Δοκιμή Zontes T310 και X310: πρώτες εντυπώσεις

Το on-off και το touring των 3.995€
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

17/3/2019

Αυτό το Σαββατοκύριακο ταξιδέψαμε έως τα Τρίκαλα, όπου η Γκοργόλης ΑΕ (εισαγωγέας των SYM, Daytona, Zontes και όχι μόνο…) μας προσκάλεσε για την παρουσίαση των πιο φρέσκων μοντέλων της για το 2019. Πέρα από το εξατάχυτο Super-παπί VF 185, που ήδη σας έχουμε κάνει μια σύντομη παρουσίαση με μετρήσεις και δυναμομέτρηση (διαβάστε ΕΔΩ) και το εντυπωσιακό HD 300 της SYM, την παράσταση έκλεψαν οι τρεις μοτοσυκλέτες των 312cc της Zontes. Την γυμνή έκδοση την έχουμε κάνει ήδη τεστ στο ΜΟΤΟ και καθώς μας είχε αφήσει πάρα πολύ καλές εντυπώσεις συνολικά με την ποιότητα, τον εξοπλισμό και τον σχεδιασμό της, περιμέναμε με αγωνία να οδηγήσουμε την T310 και την X310, δηλαδή την on-off και την Touring έκδοση. Βέβαια τα ονόματα που έχει διαλέξει η Zontes για τα μοντέλα σε μπερδεύουν λιγουλάκι. Το X310 είναι το touring με το ολόσωμο φαίρινγκ και τα ελαστικά δρόμου, ενώ το Τ310 είναι το On-Off, που έχει λίγο μεγαλύτερες διαδρομές αναρτήσεων (διαφορετικό πίσω αμορτισέρ και άλλο setup στο πιρούνι) και πιο On-Off ελαστικά. Είχαμε τις μοτοσυκλέτες αρκετή ώρα στη διάθεσή μας και τις οδηγήσαμε σε πολύ ενδιαφέρουσες διαδρομές. Στα Τρίκαλα έχουν φτιαχτεί τελευταία μερικόι ολοκαίνουριοι δρόμοι με φανταστικής ποιότητας άσφαλτο και καθόλου τοπική κίνηση. Αν σκοπεύετε να κάνετε κάποια εκδρομή στα Μετέωρα, πάρτε μαζί σας κι ένα ζευγάρι καινούριες ξύστρες και οδηγήστε στο δρόμο που φεύγει από το Μεγαλοχώρι προς το διπλανό βουνό… τύφλα να’ χουν οι Κανάριοι Νήσοι!

Πάμε όμως πίσω στα Χ310 και Τ310 που τα πράγματα είναι ακόμα πιο ενδιαφέροντα.

Οι δύο μοτοσυκλέτες στα χαρτιά μοιράζονται σχεδόν όλα τα μηχανικά μέρη (εκτός των αναρτήσεων, όπως είπαμε) όμως στην πραγματικότητα έχουν τεράστια διαφορά στη συμπεριφορά και την προσωπικότητά τους. Στη γρήγορη οδήγηση στα στροφιλίκια, το τουριστικό Χ310 είναι ίσως το καλύτερο σε αυτή την κατηγορία κυβισμού. Όχι τιμής, αλλά κυβισμού! Αυτό σημαίνει ότι το συγκρίνουμε με το BMW G310 και το KTM 390 Duke! Έχει πάρα πολύ καλή εργονομία θέσης οδήγησης και μια ευρωπαϊκού τύπου σφιχτή αίσθηση, η οποία σε γεμίζει σιγουριά και εμπιστοσύνη να το πιέσεις! Ο κινητήρας είναι γραμμικός σε απόδοση, με άριστη ρύθμιση του ψεκασμού και έχει έναν προοδευτικό συμπλέκτη, που σου κάνει εύκολη τη ζωή όταν οδηγάς μέσα στην πόλη. Το κιβώτιο ταχυτήτων είναι ελαφρύ, αλλά κάπως χαλαρό σε αίσθηση. Παρ’ όλα αυτά δεν έχασε ποτέ ταχύτητα, όσο βιαστικά κι αν κάναμε τις αλλαγές. Σε επίπεδο δύναμης και επιδόσεων δεν έχει φυσικά την απόδοση του 390 Duke, ούτε την ροπή μεταξύ 6000-8000 στροφών που έχει το G310, όμως είναι ζωηρός και ανεβάζει πρόθυμα στροφές έως τον κόφτη. Επίσης αν ξεχάσεις να κατεβάσεις ταχύτητα σε κάποια απότομη ανηφορική φουρκέτα, δεν σκορτσάρει, ούτε μουλαρώνει.

