οι εταιρίες έχουν αποδεχτεί τον ρόλο και την θέση του ΜΟΤΟ το ίδιο και οι ιδιώτες φυσικά, μέχρι όμως να έρθει η στιγμή να γράψεις πως δεν σου άρεσε μία μοτοσυκλέτα που με κόπο έχουν αγοράσει... γιατί από την στιγμή που θα αγοραστεί πρέπει να είναι η καλύτερη. Περιμένει λοιπόν κανείς αναλογικά μεγαλύτερες αντιδράσεις για την μοτοσυκλέτα που κάποιος έχει φτιάξει με τα χέρια του, και εκεί ακριβώς ήταν η έκπληξη! Εκτός από τα ίδια τα μειονεκτήματα, ο κόσμος συζητούσε για λύσεις μεταξύ τους και μαζί μας, και μέσα στον κρύο καιρό συγκεντρώθηκαν και άρχισαν να  Όσο για το ποια είναι η καλύτερη, οι συμμετέχοντες απάντησαν και σε αυτό μόνοι τους: Στην ερώτηση: "Σου παίρνουμε την μοτοσυκλέτα με το ζόρι, ποια αρπάζεις για να φύγεις από εδώ;" Απάντησαν σχεδόν όλοι ότι θα ήταν μία Nimateck, το ποια απ’ όλες πιστεύουμε ότι φαίνεται στις επόμενες σελίδες. Ευχαριστούμε λοιπόν όλους όσους ήρθαν, για την διάθεση που έφεραν μαζί τους, την όρεξη και φυσικά για τις μοτοσυκλέτες!

Ducati 999S by Nimateck

Πιο απόλυτο από το απόλυτο

Κάποτε ήταν: Ducati 999S toy 2004

Τώρα είναι: Ένα μεταλλαγμένο 999S

Προσπαθήστε να φανταστείτε ένα extreme superbike και θα είστε και πάλι… μακριά από το δημιούργημα της Nimateck. Ήδη, από μοντέλο παραγωγής, το Ducati 999S του 2004 ήταν ένα από τα πιο απόλυτα superbike. Ίσως όχι στο βαθμό που ήταν οι προκάτοχοί του (από το θρυλικό 916 μέχρι το 998), αλλά σε σχέση με τον ανταγωνισμό ήταν μια μοτοσυκλέτα ειδικού προορισμού.

Οι αλλαγές στον κινητήρα έχουν να κάνουν κυρίως με το εσωτερικό του (ECU, μπεκ, φιλτροκούτι κ.τ.λ.), αλλά και εξωτερικά δεν θα μπορούσαν να λείπουν τα ανθρακονήματα, όπως το καπάκι του οριζόντιου κυλίνδρου
 

Πάνω σε αυτή τη βάση η Nimateck θέλησε να δημιουργήσει ένα ακόμη πιο απόλυτο superbike δουλεύοντας εκεί που "πονούσε" η μοτοσυκλέτα και υπήρχε πρόσφορο έδαφος: στο βάρος. Η λύση; Μα φυσικά μια από τις ειδικότητες της Nimateck, το ανθρακόνημα. Το carbon fibre είναι το υλικό που κυριαρχεί πάνω στην μοτοσυκλέτα, καθώς αποτελεί την πρώτη ύλη για το ρεζερβουάρ, την ουρά (που είναι μια σμίκρυνση ουράς από 1098) και αυτό κομμάτι που παίζει το ρόλο ενός… μπικίνι φαίρινγκ. Το εξωτικό υλικό, ως γνωστόν, προσφέρει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα και πολύ μικρότερο βάρος από τα στάνταρ πλαστικά της μοτοσυκλέτας, αλλά η δίαιτα δεν περιορίστηκε σ' αυτά τα εξαρτήματα.

Αυτή η… φλοίδα είναι η ειδικά φτιαγμένη σέλα για το μεταλλαγμένο 999S
 

Το πλαίσιο και το ψαλίδι μπορεί να παρέμειναν ως είχαν, κάτι τέτοιο όμως δεν ισχύει για το υποπλαίσιο το οποίο φτιάχτηκε από την αρχή, εντελώς διαφορετικό, χρησιμοποιώντας χρωμομολυβδαίνιο 4130, σε σχέδιο και εκτέλεση αποκλειστικά της Nimateck. Ομοίως από τα CNC μηχανήματα της εταιρείας βγήκαν μαρσπιέ, οι πλάκες του μπροστινού και οι ρυθμιστές των αναρτήσεων, ενώ η εξάτμιση (που με τα decibel που ελευθέρωναν τα τελικά της SC Project στην Καλογρέζα βαράγανε οι συναγερμοί στο Μαρούσι) και η σέλα είναι φτιαγμένα στο χέρι σε εντελώς custom made σχέδιο.

Το ρεζερβουάρ είναι φτιαγμένο εξολοκλήρου από carbon, βαμμένο από τον Θοδωρή Καποδίστρια
 

Οι αναρτήσεις του… Προκρούστη έρχονται από την Öhlins–όπως και το σταμπιλιζατέρ- ενώ η ECU είναι διαφορετική, ρυθμισμένη από εξειδικευμένο συνεργείο στην Ιταλία, προκειμένου να συνεργαστεί με τα μπεκ από το 1098 που φορά η μοτοσυκλέτα, με τον κόφτη να μετακομίζει στις 12.800 στροφές! Το φίλτρο και το φιλτροκούτι που το φιλοξενεί, μαζί με την καμπάνα του συμπλέκτη ανήκουν στο "οπλοστάσιο" της Ducati Corse, ενώ το βάψιμο έγινε από τον μετρ του είδους, τον Θοδωρή Καποδίστρια.

Το αποτέλεσμα οπτικά είναι ένα μίνιμαλ θηρίο, μικρό σε μήκος με τον πληθωρικό κινητήρα να κυριαρχεί στην εικόνα. Η έμπνευση άλλωστε που αντλήθηκε από το βιομηχανικό design σε συνδυασμό με τη μόδα, την αρμονία, την μουσική και την τέχνη δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε κάτι διαφορετικό. Και για να μιλήσουμε με λιγότερο… φιλοσοφικούς και περισσότερο πραγματιστικούς όρους, θα πρέπει να πούμε ότι αυτό το αποτέλεσμα, πέρα όλων των παραπάνω, χρειάζεται και περί τα 20.000 ευρώ για να πραγματοποιηθεί.

Από την θέση των κλιπόνς μπορείτε να καταλάβετε πόσο βάρος πέφτει στα χέρια του αναβάτη. Τα όργανα δεν αλλάχτηκαν άλλαξαν όμως οι πλάκες και οι ρυθμιστές των αναρτήσεων, made by Nimateck

Σε ό,τι αφορά την οδηγική εμπειρία, το να βάλεις αυτή την μοτοσυκλέτα μέσα σε μια διαδρομή τύπου gymkhana, είναι σα να υποχρεώνεις έναν μαινόμενο ταύρο να εκτελέσει ασκήσεις υπακοής για σκύλους. Αδύνατο… Κι όμως, ακόμη κι αυτή η ελάχιστη οδηγική επαφή σε κάνει να αντιληφθείς ότι η Βαλχάλα του συγκεκριμένου 999S είναι πίστες όπως το Nardo ή διαδρομή του NW200.

Αυτό είναι ένα από τα δύο φαίρινγκ της μοτοσυκλέτας –και κατά ομολογία του Κώστα όχι το αγαπημένο του- το οποίο είναι φυσικά κατασκευασμένο από ανθρακονήματα σε συνδυασμό με τα στάνταρ φώτα της μοτοσυκλέτας
 

Η προειδοποίηση του Κώστα, του ιδρυτή της Nimateck, δεν θα μπορούσε να είναι πιο σαφής: "Σε δύο λεπτά θα έχεις πιαστεί". Είχε άδικο… πιάστηκα στα πρώτα 60 δευτερόλεπτα. Η θέση οδήγησης είναι ό,τι πιο ακραίο μπορείτε να φανταστείτε κάνοντας τα MotoGP να μοιάζουν με sport touring. Το V-2 θηρίο που βρυχάται από κάτω, θέλει να φτάσει τον ξεχειλωμένο κόφτη πάση θυσία κι αν δεν το κάνεις θα σε τιμωρήσει με δυστροπία και πείσμα. Πιο είναι το πρακτικό της όφελος; Αν δεν εκτιμάς την μηχανολογική μαεστρία, κανένα. Αν είσαι αγωνιζόμενος, τότε πρόκειται για ένα μεταπτυχιακό τίτλο με θέμα την μετα-απολυτότητα

 

S4 by Nimateck

Αγριεμένο Γοριλάκι

Κάποτε ήταν: Ducati S4 του 2001

Τώρα είναι: Οξύθυμο γοριλάκι

Το Ducati S4 ήταν πάντα μια δύσκολη και απαιτητική στην οδήγηση μοτοσυκλέτα που απαιτούσε ιδιαίτερη προσοχή στους χειρισμούς από τον αναβάτη της. Ήταν το πρώτο Monster με υγρόψυκτο κινητήρα και παρά το γεγονός ότι παρουσιάστηκε πολλά χρόνια μετά τα αερόψυκτα 900, 750 και 600, στην πραγματικότητα ο Miguel Galluzzi το είχε σχεδιάσει από την αρχή ως υγρόψυκτο με τον κινητήρα του 851 και γι' αυτό είχε το πλαίσιο των superbike με την ανάρτηση μοχλισμού, αντί το πλαίσιο “μπανάνα” με την cantilever πίσω ανάρτηση.