Με αυτή την άκρως θετική εικόνα από το τουριστικό X310, καβαλήσαμε το On-Off T310.

Οι διαστάσεις των τροχών είναι ίδιες εμπρός και πίσω, οπότε και εδώ έχουμε 17” εμπρός τροχό. Το προφίλ του ελαστικού φαίνεται με το μάτι λίγο πιο παχύ, αλλά δεν παίρνουμε και όρκο… Το Τ310 είναι πραγματικά πολύ εντυπωσιακό σε εμφάνιση και έχει το σωστό μέγεθος για αυτή την κατηγορία. Δεν είναι υπερβολικά ογκώδες για να σε δυσκολεύει μέσα στην πόλη ή τις χαμηλές ταχύτητες, ούτε όμως είναι υπερβολικά χαμηλή και μικροσκοπική για να χάνει την πανοραμική αίσθηση οδήγησης μια on-off. Θυμίζει πάρα πολύ το CB500X της Honda σε μέγεθος. Σε επίπεδο εξοπλισμού όμως, το Τ310 δεν έχει καμία σχέση με την σπαρτιάτική λογική του Honda.

Το Zontes έχει ακτινικές ρυθμιζόμενες μανέτες, σύστημα keyless με ηλεκτρομαγνητική κλειδαριά, ηλεκτρικά(!!!!) ρυθμιζόμενη σε ύψος ζελατίνα σε δύο θέσεις, ABS της Bosch που απενεργοποιείται, ηλεκτρομαγνητική τάπα βενζίνης(!!!!), fat-bar τιμόνι, full-led φώτα εμπρός και πίσω, ψηφιακά όργανα LCD, upside-down πιρούνι και ηλεκτρομαγνητική κλειδαριά σέλας η οποία έχει αντιολισθητικό κάλυμμα, αλάρμ και ECO riding Mode! Ναι, όλα αυτά είναι στάνταρ εξοπλισμός σε μια μοτοσυκλετα με τιμή 3.995€!

Με όλα αυτά στο μυαλό και με δεδομένο πως η οδήγηση του Χ310 μας είχε πραγματικά εντυπωσιάσει, καβαλήσαμε το Τ310 με πάρα πολλές και υψηλές προσδοκίες. Τις περισσότερες από αυτές μας τις επιβεβαίωσε, όμως φαίνεται πως οι αλλαγές στις αναρτήσεις που επέλεξε να κάνει η Zontes για το Τ310, χάλασαν λίγο τη συνταγή. Το σαφώς πιο έντονο αρχικό βύθισμα που έχει το πιρούνι του Τ310 σε σχέση με του Χ310 και το απλούστερο πίσω αμορτισέρ (του Χ310 έχει ξεχωριστό ρεζερβουάρ αζώτου) έχουν δώσει μια μικρή αίσθηση ασάφειας όταν αρχίζεις και πιέζεις το Τ310 στις στροφές.

Υπάρχει ένα μικρό όφελος στην άνεση στις πολύ χαμηλές ταχύτητες της πόλης, όμως συνολικά η άνεση του πιο σφιχτού Χ310 είναι καλύτερη από του μαλακού Τ310, γιατί σε κρατά πιο ήρεμο όταν πέφτεις σε συνεχόμενες λακκούβες. Επίσης η θέση οδήγησης είναι λιγότερο σπορ σε σχέση με του Χ310. Μια άλλη διαφορά είναι στα μαρσπιέ, όπου το Χ310 έχει λεπτά αγωνιστικού τύπου και το πόδι σου χωράει άνετα κάτω από τον λεβιέ ταχυτήτων για να ανεβάσεις ταχύτητα αν φοράς μπότα, ενώ το Τ310 έχει πλατιά on-off μαρσπιέ με χοντρό λάστιχο πάνω τους, με αποτέλεσμα να το πέλμα του ποδιού σου να είναι λίγο πιο ψηλά σε σχέση με το λεβιέ ταχυτήτων και να πρέπει να λυγίσεις έντονα το κουτουπιέ του ποδιού σου για να το βάλεις κάτω από τον λεβιέ ώστε να ανεβάσεις ταχύτητα.

Ένα επίσης σημείο βελτίωσης αφορά την οθόνη των οργάνων, όπου στο τουριστικό Χ310 είναι πιο κάθετα τοποθετημένο και έχει λιγότερες αντανακλάσεις, ενώ στο on-off Τ310 το βαράει ο ήλιος και δεν βλέπεις σχεδόν τίποτα όταν έχεις τον ήλιο στην πλάτη.

Γενικά τα όργανα έχουν τα πάντα από ενδείξεις και είναι εντυπωσιακά σε σχεδίαση, αλλά δυσανάγνωστα όταν οδηγάς.

Προφανώς, αυτή η σύντομη διαδρομή που κάναμε δεν επαρκεί για να βγάλουμε τελικά συμπεράσματα. Η Γκοργόλης ΑΕ μας υποσχέθηκε πως θα διαθέσεις για πλήρες τεστ τις μοτοσυκλέτες της Zontes και δεν σας κρύβουμε πως ανυπομονούμε να τις έχουμε στα χέρια μας για μια πλήρη δοκιμή. Στα 3.995€ δεν βρίσκεις καινούριες μοτοσυκλέτες που να υπόσχονται τόσα πολλά στον ιδιοκτήτη τους.    

      

Δοκιμή ελαστικών: Pirelli Supercorsa SP, Supercorsa BSB, Metzeler M9 RR

Μία οικογένεια, τρία ελαστικά
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

1/3/2021

Στα πλαίσια του συγκριτικού τεστ των  streetfighter που κάναμε στο δρόμο και στην πίστα των Σερρών, δοκιμάσαμε τρεις διαφορετικούς τύπους supersport ελαστικών του ομίλου Pirelli/Metzeler. Πρόκειται για τα Pirelli Supercorsa SP, Pirelli Supercorsa BSB και Metzeler M9 RR, όπου το πρώτο το βάλαμε στο Ducati Streetfighter V4, το δεύτερο στο Kawasaki Z-H2 και το τρίτο στο KTM 1290 Superduke R.

Τα Pirelli Supercorsa SP τα έχουν ήδη επιλέξει η Ducati, η Kawasaki και η Honda, ως ελαστικά πρώτης τοποθέτησης στις κορυφαίες εκδόσεις των superbike μοτοσυκλετών τους, ενώ τα Metzeler M9RR τα έχει επιλέξει η BMW στο νέο S1000RR. Αυτό από μόνο του σημαίνει πως είναι ελαστικά υψηλών επιδόσεων με έγκριση τύπου για οδήγηση στο δρόμο, αλλά μπορούν να γράψουν και εξίσου καλούς χρόνους στην πίστα.

Φυσικά όπως συνηθίζουν τα εργοστάσια, ζητούν από τις εταιρείες ελαστικών να κάνουν κάποιες μικρές ή μεγάλες αλλαγές, ώστε τα ελαστικά να ταιριάζουν στις εξειδικευμένες απαιτήσεις των δικών τους μοντέλων. Για παράδειγμα η Honda απαίτησε από την Pirelli ισχυρότερο σκελετό για το πίσω ελαστικό του νέου CBR1000RR-R Fireblade, ενώ η Ducati ζήτησε το πίσω ελαστικό να έχει προφίλ 60% (200/60-17) ώστε η γεωμετρία του να είναι όμοια με των αγωνιστικών slick ελαστικών.