Η χειροποίητη εξάτμιση είναι όλα τα λεφτά. Ο κινητήρας της 916 φτάνει και περισσεύει για να εκτοξεύσει το ελαφρύ Monster και ο ξηρός συμπλέκτης είναι φυσικά must-have για έναν Ducatisti. Το συμβατικό ψαλίδι του S4 έχει δώσει την θέση του σε ένα μονόμπρατσο από S4R

Στο συγκεκριμένο S4 η Nimateck δεν έχασε χρόνο για να σκαλίσει τον ήδη υπεραρκετό σε δύναμη κινητήρα της 916 που φωλιάζει στο πλαίσιο, αλλά πολύ σωστά έδωσε έμφαση στην εργονομία της θέσης οδήγησης και το συνολικό στήσιμο του πλαισίου με σκοπό τον καλύτερο έλεγχο της μοτοσυκλέτας από τον αναβάτη. Τα ρυθμιζόμενα μαρσπιέ σε βοηθούν να κουμπώσεις σωστά πάνω στη μοτοσυκλέτα και το αλουμινένιο σωληνωτό μονόμπρατσο ψαλίδι (από S4R) αντί για το πιο κοντό διπλό που είχε η μοτοσυκλέτα όταν βγήκε από το εργοστάσιο, έχουν δώσει ηρεμία και προοδευτικότητα στις χαμηλές ταχύτητες, όπου ήταν και η αδυναμία της.

Όμως και οι βασικές εμφανισιακές αλλαγές καθορίστηκαν με πρώτο μέλημα το αντίκτυπό τους στη συμπεριφορά της μοτοσυκλέτας. Για παράδειγμα τα δύο μακριά τελικά των εξατμίσεων πήγαν στα σκουπίδια και τώρα έχουμε μια custom-made εξάτμιση που το καζανάκι της είναι σχεδόν ενσωματωμένο στα κάρτερ του κινητήρα, δηλαδή όσο πιο κοντά γίνεται στο κέντρο βάρους της μοτοσυκλέτας. Το βαρύ ατσάλινο ρεζερβουάρ αντικαταστάθηκε με ένα carbon, όπως και κάθε άλλο χυτό ή πλαστικό μικρό εξάρτημα.

ANTOVPROJECT by Nimateck

Όπως το παλιό καλό κρασί

Κάποτε ήταν: Ducati 1000 SS του 2003

Τώρα είναι: Φόρος τιμής στον Hailwood

Ο “Καρχαρίας” δεν είναι παρατσούκλι μόνο για τα Kawasaki GPz 900 Ninja, αλλά το χρησιμοποιούν και οι Ducatisti για τα 750/800/900/1000 Supersport που είχε σχεδιάσει ο Pierre Terblanche το 1998 και έμειναν στην παραγωγή έως το 2006 όπου η Ducati σταμάτησε να κατασκευάζει αερόψυκτες μοτοσυκλέτες με φαίρινγκ και κλιπ-ον. Ο τελευταίος εκπρόσωπος των SS είχε κινητήρα 1000 κυβικών με δύο βαλβίδες και δύο μπουζί σε κάθε κεφαλή και ονομαζόταν DS (Dual Spark). Μια τέτοια μοτοσυκλέτα είναι η βάση για τούτη εδώ την Ducati, που έχει βγάλει από πάνω της τα ρούχα του Terblanche και τώρα φοράει χειροποίητα φαίρινγκ της Nimateck και ρεζερβουάρ από 900 SS του 1995, φυσικά ειδικά διαμορφωμένο για να ταιριάξει με το μεταγενέστερο πλαίσιο του 1000 SS.

Ακόμα και οι carbon βάσεις στήριξης των τελικών της εξάτμισης έχουν φτιαχτεί στο χέρι

 

Ο κινητήρας δεν έχει αλλαγές, όμως οι αναρτήσεις της Öhlins με τα ακτινικά φρένα της Brembo είναι από μια Aprilia Tuono Factory. Το συνολικό μέγεθος της μοτοσυκλέτας είναι εμφανώς μεγαλύτερο από οποιοδήποτε SS έχει βγει από το εργοστάσιο της Ducati και την ίδια αίσθηση αποκομίζεις όταν την καβαλάς.

Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο ιδιοκτήτης της είναι αρκετά πιο μεγαλόσωμος από οποιονδήποτε Ιταλό δοκιμαστή της Ducati… και η μοτοσυκλέτα έχει προσαρμοστεί για εκείνον. Έτσι, παρά το γεγονός ότι έχει σημαντικά μικρότερο βάρος από τη μοτοσυκλέτα που βασίζεται, ο όγκος της μεγάλης ζελατίνας δημιουργεί την ψευδαίσθηση μιας μεγάλης τουριστικής μοτοσυκλέτας. Tην αρχική εντύπωση ενισχύει η θέση οδήγησης, με τα κλιπ-ον πάνω από την πλάκα του πιρουνιού και τη φαρδιά και χαμηλή σέλα.

Έχει γίνει πολύ δουλειά για να ταιριάξει το ρεζερβουάρ των καρμπυρατέρ των SS των 90ies στο πλαίσιο του ψεκαστού 1000 SS
 

Η οδήγησή της δεν ξεφεύγει από την εικόνα, δείχνοντας ότι είναι μια μοτοσυκλέτα για ανοιχτούς επαρχιακούς δρόμους. Καθώς είμαστε από τους τυχερούς που έχουμε οδηγήσει στο παρελθόν τις μοτοσυκλέτες της σειράς Sport Classic και συγκεκριμένα την Paul Smart Replica 1000, μπορούμε να διαβεβαιώσουμε τον ιδιοκτήτη της αυτής εδώ της 1000 SS ότι η δική του μοτοσυκλέτα είναι καλύτερη!

Ογκώδες φαίρινγκ με αισθητική και χρώματα από την Ducati του Mike Hailwood
 

«Father and Son» by Giamouridis Kostas & Nikos

Οικογενειακή υπόθεση

Κάποτε ήταν: Suzuki GSX 400

Τώρα είναι: Ένα Bratstyle που αλλάζει τα στάνταρ

Αν όλες οι χολιγουντιανές ταινίες ήταν βγαλμένες από την ζωή, τότε αντί για το παραδοσιακό ψάρεμα, θα έπρεπε να βλέπουμε γονείς να δένονται με τα παιδιά τους, μαστορεύοντας ένα Bratstyle μηχανάκι… Ο "Son" της μαύρης μοτοσυκλέτας με το όνομα "Father and Son", ήταν επιφυλακτικός να την παραδώσει στα χέρια μας: "Είναι επικίνδυνη, το φρένο μπλοκάρει, είναι απότομο... να προσέχεις! Για να ξεκινήσεις θα χρειαστείς αυτό…" - Βγάζει ένα κλειδί και κρατά το τσοκ ανοικτό για λίγο, όσο μου δείχνει τους κριμένους πλάι στη σέλα διακόπτες. Δεν υπάρχει περίπτωση να την κλέψει κανείς, παρά μονάχα σηκωτή! Το συγκινητικό είναι ότι μιλάμε για άλλη μία εξαιρετική περίπτωση για τα ελληνικά δεδομένα, όπου ο ιδιοκτήτης όχι μόνο έχει επίγνωση για την κατασκευή του, αλλά παραδέχεται τα σημεία που θέλουν βελτίωση.

Πράγματι, το μηδενικής προοδευτικότητας εμπρός φρένο ήθελε προσοχή, ωστόσο ήταν θέμα μικρής συνήθειας να το διαγράψεις από πρόβλημα, ιδιαίτερα μετά τις προειδοποιήσεις. Φρέναρα επίτηδες με λιγότερο από δέκα χιλιόμετρα μόλις ξεκίνησα και χάνοντας τα μαρσπιέ κάτω από τα πόδια, ήξερα τι να περιμένω μετά την ευθεία, πριν μπούμε στο σλάλομ που κανονικά φρενάρεις απότομα. Σε αυτή την περίπτωση το "απότομα" είναι δεδομένο, οπότε κανένα πρόβλημα! Άλλο ήταν το σημείο που δεν ήσουν προετοιμασμένος να αντιληφθείς, παρόλο που τα πάντα στην όμορφη μοτοσυκλέτα το ομολογούσαν: Εξαιρετική κατευθυντικότητα στις αλλαγές κλίσης και μία ευελιξία που είναι εξαιρετικά δύσκολο να βρεις σε μοντέρνα μοτοσυκλέτα!