Τέτοιες διαφορές δημιουργούν κάποιες φορές πονοκέφαλο στους ιδιοκτήτες, διότι δεν βρίσκεις πάντα διαθέσιμους αυτούς τους εξειδικευμένους τύπους ελαστικών. Ευτυχώς τα σύγχρονα ηλεκτρονικά και η τεχνολογία αυτού του επιπέδου ελαστικών, σου αφήνουν το περιθώριο να επιλέξεις και τους παραπλήσιους τύπους, χωρίς να μεταβληθούν δραματικά τα χαρακτηριστικά της μοτοσυκλέτας σου.

Άλλωστε και τα ίδια τα εργοστάσια σου δίνουν περισσότερες από δύο επιλογές, όχι μόνο στον τύπο του ελαστικού, αλλά ακόμα και στη μάρκα. Για παράδειγμα η Yamaha έβαζε στην απλή έκδοση της R1 πίσω ελαστικό 195/50-17 ενώ στην έκδοση Μ έβαζε 200/55-17, χωρίς αλλαγές στο λογισμικό των ηλεκτρονικών, καθώς πλέον δεν παίρνουν δεδομένα από τους αισθητήρες του ABS αλλά από την IMU και τους αισθητήρες των πέντε ή έξι κατευθύνσεων που διαθέτουν.

Το ίδιο κάνει η Aprilia με τις απλές και Factory εκδόσεις των Tuono 1100 και RSV4 1000/1100, όπως επίσης η BMW και τα ιαπωνικά εργοστάσια βάζουν διαφορετικής μάρκας ελαστικά, ανάλογα την αγορά ή το εξάμηνο παραγωγής! Όχι μόνο αυτό, αλλά δεν αποτελεί έκπληξη που κάποιες επιλογές των εργοστασίων βασίζονται – δυστυχώς – μόνο σε οικονομικά κριτήρια και δεν είναι λίγες οι φορές που έχουμε δει κορυφαίας απόδοσης μοτοσυκλέτες να έχουν χαμηλότερων προδιαγραφών ελαστικά, σε σχέση με τις υπόλοιπες ικανότητές τους.

Όλα αυτά τα λέμε για να ξεκαθαρίσουμε εξαρχής, πως τα ελαστικά πρώτης τοποθέτησης της μοτοσυκλέτας μας δεν αποτελούν δέσμευση για την επιλογή των νέων που θα βάλουμε όταν χρειαστεί να τα αντικαταστήσουμε.

 

Φυσικά, όταν αλλάζεις μάρκα ή μοντέλο και πολύ περισσότερο διάσταση ελαστικών, θα υπάρξουν διαφορές στη συμπεριφορά της. Κάποιες θα είναι προς το καλύτερο και κάποιες προς το χειρότερο, αναλόγως ποιες είναι οι επιδιώξεις και οι επιθυμίες σου.

Το Ducati Streetfighter V4 παραδίδεται στους ιδιοκτήτες του με τα Pirelli Rosso Corsa. Πρόκειται για ένα premium μοντέλο της Pirelli με τρεις γόμμες για τις πέντε ζώνες που είναι χωρισμένο το πίσω ελαστικό. Το συγκεκριμένο ελαστικό το είχαμε δοκιμάσει εκτενώς όταν παρουσιάστηκε το 2018 πάνω στο Aprilia RSV4 Factory και η φιλοσοφία του είναι η μεγαλύτερη διάρκεια ζωής, διατηρώντας σε αρκετά μεγάλο βαθμό μέσα στην πίστα τα δυναμικά χαρακτηριστικά των Supercorsa. Ως εκ τούτου, αυτή η επιλογή της Ducati βασίζεται περισσότερο για χρήση στο δρόμο, όπου η μεγάλη διάρκεια ζωής είναι σημαντικός παράγοντας.