Με διαστάσεις «τόσο-όσο» αναδεικνύει ότι το απλό είναι πάντοτε όμορφο
 

Το μπροστινό από RD 250 του ’76 συνεργάστηκε με το παλιό ψαλίδι και το αμορτισέρ και η ευελιξία ενισχύθηκε από την μείωση όγκου, με πρώτο και καλύτερο το λιλιπούτειο χειροποίητο, αλουμινένιο ρεζερβουάρ, που εκτός των άλλων ενισχύει κατακόρυφα την εμφάνιση της μοτοσυκλέτας. Πίσω το πλαίσιο κόπηκε για να γίνει το "frame loop" και τοποθετήθηκε η custom σέλα με την χειροποίητη βάση. Η πληροφορία που μας δόθηκε ότι πίσω ο συνεπιβάτης κάθεται άνετα, δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην την δεχτούμε ως αληθινή, παρά το μικρό μήκος.

Εξαιρετικά λεπτή σιλουέτα, έξυπνα επιλεγμένο το μέγεθος των τροχών

Κρατώντας τα κέντρα από το RD, χρησιμοποίησαν στεφάνια Excel με ανοξείδωτες ακτίνες και επιλέγοντας 19 ίντσες εμπρός και 18 πίσω, πέτυχαν μία πολύ καλή κατανομή, στο ήδη μικρό βάρος. Τα ελαστικά προφανώς επιλέχθηκαν με βάση την εμφάνιση, χωρίς να μπορείς να αδικήσεις μία τέτοια κίνηση, αλλά με λίγο καλύτερη πρόσφυση το "Father and Son" μπορεί να οδηγηθεί εξαιρετικά γρήγορα και σε προδιαθέτει γι' αυτό η μινιμαλιστική του εμφάνιση.

Μπορεί αυτή την στιγμή να μην υπάρχει όργανο εμπρός, αλλά η αλήθεια είναι πως δεν το χρειάζεσαι. Ο κινητήρας δεν έχει αλλαγές, πέρα από το βάψιμο και την περιποίηση της τροφοδοσίας που δέχτηκε, αλλά παράγει όμορφο ήχο και σου δίνει να αντιληφθείς την ταχύτητά σου. Ηλεκτρικά και βάσεις για μπαταρία και φώτα έγιναν από τους ίδιους και το σύνολο είναι ταυτόχρονα μία από τις ομορφότερες της ημέρας, αλλά και από τις πιο ευκολοδήγητες!

Ducati TT1 replica

Τα διαμάντια είναι συμπιεσμένος άνθρακας

Κάποτε ήταν: Cagiva Alazurra του 1985

Τώρα είναι: Ψαγμένο ερωτικό βοήθημα για “δύσκολες περιπτώσεις”

Όταν έχεις ήδη γευτεί σχεδόν τα πάντα στη ζωή σου, απομένουν πλέον ελάχιστα πράγματα που μπορούν να σε ερεθίσουν και πολύ λιγότερα που μπορούν να σε αναστατώσουν. Το συγκεκριμένο Ducati ξεκίνησε την ζωή του ως Cagiva και συγκεκριμένα ήταν ένα κακάσχημο Alazurra 650. Τα μοντέλα της Cagiva ήταν πάντα μια προσπάθεια της οικογένειας Castiglioni να χτυπήσουν απευθείας τα ιαπωνικά εργοστάσια, όχι μόνο σε φιλικότητα χρήσης αλλά και σε τιμή. Φυσικά ήταν πλήρως αποτυχημένη, διότι οι Ιταλοί ποτέ δεν ήξεραν να φτιάχνουν φτηνές μοτοσυκλέτες γενικής χρήσης που μπορεί να ζήσει ο καθένας μαζί τους.

Το Alazurra 650 αντέγραφε αισθητικά τα Honda VF400F και VT500F, αλλά με πολύ χειρότερη ποιότητα κατασκευής και κακό φινίρισμα πλαστικών. Όμως κάτω από το ψευτο-μοντέρνο κουστούμι του έκρυβε το πλαίσιο και τον κινητήρα του Ducati Pantah 650, μιας supersport μοτοσυκλέτας δρόμου της Ducati που είχε ιμάντα για την κίνηση των εκκεντροφόρων και είχε γεννηθεί από τις θρυλικές ΤΤ1 και ΤΤ2 του Isle of Man. Η συγκεκριμένη Alazurra προοριζόταν ως “δωρητής οργάνων” για ένα Pantah, όμως η τύχη ήθελε να μπαίνει μια νεράιδα στο γκαράζ που ήταν παρκαρισμένη και να την μεταμορφώνει από Κυρά-Μαρία του χωριού σε Ιταλίδα Milfάρα! Δουλειά της σήμερα είναι να συμμετέχει σε track day και να κάνει φετιχιστικά κόλπα στον αναβάτη της. Την οδηγήσαμε λίγο και σε ακατάλληλο περιβάλλον, αλλά όσο χρειαζόταν για να καταλάβουμε γιατί οι παλιοί λέγανε ότι τα ιταλικά μηχανάκια “είχαν πλαίσιο” και τα γιαπωνέζικα “δεν είχαν πλαίσιο”.

Κυριολεκτούσαν! Σε σύγκριση με αυτή την μοτοσυκλέτα, το CBR 600F2 δεν είχε πλαίσιο αλλά… κρεμάστρα κινητήρα. Η συμπεριφορά του πλαισίου της στις αλλαγές κατεύθυνσης δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από τις πιο σύγχρονες και hi-end supersport της σημερινής εποχής. Είναι τόσο άμεση, τόσο ελαφριά και τόσο καλοζυγισμένη, που ούτε τα ακραία στενά και χαμηλά κλιπ-ον δεν την εμπόδιζαν να ελιχθεί ανάμεσα στις κορύνες.

Ο στεγνός ήχος που “μικρού” Desmo έχει σαφώς πιο αγωνιστική χροιά από τον βαρύ και μπάσο ήχο των μεγαλύτερου κυβισμού ιταλικών V2

 

Εκεί που το CBR 600F2 πέρναγε σαν ελέφαντας με αγκάθι στην πατούσα, η μεταμορφωμένη Cagiva είχε ένα αέρινο περπάτημα γεμάτο χάρη. Είναι τόσο σύγχρονη σε αίσθηση, που τα original φρένα ήταν μια εξόφθαλμη παραφωνία. Σε όλες τις υπόλοιπες μοτοσυκλέτες που οδηγήσαμε, αν έβαζες πιο δυνατά φρένα θα στράβωναν τα πιρούνια και το πλαίσιό τους. Σε τούτη εδώ, ένα ζευγάρι τετραπίστονες Brembo με 300 χιλιοστά δίσκους ήταν το μόνο που της έλειπε. Στις σκέψεις του ιδιοκτήτη είναι η αύξηση του κυβισμού στα 750cc μέσω αύξησης της διαμέτρου των εμβόλων και η προσθήκη δύο καρμπιρατέρ Dellorto 40 χιλιοστών.

Προσωπικά θα βεβήλωνα των ιταλικό πατριωτισμό με δύο Keihin FCR 41 χωρίς να αλλάξω τον κυβισμό, αλλά προφανώς δεν μου πέφτει λόγος… Πάντως κι έτσι όπως είναι ο κινητήρας δουλεύει καθαρά και γεμάτα μέχρι τις μεσαίες (το στροφόμετρο δεν δούλευε… οπότε το “μεσαίες” είναι με το αυτί και την αίσθηση) όπου ακολουθούσε ένα μικρό σκαλοπατάκι έξαρσης της δύναμης για 2000-3000 στροφές και μετά ο κινητήρας “κρεμούσε” πριν επέμβει κάποιος κόφτης στροφών. Σε αυτό το τελευταίο φάσμα στροφών ίσως βοηθήσουν τα μεγαλύτερα καρμπιρατέρ, θυσιάζοντας πιθανότατα την καλή απόκριση που έχει τώρα στο άνοιγμα του γκαζιού στις χαμηλότερες στροφές.

Ducati Scrambler 450

Όλα ανάποδα

Κάποτε ήταν: Ducati Scrambler 450 του 1970

Τώρα είναι: Καλύτερη απ’ όταν ήταν καινούρια

Οδηγώντας την Ducati Scrambler 450 του 1970 είναι πολύ εύκολο να καταλάβεις γιατί έκλεισαν όλα τα ευρωπαϊκά εργοστάσια μοτοσυκλετών και γιατί οι Ιάπωνες κυριάρχησαν από τις αρχές των 70ies μέχρι και τα μέσα του 2000, όπου η Ευρωπαίοι ξύπνησαν και σοβαρεύτηκαν. Πρέπει να ήσουν πολύ ανώμαλος το 1970 για να αγοράσεις μία από τις ακριβότερες on-off, που η μανιβέλα ήταν ακόμα αριστερά, είχε αποσυμπιεστή στο χέρι και ο λεβιές ταχυτήτων ήταν δεξιά με την 1η πάνω, δηλαδή όλα τα χειριστήρια εντελώς ανάποδα απ’ ότι σε μια σημερινή μοτοσυκλέτα. Όμως αυτό που το 1970 ήταν σκέτη τρέλα ως αγορά, σήμερα είναι το καλύτερο δώρο που μπορείς να κάνεις στον εαυτό σου.

Από την διαδικασία να την βάλεις μπροστά και να την ζεστάνεις, μέχρι να κάνεις μια απλή βόλτα μέχρι το περίπτερο, η απόλαυση που σου δίνει δεν συγκρίνεται με τίποτα. Διότι ποιο είναι το νόημα της οδήγησης μιας κλασικής μοτοσυκλέτας σήμερα; Να δείχνει απλώς “παλιά” στα μάτια των άλλων ή να ανοίγει μια τρύπα στο χρόνο και να σε μεταφέρει κατευθείαν σε άλλη διάσταση; Το Scrambler 450 κάνει ακριβώς αυτό, από το πρώτο λεπτό που θα το αντικρίσεις. Έχω τη βεβαιότητα ότι η συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα δουλεύει πολύ καλύτερα τώρα, παρά όταν ήταν καινούρια, αλλά αυτό δεν αλλάζει τα βαθιά συναισθήματα που σου δημιουργεί. Πρώτα απ' όλα, ποτέ στη ζωή μου δεν ένοιωσα τέτοια ικανοποίηση βάζοντας μπροστά έναν κινητήρα. Είναι μια ολόκληρη διαδικασία που σε κάθε βήμα της πρέπει όχι μόνο να ακολουθήσεις την σωστή σειρά κινήσεων, αλλά θα πρέπει να αναπτύξεις τηλεπαθητικές ικανότητες, ώστε να επικοινωνήσεις με την ψυχή του κινητήρα. Τουλάχιστον έτσι νοιώθεις! Είναι σαν να δίνεις εξετάσεις και περιμένεις από τον ήχο της εξάτμισης να σου πει αν δέχεται να την οδηγήσεις ή όχι.

Όλα ανάποδα… δεξιά ο λεβιές ταχυτήτων με την 1η πάνω

Όμως ακόμα κι αν πάρεις την έγκρισή της, δεν βγαίνεις στο δρόμο χωρίς να έχεις το μυαλό σου διαρκώς στους χειρισμούς που θα κάνεις. Αυτή είναι ουσιαστικά και η μαγεία από την οδήγησή της, δηλαδή το γεγονός ότι σε κάνει να νοιώθεις σπουδαίος απλώς και μόνο επειδή άλλαξες επιτυχημένα ταχύτητα με το δεξί πόδι χωρίς… να σκοτωθείς. Από το σημείο που θα αποδεχτείς ότι εκείνη είναι το αφεντικό και εσύ ο υπηρέτης της, ότι αυτή διατάζει και εσύ υπακούς, τότε ανακαλύπτεις ότι οι Ιταλοί ξέρανε από τότε να φτιάχνουν πλαίσια που 40 χρόνια μετά ξεφτιλίζουν (στην κυριολεξία…) τα σύγχρονα αντίγραφά τους.

Φυσικά και το Scrambler 450 του 1970 στρίβει καλύτερα από το Scrambler 400/800 του 2016 της Ducati, ή το R9T Scrambler του 2017 της BMW και το αντίστοιχο της Triumph. Από την άλλη μεριά, ο κινητήρας δεν είναι τόσο εντυπωσιακός όσο το στήσιμο του πλαισίου. Ήταν η πρώτη μονοκύλινδρη Ducati που οδήγησα στη ζωή μου και περίμενα ότι η Desmo κεφαλή και η street κουλτούρα της Ducati θα έδινε στον κινητήρα του Scrambler μια πιο εύστροφη και ανάλαφρη προσωπικότητα. Όμως στην πράξη δεν ξεφεύγει από τα χαρακτηριστικά των Thumper on-off, με μπόλικη ροπή από χαμηλά, γλυκιά λειτουργία στις μεσαίες και μπόλικους κραδασμούς ψηλά. Το κιβώτιο ταχυτήτων από την άλλη μεριά δούλευε υπέροχα και αν είχε τα ίδια χαρακτηριστικά όταν ήταν καινούριο, τότε απορώ πως βγήκε ο μύθος ότι τα παλιά Ducati είχαν σκληρά και ασαφή κιβώτια ταχυτήτων.

Honda Street café racer / caferacer by Karathanasis Akis & Xristos Stefanatos

Βγάλτε τα σε παραγωγή!

Κάποτε ήταν: Honda CB 400 SF

Τώρα είναι: Έργα τέχνης

Ήρθαν στο τέλος και κυριολεκτικά έκλεψαν την παράσταση! Τα δύο CB μπήκαν στο χώρο της εκδήλωσης και ρούφηξαν τον αέρα από τα καρμπυρατέρ των υπολοίπων… τέτοια ήταν η αντίδραση απέναντί τους. Οι ιδιοκτήτες είχαν έρθει μαζί με τον μηχανικό τους που είναι υπεύθυνος για όλη την δουλειά που έχει γίνει και που πιθανόν πηγαίνουν πλέον "πακέτο". Όχι με την έννοια ότι τον χρειάζονται, αλλά γιατί αντιληφθήκαμε ότι τώρα πια πρόκειται για φίλους. Οι τρεις τους αποτελούν μία παρέα που γνωρίστηκε στο δρόμο και έδεσε πάνω στα δύο αυτά café racer, αποτελώντας έτσι κομμάτι της ιστορίας τους, οπότε και πρέπει και να ειπωθεί.

Ο Άκης πέτυχε στον δρόμο τον Παναγιώτη, τον μηχανικό αλλά μονάχα κατά ιδιότητα και όχι κατ’ επάγγελμα και τον ρώτησε ποιος είχε φτιάξει το μηχανάκι που καβαλούσε. Μόλις άκουσε μία λέξη αντί για όνομα, όταν είδε τι είχε κάνει ο Παναγιώτης μόνος του, του ζήτησε να κάνει παράκαμψη για να κάνουν μία στάση. Η τυχαία γνωριμία, οδήγησε στο τέλος να περνούν κοντά τέσσερις μήνες μαζί, φτιάχνοντας το πράσινο CB . Ο Χρήστος ήταν κι αυτός πελάτης του Παναγιώτη, ο οποίος πλέον ετοιμάζεται να γίνει και μηχανικός κατ’ επάγγελμα, μόνιμα, και γρήγορα οι τρεις έγιναν μία παρέα, από όσα καταλάβαμε. Μία παρέα που χτίστηκε κυριολεκτικά πάνω στα café racer…

Το αποτέλεσμα των CB, τα οποία αγοράστηκαν για να "κοπούν" και να έρθουν σε αυτό το αποτέλεσμα, δικαιώνει την επιλογή των ιδιοκτητών να εμπιστευτούν έναν τυχαίο άνθρωπο που γνώρισαν στον δρόμο, αποτελώντας έτσι άλλο ένα σημείο που σπάει τα ελληνικά στερεότυπα. Στην Ελλάδα που αν δεν έχεις συστάσεις δεν κάνεις τίποτα, στην συγκεκριμένη περίπτωση οι συστάσεις ήταν απλώς η ίδια η δουλειά του Παναγιώτη…

Μιλάμε για Honda CB 400 SF, το πράσινο του ’98 και το κόκκινο του ’97, με το κόκκινο να είναι πιο "άγριο" όπως χαρακτηριστικά τόνισε ο Παναγιώτης. Κανένα από τα δύο βέβαια, δεν ακούγεται σαν Honda και επίσης κανένα από τα δύο δε βγάζει ήχο αντίστοιχο του κυβισμού του. Ο ήχος είναι μαγικός, έντονα βαθύς και δυνατός, που σε παραπέμπει σε κάτι πολύ μεγαλύτερο από πλευράς κυβισμού και σίγουρα σε κάτι με πολλά άλογα. Αντιθέτως όμως, το μίγμα είναι φτωχότερο και στα δύο κάτι που έγινε ως συνειδητή επιλογή και αποτελεί αν θέλετε κι ένα καλό παράδειγμα για το γεγονός ότι το αυτί αντιλαμβάνεται πρώτο την ταχύτητα. Όπως ακριβώς ισχύει και με το "μάτι χορταίνεις", έτσι και στις μοτοσυκλέτες ο ήχος παίζει πρωταρχικό ρόλο. Τόσο μεγάλο που θεωρείται ως βασική αιτία για το γεγονός ότι δεν έχει μεγαλώσει η αγορά των ηλεκτρικών εξαιτίας του, την στιγμή που στα αυτοκίνητα –για παράδειγμα- ο ήχος δεν παίζει τον ίδιο σημαντικό ρόλο…