Σε αυτό το συγκριτικό, στο Streetfighter V4 βάλαμε τα Supercorsa SP. Πρόκειται για μια κλασική και δοκιμασμένη επιλογή των ιδιοκτητών superbike, η οποία στοχεύει σε όσους κάνουν track day, αλλά παράλληλα απολαμβάνουν την γρήγορη οδήγηση και στο δρόμο. Και αυτό το ελαστικό έχει τεχνολογία διαφορετικής σύνθεσης γόμας, όμως εδώ είναι δύο για το πίσω ελαστικό και όχι τρεις όπως στο Rosso Corsa. Η γόμμα στο κέντρο του ελαστικού έχει σχεδιαστεί για μειωμένη φθορά, ενώ η γόμα που βρίσκεται στο πλάι έχει σύνθεση που προσφέρει σταθερό και υψηλού επιπέδου κράτημα στην πίστα, χωρίς να παρουσιάζει συμπτώματα υπερθέρμανσής και απότομη πτώση της απόδοσής του.

Επίσης έχει διαφορετική γεωμετρία κορόνας και είναι ένα από τα ελαφρύτερα ελαστικά στην κατηγορία του. Όμως τί σημαίνουν όλα αυτά; Όσο η μοτοσυκλέτα είναι εντελώς όρθια δεν πρόκειται να αντιληφθείς κάποια διαφορά σε σχέση με τα Rosso Corsa, οδηγώντας την Streetfighter V4 στο δρόμο. Η γεωμετρία του πλαισίου, η κατανομή βάρους και η μελετημένη αεροδυναμική της ιταλικής μοτοσυκλέτας, την κρατούν “βιδωμένη” πάνω στην άσφαλτο, οπότε η πιο “τριγωνική” κορώνα του εμπρός Supercorsa SP δεν έχει επιπτώσεις στη σταθερότητα.

 

Προφανώς το πίσω δεν θα έχει την ίδια διάρκεια ζωής αν κάνεις πολλά χιλιόμετρα στην εθνική με υψηλές ταχύτητες, όμως θα αντέχουν πολύ περισσότερο από τα προηγούμενης γενιάς semi-slick ελαστικά με την ενιαία γόμα. Ειδικά σε αυτή τη μοτοσυκλέτα που δεν ξεπερνά τα 207 κιλά με γεμάτο το ρεζερβουάρ, η φθορά στο κέντρο ήταν ανεπαίσθητη, παρά τους 180 πραγματικούς ίππους που το μαστιγώνουν. Οι διαφορές αρχίζουν όταν πλαγιάσεις τη μοτοσυκλέτα, όπου γίνονται αρκετά πιο αισθητές οι σχεδιαστικές επιλογές της Pirelli. Το Supercorsa SP αφήνει τη μοτοσυκλέτα να πλαγιάσει πιο γρήγορα και το τιμόνι έχει πιο ελαφριά αίσθηση, λόγω της πιο γρήγορης γεωμετρίας της κορώνας και του μειωμένου γυροσκοπικού φαινομένου, καθώς είναι πολύ ελαφρύ ελαστικό. Από την άλλη μεριά όμως θέλει περισσότερη ώρα για να έρθει σε ιδανική θερμοκρασία λειτουργίας και δεν απορροφά τις ανωμαλίες τους δρόμου με την ίδια ηρεμία που το κάνει το Rosso Corsa στην χαμηλές ταχύτητες της πόλη και των σφικτών επαρχιακών δρόμων. Φυσικά στην πίστα, όπου η ποιότητα της ασφάλτου είναι πολύ καλύτερη και κυρίως πιο ομαλή, το Supercorsa SP έχει μόνο πλεονεκτήματα.

 

Πέρα από την ταχύτερη αλλαγή πορείας, η βασική διαφορά του Supercorsa SP στην πίστα είναι στο σταθερό επίπεδο του κρατήματος μετά των πέμπτο-έκτο γύρο. Σε αυτό το σημείο, τα ελαστικά δρόμου αρχίζουν και δείχνουν σημάδια υπερθέρμανσης, κάτι απόλυτα λογικό αφού έχουν σχεδιαστεί με προτεραιότητα την άμεση επίτευξη θερμοκρασίας λειτουργίας.