Το πρώτο πράγμα στα CB ήταν να κοπεί το υποπλαίσιο και να γίνει ηλεκτροστατική βαφή. Έπειτα τοποθετήθηκε ντεπόζιτο από CB 750 KS 1973 και ρυθμιζόμενα clipon της Gilles, ενώ ήταν άκρως πετυχημένη η επιλογή του ΖΧ 636 (2005) για δωρητής πιρουνιού. Μέσα στο μεγάλο σλάλομ τα CB δεν είχαν κανένα περιορισμό. Το πράσινο με τον 18άρι εμπρός τροχό ήταν ελάχιστα πιο ευέλικτο, άλλα το κόκκινο ήταν εκείνο που θα μπορούσες να το περάσει για μοτοσυκλέτα 1200 κυβικών. Βασική αιτία γι' αυτό, είναι ότι το κόκκινο CB έχει ακόμα τις εργοστασιακές αναρτήσεις πίσω, αλλά ανεστραμμένο πιρούνι από ZXR 400, όπως και φρένα από την ίδια μοτοσυκλέτα. Στο πράσινο, τα πίσω αμορτισέρ πίσω είναι της Hagon και μία μικρή διαφορά την δημιουργούν…

Εξαιρετικά φρένα και από τις δύο, με συγκριτικά πολύ μικρές ιδιαιτερότητες ανάμεσα στις υπόλοιπες της εκδήλωσης. Στο πράσινο έχουμε 300mm δίσκο με τετραπίστονες ακτινικές δαγκάνες ενώ στο κόκκινο ο δωρητής συνέχισε να… δίνει, αφού εκτός από το πιρούνι και τα φρένα είναι από το ZXR 400. Σε αυτό το μηχανάκι έχει επίσης αλλαχθεί το ρεζερβουάρ, με δωρητή ένα CB 650 του ’79.

Υπέροχες σέλες, που πρέπει να έχουν αγανακτήσει οι τεχνίτες από την λεπτομέρεια που ζητήθηκε… έχουν κατασκευαστή σε δύο διαφορετικούς
 

Με τροχούς 18 ιντσών, αντί για 18-17 στο πράσινο, και το πιρούνι του ZXR, η συμπεριφορά στις απότομες αλλαγές κατεύθυνσης δεν ήταν το ίδιο συνυφασμένη με τα σημερινά δεδομένα, όπως στο δίδυμο αδερφάκι του που αποδείχτηκε τρομερά ευέλικτο. Αν τα δεις συγκριτικά, υπάρχουν αυτές οι μικρές διαφορές, αλλά ως μονάδες, αυτά τα δύο CB ήταν από τις ομορφότερες της εκδήλωσης. Ποιοτικά φτιαγμένα και με πολύ συγκεκριμένες επιλογές σε ρεζερβουάρ και υπόλοιπους δωρητές "οργάνων" τα CB αυτά θα στεκόντουσαν άνετα σε βιτρίνα καταστήματος!

BMW R100 Wassworks

Κομμένο και ραμμένο

Κάποτε ήταν: R45

Τώρα είναι: R100 αλά… Monster

Ο Βασίλης είναι φυσιοθεραπευτής, οπότε γνωρίζει πολύ καλά την ανατομία αλλά και τη γεωμετρία του ανθρώπινου σώματος. Γι' αυτό λοιπόν δεν κάνει ιδιαίτερη εντύπωση το ότι θέλησε να μεταμορφώσει ένα BMW R45 του 1982 σε κάτι που να θυμίζει… Monster. Άλλωστε, η έμπνευση για την μετατροπή, όπως μας λέει ο ίδιος, του ήρθε όταν ανέβηκε στη σέλα ενός δικύλινδρου της Ducati και από τότε έθεσε ως στόχο του να μεταφέρει στην μοτοσυκλέτα του την ίδια αίσθηση από τη θέση οδήγησης του Monster, και ταυτόχρονα να την φέρει ακριβώς στα μέτρα του.

Η πάνω πλάκα κάλλιστα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μηχανουργικό κόσμημα, ενώ το όργανο από R51 με το κρεμ φόντο και την βελόνα που γυρίζει αντίστροφα από τη φορά των δεικτών του ρολογιού όπως τα παλαιότερα Smiths, δένει απόλυτα με το συνολικό αποτέλεσμα

 

Με άλλα λόγια, ο ορισμός του custom made. Αυτό εξηγεί και την απάντηση του στο ερώτημα τι θα έφτιαχνε διαφορετικά, χωρίς τον περιορισμό των χρημάτων ή του χρόνου: Τίποτα, μας απάντησε ο Βασίλης, ο οποίος επιβεβαιώνει ότι είναι απόλυτα ευχαριστημένος με το αποτέλεσμα, το οποίο του στοίχησε συνολικά (χωρίς την αγορά της μοτοσυκλέτας) κοντά στα 5.000 ευρώ.

Όταν οι συμμαχικές δυνάμεις συνεργάζονται με τις δυνάμεις του άξονα: Γερμανική μοτοσυκλέτα με βρετανικά τελικά εξατμίσεων!

Πάνω στο… πρώην R45 δεν υπάρχει τίποτε που να μην έχει δεχθεί επεμβάσεις. Ξεκινώντας από τον κινητήρα, έγινε ένα ολοκληρωτικό restoring σε έναν κινητήρα από R100 (!) με 980 κυβικά, ο οποίος συνδυάζεται με δύο τελικά από Norton Commando. Τα εργοστασιακά αμορτισέρ αντικαταστάθηκαν από αντίστοιχα της Koni, τα οποία όμως χρησιμοποιούν τα ελατήρια των στάνταρ αμορτισέρ, ενώ το μπροστινό προέρχεται από Kawasaki ZX-6R με αλλαγές στους κώνους της συμπίεσης για να ταιριάξει στον χαρακτήρα της μοτοσυκλέτας.

Η σέλα δεν ακολουθεί το πρότυπο των Monster, αλλά είναι μια custom made σέλα φτιαγμένη με την αρχιτεκτονική των café racers

 

Στο πλαίσιο κόπηκαν οι βάσεις των μαρσπιέ για αναβάτη και συνεπιβάτη και τοποθετήθηκαν σε εντελώς διαφορετικά σημεία για να έρθουν, όπως αναφέραμε και πιο πάνω, στα μέτρα του ιδιοκτήτη της μοτοσυκλέτας. Οι πλάκες του μπροστινού είναι φτιαγμένες στο χέρι από τον Βασίλη, όπως και οι βάσεις για το όργανο (δανεισμένο από R51) και τις ενδεικτικές λυχνίες (οι οποίες προέρχονται από Honda CB…), καθώς και τα φλας, τα γκριπ και η βάση του προβολέα (που είναι ξεχωριστά αγορασμένος, αγνώστου προελεύσεως).

 

Το υποπλαίσιο είναι άλλο, βιδωμένο σε νέες βάσεις πάνω στο πλαίσιο, το οποίο μάλιστα είναι ενιαίο με την ουρά που παίζει και τον ρόλο της βάσης για την πινακίδα. Ιδιοκατασκευή είναι και η τάπα του ρεζερβουάρ, το οποίο προέρχεται από τον δότη του κινητήρα –το R100- ενώ και η σέλα είναι φτιαγμένη ειδικά για την συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα. Τα κλιπόνς είναι αγορασμένα after market και οι τροχοί πέρα από το διαφορετικό βάψιμο, φιλοξενούν δισκόφρενα από Triumph Speed Triple (μπροστά με ακτινικές δαγκάνες!) και από R1200GS (πίσω), με κατάλληλους αποστάτες για να ταιριάξουν πάνω στις ζάντες. Τέλος, το βάψιμο ανατέθηκε στο "Ιρίδιο" με το αποτέλεσμα να μην έχει να ζηλέψει τίποτε από το εργοστασιακό βάψιμο της BMW.

Το ερώτημα λοιπόν μέχρι να βρεθούμε στη σέλα του BMW… Monster, ήταν κατά πόσο είχε πλησιάσει το όραμα του ιδιοκτήτη του να θυμίζει ως θέση οδήγησης το δικύλινδρο της Ducati. Η αλήθεια είναι ότι οι γωνίες των ποδιών και η τοποθέτηση του σώματος θυμίζουν πολύ τις αντίστοιχες πάνω στα Monster της πρώτης γενιάς, μόνο που τα κλιπόν τοποθετούν τα χέρια πιο χαμηλά και κλειστά σε σχέση με το ίσιο τιμόνι των Ducati. Η γκαζιέρα ήταν ιδιαίτερα σκληρή, κάτι που όπως μας είπε ο ιδιοκτήτης της μοτοσυκλέτας θα διορθωθεί άμεσα με την αλλαγή στις ντίζες του γκαζιού, ενώ και ο συμπλέκτης έχει σχετική σκληρή λειτουργία, χωρίς όμως αυτό να επηρεάζει τις θετικότατες αλλαγές του κιβωτίου. Ο κινητήρας είναι πραγματικά απολαυστικός, με την χαρακτηριστική άνεση των διβάλβιδων boxer στο να προσφέρουν γενναιόδωρα τη ροπή τους από το ρελαντί σχεδόν, νιώθοντας την παραγωγή των χιλιογραμμόμετρων σε κάθε περιστροφή του βαριού στροφάλου. Μπορεί τα χαρακτηριστικά της απόδοσης να απέχουν παρασάγγες από την υστερία των ιταλικών δικύλινδρων, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αυτός ο χαρακτήρας δεν ταιριάζει γάντι στην συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα.

Τα γκριπ είναι μεταλλικά, φτιαγμένα στο χέρι από τον ιδιοκτήτη, με after market καθρέφτες που πιάνουν πάνω τους

 

Οι αναρτήσεις έχουν σαφώς πιο σφιχτή λειτουργία σε σχέση με τις αναρτήσεις που φορούσε η μοτοσυκλέτα στην μορφή παραγωγής, αλλά η επεμβάσεις στα ελατήρια των αμορτισέρ και στο σετάρισμα του πιρουνιού προσφέρουν ένα ικανοποιητικό επίπεδο άνεσης. Το μόνο που μπορεί να θυμίσει κάτι από την συμπεριφορά της μοτοσυκλέτας στην στάνταρ μορφή της είναι η βαριά αίσθηση του μπροστινού, κυρίως σε κλειστές στροφές και μανούβρες, αλλά αυτό είναι κάτι που μπορεί να "χωρέσει" σ' αυτό που είναι το κυρίως ζητούμενο και που η συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα το έχει επιτύχει: η προσωπικότητα.

Harley Street Glide Custom

Ο καμβάς

Κάποτε ήταν: Harley Street Glide του 2011

Τώρα είναι: Ό,τι πρέπει για την Daytona Bike Week

"Είσαι ο πρώτος και ο μοναδικός που θα οδηγήσει την μοτοσυκλέτα εκτός από εμένα", μου είπε ο Θοδωρής την ώρα που περιμέναμε να φουσκώσει η αερανάρτηση για να μπορεί να οδηγηθεί η μοτοσυκλέτα. Το Custom Street Glide του ήταν μια από τις πιο εντυπωσιακές παρουσίες του Test Ride. Δεν λέω η πιο όμορφη, γιατί αυτό είναι θέμα υποκειμενικό, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να μην χαζέψεις με το αποτέλεσμα της δουλειάς του Biker House που μέχρι στιγμής έχει κοστίσει σχεδόν 70.000 ευρώ. Είναι μια μοτοσυκλέτα που θα μπορούσες να δεις στο Daytona Bike Week να παρελαύνει στην παραλιακή λεωφόρο, ή να διαγωνίζεται σε κάποιο αμερικάνικο custom show.

Μπορεί το… ταμπλό να θυμίζει παλιά Chevy, και το τιμόνι να απέχει δυο μέρες δρόμο από τον μπροστινό τροχό, αλλά το στιλ ξεχειλίζει!

 

Κι αν σας εντυπωσίασε η αερανάρτηση (πίσω της Aero και μπροστά χειροποίητη), με τη συνέχεια θα σας κρεμάσει το σαγόνι. Για να αρχίσουμε από τα… απλά, μηχανικολογικά ο κινητήρας των 1680 κυβικών διαθέτει πλέον ξηρό συμπλέκτη, άλλο φίλτρο, πίπες με ενσωματωμένους τους πολλαπλασιαστές για τα μπουζί και διακοσμητικά καπάκια στον κινητήρα από τα after market της Harley. Το πλαίσιο δεν έχει κάποια αλλαγή, πέρα από τις διαφορετικές πλάκες με άλλο offset που δίνουν πολύ μεγαλύτερη κάστερ, για να χωρέσει ο μπροστινός τροχός των 26''! Οι ζάντες είναι φυσικά custom made ενώ τα μπροστινά δισκόφρενα έχουν αντικατασταθεί με άλλα, πολύ μικρότερα, τα οποία είναι μάλιστα κλειστά κάνοντας την μοτοσυκλέτα να δείχνει σα να μην έχει καθόλου φρένα.

Τα λόγια είναι περιττά. Τόσο το σχήμα, όσο και η αερογραφία με τις πολλαπλές στρώσεις βερνικιού αντανακλούν απόλυτα το πνεύμα των αμερικάνικων custom cruisers

 

Από εκεί και πέρα αρχίζει η γλυπτική. Το φαίρινγκ είναι χειροποίητο από πολυεστέρα, ενώ τα φανάρια προέρχονται από Kawasaki ZX-10. Στο χέρι είναι φτιαγμένο και το ρεζερβουάρ αλλά και ολόκληρο το ενιαίο πίσω μέρος από λαμαρίνα, το οποίο φιλοξενεί μια επίσης χειροποίητη σέλα. Η βαφή με την αερογραφία είναι όλα τα λεφτά, ενώ από πάνω έχουν περαστεί 12 (!) χέρια βερνίκι σε ένα αποτέλεσμα που θα ζήλευαν πολλοί tattoo artists και φυσικά το ape hanger τιμόνι είναι το κερασάκι στην τούρτα. Ο Θοδωρής ήρθε οδικώς από την Πάτρα –αυθημερόν- ενώ οδικώς έχει ταξιδέψει με την μοτοσυκλέτα για να συμμετάσχει σε διαγωνισμό στην Αυστρία, όπου πήρε και την πρώτη θέση. Οδηγικά πάντως, αν δεν έχει οδηγήσει κάποιος κάτι αντίστοιχο, είναι εξαιρετικά δύσκολο να αντιληφθεί ότι οι στροφές είναι μια διαδικασία που θέλει υπομονή και οι ευθείες μια νιρβάνα για eαsy riding…

SRX by Byron

Solo καριέρα

Κάποτε ήταν: Yamaha SRX

Τώρα είναι: Αυθεντική νέο-ρετρό κατασκευή

Πρόκειται για ένα από τα πιο όμορφα SRX που έχω δει και σοβαρή πρόταση στο customizing, κρύβοντας πολύ δουλειά επάνω του. Για αρχή έχουμε τον κινητήρα από XT 600 που μεγάλωσε στα 635 κυβικά με Wossner πιστόνι και αντίστοιχη φροντίδα στην τροφοδοσία. Οι επεμβάσεις στο πλαίσιο περιορίζονται στο μονόσελο και την διαφορετική σέλα, ενώ είναι ενδιαφέρουσα η τοποθέτηση μαρσπιέ από CBR 250 που φέρνει τα πόδια ψηλά και πίσω, σε μία στάση που αν και ξεφεύγει από αυτό που θα περίμενες, την συνηθίζεις πολύ γρήγορα. Σε αντίθεση με το έτερο SRX της παρέας, εδώ το TZR 250 προσέφερε το πιρούνι. Τα δισκόφρενα είναι ειδική παραγγελία από Γερμανία και οι δαγκάνες της Brembo, με την διαδρομή της μανέτας να είναι αρκετά προοδευτική. Μας άρεσε το τελικό κάτω από το μονόσελο και το custom πίσω φως, κι αυτό που θέλεις πλέον για να εκμεταλλευτείς τον ροπάτο και πρόθυμο κινητήρα, είναι ένα σετ καλύτερων ελαστικών και βελτίωση στην απόσβεση των αναρτήσεων. Ιδιαίτερα λεπτό και πολύ-πολύ όμορφο, με προσεγμένη βαφή ιριδίου και έξυπνες χρωματικές επιλογές, αυτό το SRX απέκτησε μία δεύτερη ζωή για τον ιδιοκτήτη του, αφού ξαναγύρισε στα χέρια του καιρό μετά τον πρώτο τους αποχωρισμό.