Αντιθέτως το Supercorsa SP δείχνει την αγωνιστική καταγωγή του και συμπεριφέρεται ως γνήσιο semi-slick ελαστικό, προφέροντας μεγάλη επιφάνεια επαφής με την άσφαλτο και σταθερά υψηλό κράτημα για πολλούς συνεχόμενους γύρους. Σε σχέση με το Rosso Corsa που είχαμε δοκιμάσει στο Aprilia RSV4 στην πίστα των Σερρών, το Supercorsa SP είχε αναμενόμενα περισσότερη φθορά στο τέλος της ημέρας και είναι το δίκαιο τίμημα που πρέπει να πληρώσεις όταν επιλέγεις ελαστικά της κατηγορίας των semi-slick.

Στα πλεονεκτήματα του Supercorsa SP θα πρέπει να βάλουμε και το γεγονός της μεγάλης γκάμας διαστάσεων που τα προσφέρει η Pirelli.

Το εμπρός ξεκινά από την διάσταση 110/70-17 και το πίσω από την 140/70-17 και φτάνει έως την 200/60-17, καλύπτοντας όλους τους κυβισμούς σπορ μοτοσυκλετών από τα 125 κυβικά με τους 15 ίππους έως και τα θηρία των 1100 κυβικών και τους 200+ ίππους στον πίσω τροχό. Γι' αυτό άλλωστε και το χρησιμοποιούν σε πολλών ειδών αγώνες ενιαίου τύπου στα εθνικά πρωταθλήματα της Ευρώπης, από τις κατηγορίες SS300 έως και Superstock 600/1000.

Ταυτόχρονα με το Supercorsa SP, στη διάθεσή μας είχαμε και το Supercorsa BSB… Μπερδευτήκατε με τα ονόματα; Και εμείς μπερδευτήκαμε δυο-τρεις φορές όταν αλλάζαμε τα ελαστικά στις μοτοσυκλέτες, διότι σε εμφάνιση δεν διαφέρουν από τα SP.

Ούτε όμως θα καταλάβεις διαφορά ανάμεσα στο SP και το BSB αν δεν πιέσεις οριακά μέσα στην πίστα τη μοτοσυκλέτα. Το όνομά του το πήρε από το εθνικό πρωτάθλημα superbike της Βρετανίας και η Pirelli το παρουσίασε το 2009 ως την έκδοση δρόμου του καθαρόαιμου αγωνιστικού slick. Σήμερα βρίσκεται τιμολογιακά κάτω από το Supercorsa SP και αποτελεί την πιο συμφέρουσα οικονομικά επιλογή για όποιον θέλει κράτημα και συμπεριφορά semi-slick ελαστικού, χωρίς να βάλει πολύ βαθιά το χέρι στην τσέπη.

Το συγκεκριμένο ελαστικό το βάλαμε στο Kawasaki Z-H2, που φοράει από το εργοστάσιο τα Pirelli Rosso III. Σε αυτή τη μοτοσυκλέτα η διαφορά μεταξύ του sport-touring Rosso III και του semi-slick Supercorsa BSB ήταν εμφανέστατη από την πρώτη στιγμή, όχι μόνο μέσα στην πίστα, αλλά και στο δρόμο. Η γυμνή μοτοσυκλέτα της Kawasaki έχει αρκετά μεγαλύτερο βάρος στα 240 κιλά και επίσης έχει πολύ γκάζι και ροπή. Ως αποτέλεσμα, στο δρόμο ζέσταινε πολύ πιο γρήγορα τα Supercorsa BSB, απ’ ότι το ελαφρύτερο Ducati Streetfighter τα Supercorsa SP και δεν υπήρχε ευδιάκριτος συμβιβασμός σε αυτόν τον τομέα σε σχέση με τα sport-touring ελαστικά. Από την άλλη μεριά, η τριγωνική κορόνα των BSB επηρεάζει άμεσα τη συμπεριφορά του Ζ-Η2 σε όλες τις ταχύτητες κάνοντας το τιμόνι πιο άμεσο στις αντιδράσεις του, αλλά ταυτόχρονα και πιο ευαίσθητο στις ανωμαλίες του δρόμου. Έτσι δεν λείπουν τα κουνήματα στο τιμόνι αν περάσεις με τέρμα ανοιχτό το γκάζι πάνω από ανωμαλίες.