Viper café racer by Andronikos

Full metal

Κάποτε ήταν: Yamaha SRX

Τώρα είναι: Ντυμένο café racer

Ένα project που ποτέ δεν τελειώνει κι ένα μηχανάκι που πάντα θα υπάρχει, με την έννοια ότι αποτελεί αγαπημένη ασχολία του ιδιοκτήτη που πάντα θα βρίσκει κάτι νέο για να ασχολείται μαζί του! Δική του η βαφή, κατ’ επάγγελμα, κι επίσης δικές του όλες οι υπόλοιπες εργασίες, από χόμπι, με τον κινητήρα να έχει μεγαλώσει έχοντας νέο στρόφαλο, μπιέλα, κυλίνδρους αλλά και εξατμίσεις! Το πιρούνι προέρχεται από FZR400, όπως και οι τροχοί, με το ψαλίδι από TZR μαζί με μαρσπιέ, κοκοβιό και πλαϊνά.

Η λεπτομέρεια στην εμφάνιση της σέλα, για να ταιριάξει με το βαμμένο σύνολο, είναι αρκετά έξυπνη ιδέα

 

Οι δαγκάνες είναι από R1 και το σύνολο καταλήγει να είναι ομοιογενές και να δουλεύει, αν και παρουσιάζει μία μικρή αντίσταση όταν του ζητάς να στρίψει. Στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν και τα ελαστικά που δεν βοηθούσαν και υπερτόνιζαν την συμπεριφορά, ενώ θετική εντύπωση έκανε η ροπή και η ομαλή λειτουργία του κινητήρα, χωρίς μπερδέματα. Ιδανικά θα ήθελε μικρότερη φόρτιση του εμπρός τροχού.

CB 900F Café racer by Panos Grigorios

Μαύρη… μπύρα!

Κάποτε ήταν: Honda CB 900F-II του 1981

Τώρα είναι: Μια νυχτερινή βόλτα, μέρα μεσημέρι

Την καλύτερη περιγραφή για αυτή την μοτοσυκλέτα την δίνει ο ιδιοκτήτης της όταν λέει ότι η πηγή έμπνευσης είναι από τον τίτλο της ταινίας "Η πόλη Ποτέ δεν Κοιμάται". Διότι μπορεί στις φωτογραφίες να σας δίνει την εντύπωση ότι θα ταίριαζε να την παρκάρεις έξω από μια βρετανική pub και να την βγάλεις φωτογραφία μπροστά από μια παρέα μηχανόβιων που κρατάνε ένα ποτήρι μαύρη μπύρα στο χέρι, όμως η οδήγησή της δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τους βρετανικούς B-roads και τα café racer των ‘70ies. Τα κλιπ-ον απλώς κάνουν μια ήδη βαριά και δυσκίνητη μοτοσυκλέτα, ακόμα πιο δύσκολη στην οδήγηση.

Είναι ογκώδης, μακριά - σχεδόν τεράστια – και δεν κάνει καμιά προσπάθεια για να κρύψει τα κιλά της. Ως café racer είναι μόνο για τις φωτογραφίες, όμως αυτή η μοτοσυκλέτα έχει μαγικές ιδιότητες. Μπορεί να κάνει την μέρα νύχτα και να γυρίσει το ρολόι σου από τις δύο το μεσημέρι να δείχνει δύο τα χαράματα. Μια βόλτα στο πάρκινγκ του ΟΑΚΑ μεταμορφώνεται σε μεταμεσονύχτια τσάρκα στους σκοτεινούς δρόμους της Αθήνας. Μοιάζει σαν να είναι εμπνευσμένη από τα 70ies όμως στην πραγματικότητα είναι μια χρονομηχανή που σε μεταφέρει απευθείας στην καρδιά των 80ies.

Triumph T100

Η εκλεπτυσμένη

Κάποτε ήταν: Triumph T100 του 2010

Τώρα είναι: Όπως πρέπει!

Η Triumph T100 του Νίκου είναι από εκείνες τις περιπτώσεις customizing που χωρίς κάτι κραυγαλέο πάνω της, είναι κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που ήταν όταν εγκατέλειψε την γραμμή παραγωγής του εργοστασίου. Ο κινητήρας του διαθέτει διαφορετικό πρόγραμμα ECU, άλλο φίλτρο και πιο ελεύθερες εξατμίσεις από Thruxton. Οι αναρτήσεις είναι από την Bitubo (τα εσωτερικά του μπροστινού και τα δύο αμορτισέρ πίσω), αλλά η σημαντικότερη αλλαγή αφορά τους τροχούς, καθώς έχουν τοποθετηθεί ένας 18'' μπροστά (αντί του στάνταρ 19'') και μια φαρδύτερη ζάντα πίσω (από 3,50 σε 4,25) από την Central Wheel Components.

Η μπροστινή δαγκάνα έχει αντικατασταθεί με μια εντυπωσιακή εξαπίστονη (!) της Pretech σε συνδυασμό με σωληνάκια υψηλής πίεσης, ενώ το πίσω φανάρι και τα φλασάκια προέρχονται από την Street Twin. Το τιμόνι είναι πιο φαρδύ και πιο ίσιο από το στάνταρ, ενώ η χειροποίητη σέλα από τη Thedi Leathers και η υπέροχη βαφή από τον Θοδωρή Καποδίστρια, συμπληρώνουν ένα πολύ όμορφο σύνολο, το οποίο όχι μόνο οπτικά αλλά και οδηγικά είναι εντυπωσιακό. Οι αλλαγές σε κινητήρα και γεωμετρία λόγω τροχών το έχουν φέρει πολύ πιο κοντά σε απόδοση και συμπεριφορά με τα σύγχρονα δικύλινδρα Triumph.

Kawasaki ZRX 1200 byX

Ο άγνωστος Χ

Κάποτε ήταν: Μια μεγάλη γυμνή

Τώρα είναι: Καπνοπαραγωγός

Με ένα burnout που έφαγε ό,τι είχε απομείνει από το ήδη “τελειωμένο” πίσω ελαστικό, ο ιδιοκτήτης του ZRX 1200 έφυγε από την παρέα μας χωρίς να συμπληρώσει το ερωτηματολόγιο που είχαμε ετοιμάσει με τόσο κόπο. Έτσι, ο άγνωστος Χ με το φτιαγμένο ZRX 1200 έκτισε ένα πέπλο μυστηρίου γύρω του!

Ευτυχώς προλάβαμε και το φωτογραφίσαμε και το οδηγήσαμε, οπότε έχουμε δύο-τρία πράγματα να σας πούμε γι΄αυτό. Εμφανισιακά δεν έχουμε τρομερές αλλαγές ως προς το σχήμα της μοτοσυκλέτας, όμως οι χρυσές ζάντες (17 ιντσών αντί 18 εμπρός), το πιρούνι της WP και η εξάτμιση της Remus έχουν προσθέσει την απαραίτητη racing βαρβατίλα. Οδηγικά η συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα είχε τα προβληματάκια της, πιθανότατα λόγω των φαγωμένων ελαστικών που είχαν αλλοιώσει το αρχικό σχήμα της κορώνας τους, δημιουργώντας ένα σκαλοπάτι όταν πλάγιαζες τη μοτοσυκλέτα. Αυτά συμβαίνουν όταν κάνεις burn-out…

Kawasaki Z 900 by Giannis

Κάποτε ήταν: Ζ900 του 1975

Τώρα είναι: Καλοκουρδισμένο ρολόι

Οι λεπτομέρειες κάνουν τη διαφορά

Όπως και με το Honda CB 900FII έτσι και με αυτό εδώ το Z 900, εκείνο που μας εντυπωσίασε περισσότερο ήταν η άριστη λειτουργία του κινητήρα του. Γενικά εκείνη την ημέρα, περιμέναμε να δούμε τις παλιές μοτοσυκλέτες να είναι βελτιωμένες σε συμπεριφορά, λόγω των πολλών αλλαγών που είχαν στα περιφερικά εξαρτήματα και να εμφανίζουν προβλήματα οι κινητήρες τους που κουβάλαγαν στην πλάτη τους 20 , 30 ή 40 χρόνια “βαρέα και ανθυγιεινά”. Όμως τελικά αποδείχθηκε ακριβώς το αντίθετο και η συγκεκριμένη Z 900 δούλευε καλύτερα κι από καινούργια!

Η εξάτμιση της Devil ταιριάζει γάντι με την αισθητική της συγκεκριμένης μοτοσυκλέτας

 

 

Transalp 600 by Giorgos Koutroubas

Total Recall

Κάποτε ήταν: Honda Transalp 600

Τώρα είναι: Ένα Roadster με προοπτικές

Σε αυτή τη μοτοσυκλέτα υπάρχουν πολλά πράγματα που σε εντυπωσιάζουν πριν την βάλεις εμπρός. Το πρώτο φυσικά είναι ότι δυσκολεύεσαι αφάνταστα να πιστέψεις ότι ο Γιώργος ξεκίνησε την κατασκευής της έχοντας στα χέρια του ένα Honda Transalp 600. Παρά το γεγονός ότι ο V2 κινητήρας είναι γνώριμος σε όλους, η συνολική αισθητική της μοτοσυκλέτας δεν σπρώχνει το μυαλό σου προς το Transalp, αλλά περισσότερο προς τα Steed ή τα σπάνια στην χώρα μας Honda Roadster 400 που είχαν έρθει ως μεταχειρισμένα από την Ιαπωνία στα τέλη των 90ies.