Στην πίστα το Ζ-Η2 έχει μικρά περιθώρια κλίσης λόγω των μαλακών αναρτήσεων και της χαμηλά τοποθετημένης εξάτμισης και των μαρσπιέ. Οπότε το πλεονέκτημα του υψηλότερου κρατήματος υπό κλίση των BSB δεν σου χρησιμεύει σε κάτι.

Με άλλα λόγια, η επιλογή του Rosso III από την Kawasaki ως ελαστικό πρώτης τοποθέτησης στο Ζ-Η2 θα ικανοποιήσει ένα ευρύτερο κοινό και η τοποθέτηση ενός semi-slick όπως το Supercorsa BSB είναι για εκείνους που θέλουν να βελτιώσουν την ευελιξία της μοτοσυκλέτας, θυσιάζοντας την διάρκεια ζωής σε βάθος χρόνου.

Το τρίτο ζευγάρι ελαστικών της παρέας μας ήταν τα Μetzeler M9RR και είχαν εξίσου δύσκολο έργο, καθώς έπρεπε να αντιμετωπίσουν την κτηνώδη ροπή του αυστριακού V2 του KTM 1290 Superduke.

Πρόκειται για μία από τις πιο πρόσφατες αφίξεις στην κατηγορία των hypersport ελαστικών, με το BMW S1000RR να είναι η πρώτη μοτοσυκλέτα παραγωγής που το φόρεσε ως πρώτη τοποθέτηση από το εργοστάσιο. Μετά από αυτή δόκιμή των streetfighter μπορούμε να πούμε πως συμφωνούμε απόλυτα με την επιλογή της BMW, καθώς τα M9 RR σκοράρουν πολύ υψηλή βαθμολογία σε όλους τους τομείς χρήσης των μοντέρνων υπερ-μοτοσυκλετών, τόσο στο δρόμο όσο και στην πίστα. Η συνεργασία του με τα σύγχρονα ηλεκτρονικά βοηθήματα ήταν άψογη και παρά την τεράστια διαφορά στον τρόπο απόδοσης του V2 κινητήρα της KTM σε σχέση με τον τετρακύλινδρο της superbike της BMW, δεν προκαλούσε πρόωρη επέμβαση του traction control ή του cornering ABS.

 Ερχόταν αρκετά γρήγορα σε θερμοκρασία λειτουργίας στους ελληνικούς δρόμους και διατηρούσε σταθερή την απόδοσή του για μεγάλα χρονικά διαστήματα μέσα στην πίστα.

Η γεωμετρία της κορόνας του είναι μεν σπορ και κοντά στα semi-slick ελαστικά, αλλά δεν φτάνει στα άκρα. Οπότε ακόμα και στο 1290 Superduke R, που είναι από τις ελαφρύτερες και πιο ευέλικτες γυμνές μοτοσυκλέτες της αγοράς, διατήρησε το επίπεδο σταθερότητας και δεν εμφανίστηκαν ανεπιθύμητες αντιδράσεις. Με άλλα λόγια, πρόκειται για ένα ζευγάρι ελαστικών που σου επιτρέπει να εκμεταλλευτείς τις δυνατότητες μιας σύγχρονης, παντοδύναμης και γεμάτης ηλεκτρονικά streetfighter ή superbike, χωρίς να απαιτεί τους συμβιβασμούς ενός semi-slick ελαστικού στο δρόμο ή ενός sport-touring ελαστικού στην πίστα.

 Για την πλειοψηφία των ιδιοκτητών sport και supersport μοτοσυκλετών, τα M9 RR της Metzeler είναι μια άριστη επιλογή για να απολαύσουν τις δυνατότητες της μοτοσυκλέτας τους σε κάθε είδους άσφαλτο 365 μέρες το χρόνο. Οι διαθέσιμες διαστάσεις καλύπτουν όλο το φάσμα κυβισμών, από τα 125cc έως και τα 1300cc, οπότε αποτελούν πολύ καλή αναβάθμιση για τις μικρο-μεσαίες supersport που έχουν κατά κανόνα φτηνιάρικα ελαστικά από το εργοστάσιο και πολλές φορές σε λάθος διάσταση για το πλάτων της ζάντας!