Βέβαια για να φτάσουμε σε αυτή την ολική μεταμόρφωση, το μόνο που έμεινε από το Transalp είναι ο κινητήρας και το κάτω τμήμα του πλαισίου (βάση ψαλιδιού και βάσεις των κάρτερ). Το δεύτερο πράγμα που σε εντυπωσιάζει είναι η αισθητική αρτιότητα, με την έννοια ότι οι αναλογίες της μοτοσυκλέτας “κάθονται” σωστά στο μάτι, απ’ όποια μεριά κι αν την κοιτάξεις. Αυτό είναι δύσκολο να το πετύχουν ακόμα και οι επαγγελματίες σχεδιαστές των εργοστασίων! Το τρίτο πράγμα που σε εντυπωσιάζει αν σκεφτείς ότι ολόκληρο το πάνω τμήμα του πλαισίου φτιάχτηκε από την αρχή, είναι η θέση οδήγησης. Η επιλογή του ίσιου τιμονιού, το ύψος του, η απόσταση των μαρσπιέ από την σέλα και το σχήμα και ύψος της ίδιας της σέλας, έχουν ταιριάξει πολύ καλά μεταξύ τους, δημιουργώντας μια θέση οδήγησης που συνδυάζει την άνεση με μια επίφαση σπορ δυναμικής.

Σε επίπεδο φινιρίσματος είναι εύκολο να διακρίνεις τι έχει φτιάξει ένας επαγγελματίας και τι ο Γιώργος μόνος του. Το ρεζερβουάρ, η σέλα και το πίσω κάλυμμά της είναι “εργοστασιακής” ποιότητας, ενώ οι κολλήσεις του πλαισίου και το βάψιμό του ανήκουν στην κατηγορία Rat Bike. Παραδόξως όμως, αυτή η επιμελώς ατημέλητη συνολική εμφάνιση δουλεύει καλά και δεν ενοχλεί το μάτι. Στον τομέα των δυναμικών χαρακτηριστικών, η μοτοσυκλέτα του Γιώργου ακολουθεί πιστά την θεωρία, αλλά δεν ανταποκρίνεται στην πράξη. Οι τροχοί των 17 ιντσών εμπρός-πίσω όχι μόνο δεν βελτίωσαν την ευελιξία σε σχέση με τους 21/17 του Transalp, αλλά αντιθέτως δημιούργησαν ένα σκαλοπάτι στον τρόπο που πλαγιάζει η μοτοσυκλέτα. Η συμπεριφορά του πλαισίου θυμίζει περισσότερο cruiser παρά roadster, έχοντας την τάση να βαραίνει απότομα το τιμόνι προς τα μέσα όταν πλαγιάζει η μοτοσυκλέτα. Σίγουρα χρειάζεται αναθεώρηση ολόκληρη η γεωμετρία του πλαισίου αν θέλει ο Γιώργος να ταιριάζει η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας του με την συμπεριφορά της στο δρόμο. Όπως θα χρειαστεί να αφιερώσει λίγο χρόνο στα καρμπιρατέρ, όπου δείχνουν να μην συνεννοούνται καλά με τις φιλτροχοάνες τους.

Kawasaki W 800 Custom

Ο χιλιομετροφάγος

Κάποτε ήταν: Kawasaki W 800

Τώρα είναι: Ταξιδευτής και οδοιπόρος

Η περίπτωση του συγκεκριμένου W 800 δεν είναι από εκείνες που δεν αναγνωρίζεις τι μοτοσυκλέτα ήταν πριν. Αντιθέτως είναι από εκείνες που πρέπει να αφιερώσεις λίγο χρόνο για να καταλάβεις ότι δεν πρόκειται απλώς για ένα W800 που έχει φορτωθεί με αξεσουάρ. Το σκεπτικό του Χρήστου ήταν να φτιάξει έναν σύντροφο για μακρινά, ήρεμα, διερευνητικά ταξίδια και η επιλογή του W800 ήταν η καλύτερη βάση για να ξεκινήσει. Σε αντίθεση με το W650 που έχει ένα ζωηρό κινητήρα που του αρέσει να δουλεύει σε όλο το φάσμα στροφών, το μεγαλύτερο W800 προβάλει ένα πιο αρχοντικό χαρακτήρα, με έμφαση στη ροπή. Είναι μια μοτοσυκλέτα με ήρεμη δύναμη και αυτό επηρεάζει άμεσα την ψυχολογία του αναβάτη. Με δύο πίσω αμορτισέρ της Hagon, ελατήρια της Bitubo στο πιρούνι, μία μέτριου μεγέθους ζελατίνα στο τιμόνι και με μια αφράτη-παχιά σέλα της Corbin, το συγκεκριμένο W800 είναι έτοιμο να φορτωθεί βαριά και να φύγει από την πόλη κρατώντας ξεκούραστο τον αναβάτη του για πολλές ώρες.

Honda CBR 600F2 “Limited Edition”

Δεύτερη νιότη

Κάποτε ήταν: Supersport και Touring

Τώρα είναι: Μια όμορφη ιστορία από το παρελθόν

Ποτέ μην συναντάς τα ινδάλματα σου λένε οι Αγγλοσάξονες, εννοώντας ότι είναι καλύτερα να έχεις στο μυαλό σου την εικόνα ενός superstar όπως όταν ήταν στην ακμή της καριέρας του, παρά να τον δεις όπως είναι τώρα, γερασμένο και ξεκουτιασμένο από τα πολλά ναρκωτικά. Αυτό το λάθος έκανα κι εγώ οδηγώντας την CBR600F2 του Νίκου. Η πιο παλιά CBR600F που είχα οδηγήσει καινούρια ήταν η F3, που αποτελούσε μικρής έκτασης εξέλιξη της F2 και ήταν η πιο εύκολη, φιλική και “τα κάνω ΟΛΑ” μοτοσυκλέτα δρόμου. Από αγώνες μέχρι ταξίδια στην Ευρώπη, η CBR600F πρωταγωνιστούσε στις πίστες και στο δρόμο. Έτσι την είχα στο μυαλό μου μέχρι να καβαλήσω και να γκρεμιστούν όλα. Στα πρώτα πέντε λεπτά προσπαθούσαν να πείσω τον εαυτό μου ότι δεν οδηγάω το CBX1050F αλλά ένα CBR600F που κάποτε εγώ ο ίδιος έγραφα πόσο ελαφριά και εύκολη είναι στην καθημερινή οδήγηση.

Η θέση οδήγησης από μόνη της σε στέλνει πίσω στα 80ies με την χαμηλή σέλα και τα κλειστά και ψηλά τοποθετημένα κλιπόνς. Βαριά, δυσκίνητη και με μια άρνηση να πλαγιάσει, μου τράβηξε την γη κάτω από τα πόδια. Αντίθετα, ο κινητήρας της που περίμενα ότι μετά από 22 χρόνια θα έχει παραδώσει εντελώς το πνεύμα, αποδείχθηκε η μεγαλύτερη θετική έκπληξη της ημέρας. Ο Νίκος μας είπε ότι τον συμβούλεψαν να μην βάλει την συγκεκριμένη εξάτμιση της Akrapovic διότι θα χαλάσει την ομοιογένεια της απόδοσης του κινητήρα, όμως το αποτέλεσμα είναι πολύ καλό και το συγκεκριμένο CBR600F2 βάζει εύκολα τα γυαλιά σε σύγχρονές μοτοσυκλέτες με την γραμμική απόδοσή του και την πολύ καλή απόκριση στο γκάζι στις χαμηλές στροφές. Ίσως αν αλλάξει τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά ακολουθώντας τα κόλπα που έκαναν όσοι έτρεχαν σε αγώνες με τέτοιες μοτοσυκλέτες στα 90ies (σήκωμα η πίσω ανάρτηση και κατέβασμα οι πλάκες του πιρουνιού) να αποκτήσει πιο σύγχρονη συμπεριφορά το πλαίσιό της και να καταφέρει η CBR600F2 του Νίκου να ζήσει μια δεύτερη νεότητα.

 

ΔΕΙΤΕ ΠΛΟΥΣΙΑ ΣΥΛΛΟΓΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ ΑΠΟ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΕΣ ΜΕ ΚΑΘΕ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ: