#MENOUMESPITIMEMOTO: Honda vs Ducati vs Triumph - Συγκριτικό Naked - Αρχείο Περιοδικού ΜΟΤΟ

Χωρίς...ρούχα φαίνονται οι διαφορές
24/3/2020

Δεσμώτης του ιλίγγου

Απέναντι σε όσους πιστεύουν ότι οι naked είναι μαζοχισμός, οι λάτρεις της κατηγορίας δεν έχουν παρά να δείξουν ανωτερότητα και προκλητικά να δηλώσουν ένοχοι επιλέγοντας ποινή. Εμείς έχουμε ετυμηγορίες για όλα τα γούστα, από ισόβια δεσμά μέχρι πολυετή φυλάκιση και κάθειρξη με αναστολή. Εσείς δεν έχετε παρά να διαλέξτε πόσο θέλετε να μαυρίσετε το ποινικό σας μητρώο.

Μένουμε σπίτι και το ΜΟΤΟ βάζει ένα λιθαράκι για να γίνει ακόμη πιο ευχάριστη αυτή διαμονή! Μια ελάχιστη προσφορά στους αναγνώστες μας με παλαιότερα άρθρα του περιοδικού που αποτελούν σημείο αναφοράς, τα οποία θα σας ταξιδέψουν, θα σας γεμίσουν με αδρεναλίνη, θα σας κάνουν να γελάσετε, θα σας κάνουν να προβληματιστείτε και -το κυριότερο- θα σας κρατήσουν συντροφιά αυτές τις δύσκολες ώρες που περνάμε όλοι. Μια πρώτης τάξεως αφορμή για να μείνουμε σπίτι, με ή χωρίς καραντίνα...!

Το άρθρο προέρχεται από το αρχείο του περιοδικού ΜΟΤΟ και αναδημοσιεύεται από την αρχική του μορφή δίχως αλλαγές. Αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του περιοδικού, μαζί με τις φωτογραφίες που το συνοδεύουν. Απαγορεύεται οποιαδήποτε αντιγραφή, οικειοποίηση μέρους ή του συνόλου του κειμένου και των φωτογραφιών, παραλλαγή ή χρήση πέραν της ανάγνωσης.

Το πρόβλημα είναι ότι στις μέρες μας η πλειοψηφία των ανθρώπων δεν θέτει ερωτήσεις και όταν το κάνει δεν είναι καίριες. Δεν υπάρχει αναζήτηση και προβληματισμός, οι περισσότεροι είναι απόλυτοι σε μια γνώμη που υιοθέτησαν και γυρνάνε έπειτα με μια καρφίτσα στο χέρι έτοιμοι να κολλήσουν ταμπελάκια με χαρακτηρισμούς. Αδυνατούν να δουν την συνολική εικόνα και αντί αυτού ακολουθούν εδραιωμένες αντιλήψεις και στερεότυπα, τυφλά, χωρίς κριτική. Στις μέρες μας έχει ελαχιστοποιηθεί η κρίση και έχει διογκωθεί ο φανατισμός. Δεν αναπτύσσονται νοητικοί μηχανισμοί διάκρισης του ουσιώδους απ' το επουσιώδες, του σημαντικού από το ασήμαντο. Αλλά βλέπετε είναι πιο εύκολο να ακολουθείς λεωφόρους από το να μπαίνεις σε μια ζούγκλα με την ματσέτα στο χέρι.

Ενώ Triumph και Ducati ψάχνουν κάθε λεπτομέρεια στην εμφάνιση, η Honda άφησε μερικές να της ξεφύγουν. Όπως εδώ που το σπείρωμα είναι σε κοινή θέα, ενώ οι βίδες αυτές θα μπορούσαν να βρίσκονται από ράφια dexion, μέχρι σε βραχίονα επίπεδης τηλεόρασης. Κρίμα γιατί ακριβώς από πάνω είναι ένας από τους πιο εξεζητημένους και χαρακτηριστικούς προβολείς

 

Δεν είναι η Ducati Streetfighter S η νικήτρια του συγκριτικού και ας είναι η πιο απόλυτη γυμνή που έχει βγάλει ποτέ Ευρωπαίος κατασκευαστής, και ας είναι το σίγουρο φαβορί και δυο φορές πιο ακριβή από τις υπόλοιπες. Ας το ξεκαθαρίσουμε αυτό από τώρα, σαν να βάζουμε την τελευταία σελίδα του βιβλίου πρώτη για να τελειώνουμε με τα βασικά και να επικεντρωθούμε στην υπόθεση και την πλοκή. Γιατί η ουσία αυτού του συγκριτικού βρίσκεται αλλού, στην πραγματικότητα που αντιμετωπίζει κανείς μόλις μπει σε κάποιο φόρουμ ή βρεθεί μπλεγμένος σε συζήτηση καφετέριας με το γνωστό αλλά άκαιρο ερώτημα για το πια είναι η καλύτερη μοτοσυκλέτα. Εκεί που ο καθένας υποστηρίζει την γνώμη του για κάτι που γνωρίζει ελάχιστα με επιχειρήματα που ξεκινάνε πάντα με τις φράσεις: "εγώ μία φορά…" και "έχω ένα φίλο που του συνέβη…". Σιχαίνομαι την ατέρμονη εναλλαγή ιστοριών και τους ανθρώπους που πιάνονται από ένα θέμα για να εξιστορήσουν άλλη μια "περιπέτεια" μιμούμενοι παλαιότερες τεχνικές διδασκαλίας που βασίζονταν σε επιμορφωτικές ιστορίες. Γιατί δεν υπάρχει τίποτα το διδακτικό σε μια εξιστόρηση παραφουσκωμένης ιστορίας που μόνο σκοπό έχει να εξυψώσει αυτόν που την διηγείται στα μάτια των συνομιλητών του. Αυτό είναι πρακτική μάρκετινγκ και τίποτα περισσότερο. Κάπως έτσι έφτασαν πολλοί να χάνουν την ουσία και να ακολουθούν τυφλά ιδέες, να υποστηρίζουν το ευκολότερο δυνατό για να δικαιολογούν την παρουσίαση άλλης μιας προσωποκεντρικής ιστορίας.

Μπουρλότο!

Στην οικογένεια της μοτοσυκλέτας η "οπαδοποίηση" είναι ακόμα ευκολότερη, γιατί δεν πρόκειται απλώς για ένα μεταφορικό μέσο. Η μοτοσυκλέτα συνδέεται έντονα με το συναίσθημα και μια συζήτηση γύρω από αυτές μπορεί να πυροδοτηθεί τάχιστα. Δύσκολα θα δείτε κάτι τέτοιο να συμβαίνει για αυτοκίνητα, εκτός αν πρόκειται για βελτιωμένα. Ας ρίξουμε λοιπόν λίγο λάδι στη φωτιά επαναπροσδιορίζοντας τον όρο (και όχι το όνομα) streetfighter. Η Ducati παίρνει ένα από τα πιο πετυχημένα superbike, του βγάζει τα πλαστικά και τα κλιπόν και του προσθέτει ένα ίσιο τιμόνι δίνοντάς του το όνομα μιας ολόκληρης κατηγορίας. Φέρνει και την ακόμα ακριβότερη έκδοση S με αναρτήσεις που ουσιαστικά το "επιστρέφουν" στην αρχική του μορφή και έχει έτοιμο τον τρόπο να ξεστοκάρει. Το Streetfighter άλλωστε, η γυμνή έκδοση του 1098, παρουσιάστηκε ταυτόχρονα σχεδόν με την 1198, ωστόσο δεν υπάρχει τίποτα το επιλήψιμο μέχρι τώρα και τίποτα το κρυφό επίσης. Η τακτική όμως αυτή ανήκει στο παρελθόν. Απέναντι από την απαστράπτουσα Ducati παρατάσσονται δύο γυμνές μ’ ένα ενδιαφέρον κοινό χαρακτηριστικό στο οπλοστάσιό τους.

Το σταμπιλιζατέρ της Ducati είναι απαραίτητο για τις ταχύτητες που μπορεί να πιάσει σε σύντομη απόσταση και δουλεύει ικανοποιητικά χωρίς όμως να είναι ρυθμιζόμενο

 

Έχουν αφήσει αυτή την τεχνική πίσω, έχουν εξελιχθεί. Η Speed Triple ήταν για πολύ καιρό μια γυμνή Daytona 955, μια γυμνή superbike, αν και μόνο μερικοί πνιγμένοι στην αιθαλομίχλη Άγγλοι θα μπορούσαν να χαρακτηρίσουν την 955 έτσι. Η νέα έκδοση έχει ένα καινούριο πλαίσιο, έναν κινητήρα αισθητά διαφοροποιημένο με περισσότερη διάρκεια, πιο γραμμικό και εξίσου εύστροφο, φανερά προσανατολισμένο για χρήση στο δρόμο. Η CB1000R έχει εξελιχθεί από λευκό χαρτί και μπορεί ο κινητήρας να ανήκει σε παλιότερο CBR αλλά έχει ηπιότερα χρονισμένους εκκεντροφόρους, διαφορετικό θάλαμο καύσης με μικρότερη συμπίεση, 45 άλογα λιγότερα και τελικά έχουν γίνει τόσες επεμβάσεις που οι διαφορές είναι τεράστιες. Είναι αλήθεια ότι αυτή η κατηγορία δημιουργήθηκε από πίεση της αγοράς που έψαχνε μια δυνατή μοτοσυκλέτα αλλά για το δρόμο όχι για την πίστα, κρατήστε το αυτό. Οι κατασκευαστές απλώς ανταποκρίθηκαν στις ανάγκες του κόσμου που έγδυνε τις superbike και με διάφορες μικρές ή μεγάλες επεμβάσεις τις κυκλοφορούσε κυρίως μέσα στις πόλεις. Ήταν τότε ο μόνος τρόπος για να έχει κανείς αξιόλογες επιδόσεις και μεγαλύτερη ευελιξία, αυτά που σήμερα πλέον μπορούν να συνδυαστούν ακόμα περισσότερο. Δεν είναι απαραίτητο ν’ αγκομαχά κανείς, να πρήζονται τα χέρια του μέσα στην πόλη, να καίγονται τα πόδια του και να βλαστημά ο συνεπιβάτης. Τώρα οι γυμνές είναι γρήγορες μοτοσυκλέτες δρόμου σχεδιασμένες με γνώμονα την καθημερινή χρήση και όχι την πίστα. Και μετά ήρθε η Ducati Streetfighter για να μας θυμίσει πώς ξεκίνησαν όλα αυτά.

Το θέμα είναι τι δουλεύει καλύτερα, η παλιά συνταγή ή η καινούρια; Η κατηγορία αυτή ξεκίνησε ως streetfighter και κατέληξε σαν naked, αυτό είναι πράγματι πρόοδος; Και σε ποια κατεύθυνση; Μήπως πλέον οι αναβάτες δεν είναι όπως "παλιά" που πήγαιναν και έστριβαν με οτιδήποτε; Που όσο πιο άκαμπτη και σκληρή ήταν μια μοτοσυκλέτα τόσο το καλύτερο; Αυτή είναι η διαφορά, η απόλυτη naked Ducati, πανάλαφρη και με τις επιδόσεις κορυφαίου superbike, είναι φτιαγμένη με την παλιά συνταγή που γίνονταν αυτές οι μοτοσυκλέτες ενώ οι κατά πολύ φθηνότερες Triumph και Honda έχουν εξελιχθεί για χρήση δρόμου, περιπλέκοντας έτσι τα πράγματα. Η σημαντική εδώ λεπτομέρεια, για να τοποθετούμε τα πράγματα σε σωστό πλαίσιο, είναι ότι από την μία έχουμε την Ferrari της μοτοσυκλέτας, ή μάλλον καλύτερα ακόμα μιλάμε για την Pagani Zonda, διάβολε ούτε αυτό... Είναι η Koenigsegg Agera R των σπορ αυτοκινήτων, η DC3 Μ31 WideBody των Power Boats, το F35 των αιθέρων. Οπότε δεν μπορεί κανείς να ασχολείται με τίποτα άλλο πέρα από τις επιδόσεις της, είναι τόσο ειδικό που του αξίζει να έχει το δικό του χαρακτήρα. Ναι, αλλά αντίθετα με τα υπόλοιπα, την Streetfighter S μπορεί να την αποκτήσει κανείς χωρίς να χρειάζεται απαραίτητα να κερδίσει στο Τζόκερ, ένα μικρό χωραφάκι αρκεί. Κοστίζει ακριβά για μοτοσυκλέτα, σχετικά φτηνά όμως για ενσάρκωση ονείρου, άρα μπορεί και πρέπει να συγκριθεί με βάση αυτά που κάνει.

 

Συμπερασματικό Βατερλό!

Θα κάνω τώρα ένα από τα συχνότερα λάθη που υποπέπτουν οι συντάκτες του ειδικού τύπου, θα σχολιάσω αυτά που ΔΕΝ κάνουν αυτές οι μοτοσυκλέτες. Κανονικά αυτό είναι ένα συμπερασματικό σφάλμα, ο λάθος τρόπος να ξεκινάς οποιαδήποτε σύγκριση αλλά στην προκειμένη περίπτωση είναι η γρήγορη διαδρομή για να δούμε την συνολική εικόνα. Σαν να βλέπεις μπροστά σου την παγίδα της κινούμενης άμμου και παρόλα αυτά να πέφτεις μέσα αντί να κάνεις το γύρο. Λοιπόν δένουμε γερά στο απέναντι κλαδί και πάμε: Η Honda CB1000R δεν έχει γκάζι χαμηλά, το τιμόνι της δεν δημιουργεί την καλύτερη γωνία για να βγάζεις το σώμα σου στην πίστα και σε υψηλές ταχύτητες υπό κλίση το πλαίσιο παρουσιάζει μια μικρή ταλάντωση, κυρίως κατά το δυνατό φρενάρισμα ή την απότομη επιτάχυνση.

Όταν υπερτερούν τα Honda και Triumph, υστερεί η Ducati και το ανάποδο

 

Το Speed Triple έχει ένα ογκώδες ρεζερβουάρ και το κιβώτιο έχει βαρύ κούμπωμα και δεν του αρέσουν να του καρφώνουν τις ταχύτητες. Η Streetfighter S είναι πολύ σκληρή και άκαμπτη, λες και δεν πρόκειται να κυκλοφορεί στο δρόμο παρά μόνο στις πίστες. Η απόκριση του γκαζιού είναι πολύ τραχιά χωρίς να ανεβάζει ομαλά στροφές κάτι που ανάμεσα στα αυτοκίνητα στο κέντρο της πόλης κουράζει γρήγορα. Είναι δύσκολο να την οδηγείς με μικρές ταχύτητες και ακόμα πιο δύσκολο να φρενάρεις σε βρεγμένο δρόμο αν σου πεταχτεί κανείς από κάποιο στοπ. Η σέλα γλιστράει πολύ και τα γόνατα δεν βρίσκουν εύκολα στήριξη στο μινιμαλιστικό ρεζερβουάρ, λες και δεν θα κυκλοφορήσει ποτέ σε δημόσιους δρόμους παρά μόνο σε πίστες. Ο συνεπιβάτης δεν θα αντέξει για πολύ, ακόμα και αν τον πληρώνεις για την εμπειρία, ενώ στις λακκούβες καταλαβαίνεις την κατάσταση κάθε σπονδύλου σου ξεχωριστά. Αρκεί μια σύντομη διαδρομή όπως το περίπτερο-σπίτι για να είσαι το ίδιο πιασμένος με ένα δίωρο έντονης άσκησης στο γυμναστήριο.

Οι monobloc δαγκάνες της Ducati λειτουργούν εξωπραγματικά σε σύγκριση με τα φρένα των άλλων δυο. Το Speed Triple έχει εκπληκτικά φρένα, το Streetfighter έχει ακόμα καλύτερα, ικανά να επαναπατρίσουν με ασφάλεια το Discovery!

 

Καταλαβαίνετε τώρα τις διαφορές; Γιατί δεν κάναμε εκείνη την μακρά παράκαμψη; Όπου υπερτερούν τα Honda και Triumph, υστερεί η Ducati και το ανάποδο, η καθημερινή μετακίνηση αντιπαραβάλλεται την εξατομικευμένη χρήση. Η Streetfighter S είναι προορισμένη για πίστα, η CB1000R για τα αστικά όρια, ενώ το Speed Triple δεν θα πει όχι και σ’ ένα σύντομο ταξίδι. Αυτό μεταφράζεται και σε αντίστοιχα επίπεδα αδρεναλίνης στο άνοιγμα του γκαζιού, ο ίλιγγος σε γρήγορη ανάβαση στριφτερού επαρχιακού δρόμου θα είναι διαφορετικής έντασης με κάθε μοτοσυκλέτα. Δεν νοείται καμία σύγκριση με τον εξωπραγματικό τρόπο που επιταχύνει ο υπερελαφρύς πύραυλος της Ducati. Εκεί που στ’ άλλα δύο το δεξί γκριπ αποτυπώνει το ρυθμό περιστροφής του σε συνεργασία με το στροφόμετρο, το Streetfighter τον δείχνει κατευθείαν στο κοντέρ, τόσο γρήγορα τινάζεται μπροστά αυτή η μοτοσυκλέτα. Καμία άλλη γυμνή δεν τεντώνει τα χέρια με αυτό το ρυθμό, καμία άλλη δεν μπορεί να σου δέσει το στομάχι κόμπο από φανάρι σε φανάρι. Αυτό όμως είναι και το μεγαλύτερο πρόβλημα με αυτή τη μοτοσυκλέτα, ακριβώς γι’ αυτό οι Triumph και Honda είναι απολαυστικότερες μοτοσυκλέτες. Ναι απολαυστικότερες, στα μισά λεφτά και με λιγότερα κυβικά και άλογα.

 
Το Speed Triple έχει την πιο άνετη σέλα απ' τις υπόλοιπες με το κάλυμμά της να διατίθεται ως έξτρα και να μην περιλαμβάνει στα εργαλεία άλεν για να το βγάλετε. Ευτυχώς η εργαλειοθήκη του Triumph έχει αρκετό χώρο για να τοποθετήσετε δικά σας εργαλεία.

 

Κάν’ τα μου λιανά

Σε αυτό το σημείο είναι που αρχίζει η οπαδοποίηση που λέγαμε. Αυτό το κατεστημένο είναι το δυσκολότερο να ανατρέψει κανείς, την εδραιωμένη δηλαδή αντίληψη ότι η πιο δυνατή μοτοσυκλέτα είναι και η καλύτερη για όλους. Και θα ήταν κανονικά, αλλά το θέμα εδώ δεν είναι μονοδιάστατο. "Όποιος δεν έχει χέρια δεν μπορεί να το πάει". "Ο κατάλληλος αναβάτης το παίρνει και το στύβει", αυτόματες απαντήσεις στα παραπάνω, τις οποίες βλέπω κιόλας να έρχονται. Μόνο που αυτός ο αναβάτης που θα το κάνει αυτό σε δημόσιους δρόμους, όπως χαρακτηριστικά έγραφε και ο φίλος Μπάμπης στο προηγούμενο τεύχος, θα πρέπει να είναι ο Brad Pitt σε ταινία δράσης, ένας σύγχρονος σούπερ-ήρωας, και θα συμπληρώσω ότι κανείς από αυτούς τους ρόλους δεν έχουν μεγάλη διάρκεια ζωής... Είναι επικίνδυνο να οδηγείς γρήγορα το Streetfighter S μέσα στην πόλη, περισσότερο απ’ ότι τα Triumph και Honda. Ταυτόχρονα όμως είναι και μαγικό γιατί επιταχύνεις και φρενάρεις ακαριαία εκμεταλλευόμενος κάθε εκατοστό ελεύθερου δρόμου στις ελάχιστες αποστάσεις που έχει το αστικό περιβάλλον. Οι αναρτήσεις δεν αφήνουν περιθώριο διόρθωσης λάθους όταν τα λάστιχα δεν καταφέρουν να εκμεταλλευτούν την ελάχιστη πρόσφυση που προσφέρει η ελληνική άσφαλτος. Ο εμπρός τροχός μπορεί εύκολα να φύγει δεξιά ή αριστερά στο απότομο φρενάρισμα, χωρίς κάποια ιδιαίτερη προειδοποίηση, αλλά για τα δεδομένα των τεράστιων 330mm δίσκων η λειτουργία του είναι αποδεκτά προοδευτική. Πίσω βέβαια το φρένο αποτελεί την επιτομή της προοδευτικότητας, δουλεύει απροβλημάτιστα με το μπλοκάρισμα να έρχεται πολύ αργά όταν ταυτόχρονα δεν λείπει η δύναμη και το αρχικό δάγκωμα είναι ικανοποιητικό. Το Streetfighter S ελαττώνει ταχύτητα στο άγγιγμα μανέτας και λεβιέ με τέτοιο ρυθμό που είναι σαν να άνοιξε αλεξίπτωτο, όμως χρειάζεται σύνεση σε οποιαδήποτε άσφαλτο δεν είναι καινούρια ή δεν προσφέρει κράτημα πίστας, στην συντριπτική πλειοψηφία των Ελληνικών δρόμων δηλαδή.

Η σέλα της Honda είναι επίσης άνετη και στεγνώνει γρήγορα.

 

Στον αντίποδα υπάρχει το CB1000R, η μοτοσυκλέτα που χαίρεσαι να φρενάρεις σε στεγνό ή βρεγμένο, ακόμα και σε χαλίκι. Πολύ δύσκολα θα βρεθεί τερέν που το σύστημα C-ABS δεν θα ανταποκρίνεται με απόλυτη ακρίβεια χωρίς περιττή ανάδραση στα χειριστήρια. Το νεότερο Speed Triple που μόλις απέκτησε έκδοση με ABS δεν μπορεί να συγκριθεί σε αυτό τον τομέα με την Honda που παραδίδει μαθήματα συμπεριφοράς στο φρενάρισμα. Βέβαια δεν μπορεί να τα έχει κανείς όλα, θα ήταν υπέροχο να μπορείς ν’ απενεργοποιήσεις άμεσα το ABS σε αυτές τις μοτοσυκλέτες, όπως γίνεται σε όλες σχεδόν τις on-off. Αυτό αφαιρεί πόντους από το παιχνίδι, ιδιαίτερα όταν απέναντι έχεις το Ducati που και κορυφαία φρένα διαθέτει, και δυνατά είναι, ενώ μπορεί κατά βούληση να διώξει τον πίσω τροχό ή να ντριφτάρει χωρίς να χρειάζεται ν’ αλλάξει σχέση στο κιβώτιο.

Η σέλα της Streetfighter είναι η ιδανικότερη...για να φοράτε φόρμα και να "γλιστράτε" στην πίστα! 

 

Όσο ο ρυθμός ανεβαίνει, όσο η οδήγηση του αναβάτη αρχίζει να πλησιάζει τα όρια του χουλιγκανισμού τόσο πιο ευδιάκριτες αρχίζουν να γίνονται οι διαφορές των τριών μοτοσυκλετών. Triumph και Honda βρίσκονται κοντά, ενώ αρκετά μακριά τους ίσα που ξεχωρίζει το πίσω φως του Streetfighter. Αρκεί μισή περιστροφή του γκαζιού για να εξαφανιστεί το Ducati από το οπτικό πεδίο των άλλων δύο. Σκεφτείτε το: Σχεδόν είκοσι κιλά ελαφρύτερο από το CB1000R και κοντά τριάντα από το Speed Triple με 26 και 15 περισσότερους ίππους αντίστοιχα, η αίσθηση στο άνοιγμα του γκαζιού γίνεται από ένα σημείο των στροφών και μετά μη συγκρίσιμη. Έτσι ήταν κάποτε όλα τα γυμνά, ατίθασα και γρήγορα όπως το Streetfighter, άλλωστε τότε αυτό ήταν και το όνομα της κατηγορίας ολόκληρης, "Streetfighters". Άλλαξαν πολλά όταν εισήχθη ο γενικός όρος naked και οι μοτοσυκλέτες της κατηγορίας άρχισαν να θυμίζουν λίγο τα café racers που γνώρισαν μεγάλη επιτυχία από το ’60 και μετά. Η καθημερινή χρήση δεν γίνεται μετά κόπων και βασάνων, αυτό αργά ή γρήγορα οδηγεί σε κούραση. Χρειάζεται μια μοτοσυκλέτα που δεν πρόκειται να "βράσει" και να χάσει απόδοση ο συμπλέκτης όταν θα βρεθεί κολλημένη στο ίδιο σημείο στην ασφυκτική κίνηση. Αυτά που προσφέρουν οι καινούριες naked ήταν κάποτε όνειρα που με διάφορες πατέντες οι ιδιοκτήτες των custom streetfighter έψαχναν να τα πραγματοποιήσουν. Το κέντρο των πόλεων δεν τους τρομάζει πλέον, ένα tank ή tail bag παραδείγματος χάριν, δεν πρόκειται να ξεβάψει πλαστικά και μέταλλα μετά την δεύτερη - τρίτη φορά που θα χρησιμοποιηθεί. Η χρήση των naked δεν είναι περιοριστική όπως των γυμνών superbike, των Streetfighters δηλαδή, αυτή είναι και η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα σε Ducati από τη μία πλευρά και Triumph και Honda από την άλλη. Οι παραχωρήσεις που πρέπει να κάνει κανείς δεν είναι μόνο θέμα χρημάτων, που είναι και ο βασικότερος παράγοντας εδώ που τα λέμε, αλλά και χρήσης.

 

Naked for ever!

Τους λιγότερους συμβιβασμούς πάντως τους κάνεις με το Speed Triple. Ειδικά τώρα που με την προσθήκη του ABS έχει έρθει πιο κοντά στην επιτομή της λειτουργικότητας, που στην κατηγορία αυτή πρεσβεύεται από το CB1000R. Σε καμία περίπτωση δεν έχει το αγγλικό ABS τον ίδιο βαθμό αποτελεσματικότητας με το CB1000R, ωστόσο τα φρένα του Triumph είναι προοδευτικά και δουλεύουν τόσο καλά από μόνα τους, που απλώς το ABS προσφέρει το ψυχολογικό εχέγγυο της ασφάλειας που χρειάζεται ο αναβάτης για να αυξήσει ρυθμό. Το Speed Triple είναι η naked με την οποία μπορείς να ταξιδέψεις κιόλας, η πρόσθετη ζελατίνα της εταιρείας που είχε η μοτοσυκλέτα της δοκιμής δεν προσφέρει κάποια σπουδαία προστασία, σε σημείο μάλιστα που η συνεισφορά της στην άνεση είναι μηδενική, περισσότερο ο όγκος είναι αυτός που σε προδιαθέτει να βγεις στον ανοικτό δρόμο. Ανεβαίνοντας από το Streetfighter κατευθείαν στο Speed Triple είναι σαν να βρέθηκες σε on-off! Από εκεί που τα πόδια ήταν τόσο κλειστά όσο σχεδόν στο περπάτημα και εφάρμοζαν στο ρεζερβουάρ με το βάρος του σώματος να πέφτει μπροστά φορτίζοντας τους καρπούς, στην αγγλική μοτοσυκλέτα θέλεις λίγο χρόνο αναπροσαρμογής. Στο Speed Triple κάθεσαι το ίδιο επιθετικά όπως και στο Streetfighter αλλά λιγότερο ακραία και όλα είναι πιο μεγάλα. Όλες οι αποστάσεις, το ρεζερβουάρ, η σέλα, φαντάζουν μακρύτερα από το σώμα και τα πόδια του αναβάτη, τόσο που το Speed Triple μπροστά στα άλλα δύο αδικείται. Φαντάζει μοτοσυκλέτα άλλης κατηγορίας, και είναι σημαντικά πιο βαρύ. Όλα αυτά στο ταξίδι βέβαια είναι επιθυμητά, μέσα στην πόλη όμως όχι και τόσο.

Δεν υπάρχει ομορφότερο θέαμα από το χωροδικτύωμα της Ducati με τα carbon καλύμματα των ιμάντων των εκκεντροφόρων και τα καπάκια από μαγνήσιο. Δεν επικρατεί απόλυτη τάξη αλλά αυτό είναι μια πολύ μικρή λεπτομέρεια

 

Εκεί είναι το πεδίο δράσης του CB1000R, το οποίο παρόλο που είναι μινιμαλιστικό σαν γυμνό 600 κυβικών τοποθετεί το σώμα του αναβάτη σε πιο όρθια θέση και υπάρχει χώρος για τα γόνατα χωρίς τα πόδια να διπλώνουν πολύ. Ταυτόχρονα, ο αναβάτης του Streetfighter αρχίζει να ιδρώνει και να πονάνε τα χέρια του από την προσπάθεια να διατηρήσει ροή ανάμεσα στα αυτοκίνητα, ενώ εκείνος του Speed Triple έχει σταματήσει κάπου πιο πίσω γιατί το τιμόνι του δεν κόβει καθόλου. Παράλληλα ο αναβάτης του CB1000R έχει φτάσει ήδη στην καφετέρια, έχει παραγγείλει κιόλας, και με το πεδίο ελεύθερο μπορεί να ξεκινήσει το ευγενές άθλημα του καμακώματος. Έχει αρκετό χρόνο μέχρι να φανεί το Streetfighter S που θα χαλάσει όλη τη δουλειά.

Στο αντίποδα η Honda καλύπτει όλες τις λεπτομέρειες

 

Είναι απίστευτο και πραγματικά χρίζει διερεύνησης, αλλά οι γυναίκες, και μιλάμε για αυτές που δεν έχουν καμία σχέση με το αντικείμενο, δεν θα δουν τρεις μοτοσυκλέτες. Ακόμα καλύτερα δεν θα δώσουν καμία σημασία σε αυτά τα "πράγματα" που τους ενοχλούν πάνω στο πεζοδρόμιο μέχρι να εμφανιστεί το Streetfighter! Κανείς δεν μπορεί με σιγουριά πάντως να καταλήξει αν το Ducati ξεχωρίζει λόγο τιμής ή λόγο design, γιατί έχει και τα δύο σε πληθωρικό βαθμό. Προσθέστε την ανωτερότητα έναντι των άλλων γυμνών σε πίστα (και μόνο) και έχετε το λόγο ύπαρξης αυτής της μοτοσυκλέτας. Track days και οφθαλμόλουτρο!

Στη γρήγορη οδήγηση πάντως σε επαρχιακό δρόμο Triumph και Honda μάχονται στενά για την δεύτερη θέση. Η ανωτερότητα του Speed Triple έναντι του CB1000R είναι δεδομένη, απλώς η ψαλίδα μικραίνει ανάλογα με τις προτιμήσεις του αναβάτη. Σε όποιον αρέσουν οι βόλτες και δεν κυνηγά τα χρονόμετρα, ή τα χιλιόμετρα μέσα στις στροφές, θα εντυπωσιαστεί από το CB1000R και θα ζηλέψει τους χώρους και τον όγκο του Speed Triple. Όποιος όμως θέλει να οδηγεί γρήγορα θα λατρέψει την αγγλική μοτοσυκλέτα και την ακρίβεια που προσφέρει το εκπληκτικό πιρούνι της Showa μαζί με την στιβαρότητα του πλαισίου. Οι συχνές αλλαγές σχέσεων στο Triumph αποτελούν βέβαια ένα διπλωματικό θέμα ανάμεσα σε λεβιέ και παπούτσι. Αν και ο συμπλέκτης δεν είναι ιδιαίτερα σκληρός, εκτός και αν τον συγκρίνεις απευθείας με αυτόν του CB που είναι απαλός σαν μαργαρίνη, οι ταχύτητες κουμπώνουν ηχηρά και χρειάζονται δύναμη. Οι αλλαγές χωρίς τη χρήση συμπλέκτη είναι για το Honda μια φυσιολογική υπόθεση στο μαλακό και ακριβές κιβώτιο, όμως για το Triumph αυτό είναι μια πράξη σύντομου πολέμου σε τακτική Falkland και προβάλει σθεναρή αντίσταση. Η συζήτηση αυτή απλώς αφήνει απ’ έξω το Ducati που το μόνο που αντιπαθεί είναι οι αλλαγές έξω από την ωφέλιμη περιοχή του στροφόμετρου όπου παρουσιάζει έντονους κραδασμούς, ακούγεται η αλυσίδα, και γενικά τρέμει και σείεται συθέμελα μέσα σ’ ένα σωρό μηχανικούς θορύβους. Όσο το οδηγείς σε γρήγορο ρυθμό όλα συντονίζονται μαγικά μεταξύ τους και το Streetfighter S αρχίζει να δικαιολογεί το υπέρογκο ποσό που κοστίζει.

Η Triumph δεν ασχολείται ιδιαίτερα με την εμφάνιση του κινητήρα, τον αφήνει αυθεντικό...

 

Το traction control των Ιταλών είναι επίσης αυτής της λογικής. Στην περισσότερο παρεμβατική θέση κόβει πιο ομαλά την επιτάχυνση τη στιγμή που οκτώ θέσεις πιο πάνω μπορεί να αφήσει τον εμπρός τροχό να σηκωθεί αρκετά αλλά θα επέμβει πολύ πιο απότομα. Το χειρότερο με το traction control της έκδοσης S όμως είναι ότι πρέπει να ενεργοποιηθεί ή ν’ απενεργοποιηθεί με τον κινητήρα σβηστό. Αν σε κάποιο φανάρι λοιπόν αποφασίσεις να χαρίσεις θέαμα θα πρέπει να ζητήσεις συγνώμη να σβήσεις και ν’ αρχίσεις να παίζεις με τους διακόπτες αριστερά με κάθε αλλαγή να απαιτεί παρατεταμένο πάτημα... εκνευριστικό.

Εκεί που το Ducati όμως μπορεί, όταν λύσει το θέμα του traction control, να σηκωθεί από το ρελαντί με ελάχιστη περιστροφή του γκαζιού, το CB1000R θα χρειαστεί καλό έλεγχο με το πίσω φρένο γιατί σηκώνεται απότομα σε πολλές στροφές, ενώ το Speed Triple θα ανταμείψει τον αναβάτη του με τις πιο απολαυστικές και ελεγχόμενες σούζες ισχύος. Οι αλλαγές στον κινητήρα του Triumph έφεραν την απαιτούμενη διάρκεια που έλειπε στο προηγούμενο μοντέλο με τις σχέσεις να είναι πλέον σωστά κλιμακωμένες. Οδηγώντας επιθετικά το Speed Triple ο αναβάτης είναι σε εγρήγορση και "ετοιμοπόλεμος", την ώρα που στο Ducati κερδίζει σε κάθε χιλιόμετρο άσπρες τρίχες και στο Honda παραμένει ξεκούραστος όσο ψηλά και αν στριφογυρίζει ο δρόμος. Το CB1000R είναι η μοτοσυκλέτα που μπορούν όλοι να την οδηγήσουν γρήγορα και αυτό δεν λέγεται υποτιμητικά, όπως δεν είναι και διαφήμιση να λες ότι το Ducati μπορεί να οδηγηθεί πραγματικά γρήγορα από μια χούφτα αναβατών στην Ελλάδα. Αν το βλέπετε έτσι τότε μακάρι ν’ ανήκετε σε αυτούς τους λίγους, διαφορετικά διαπράττετε το ίδιο λάθος με αυτό που λέγαμε στην αρχή. Οπαδοποίηση: "το υποστηρίζω γιατί είναι κόκκινο και Ιταλικό". Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα, δεν χρειάζεται να είναι όλες οι γυμνές μοτοσυκλέτες δύστροπες και επικίνδυνες σε συνθήκες δημόσιου δρόμου, να μην συγχωρούν λάθη για να μπορούν να πλαγιάσουν σε μοίρες που είναι απαγορευτικές εκτός πίστας.

Ντάμα σπαθί

Η γεωμετρία και η απολυτότητα ξυραφιού που έχει το Streetfighter και ο τρόπος που τοποθετεί τον αναβάτη στη σέλα, ψηλά και πάνω στη μοτοσυκλέτα, είναι ιδανικές για όταν χρειάζεται να βγει το σώμα εκτός, και να πλαγιάσει απότομα η Ducati εναλλάσσοντας γρήγορα κλίσεις. Σε πόσους ελληνικούς δημόσιους δρόμους μπορεί να γίνει αυτό με μια σχετική ασφάλεια; Speed Triple και CB1000R είναι ιδανικότερες μοτοσυκλέτες για κάθε μέρα χωρίς να υστερούν σε επιδόσεις. Οι διαφορές ανάμεσα στις τρεις μόνο στην πίστα μπορούν να γίνουν αισθητές καθώς στο δρόμο τα νούμερα λένε διαφορετική αλήθεια. Κοιτάξτε τις μετρήσεις του Triumph, στα τετρακόσια μέτρα είναι μόλις οκτώ κλάσματα του δευτερολέπτου πιο αργό από το Ducati, ενώ στο πρώτο χιλιόμετρο Speed Triple και CB1000R θα είναι δίπλα-δίπλα, μόλις μισή μοτοσυκλέτα μήκος πίσω από το Streetfighter S. Αυτό που δεν μπορούν να φανερώσουν τα νούμερα είναι η αίσθηση που έχει το ιταλικό superbike, συγνώμη το streetfighter... Τελικά η αγγλική μοτοσυκλέτα έχει καταφέρει να συμπληρώσει το πιο ολοκληρωμένο πακέτο, δεν υστερεί σε επιδόσεις, έχει κορυφαία φρένα, παρόλο που το ABS της είναι χειρότερο από της Honda, και μπορεί να ταξιδέψει μέσα σε λογικά όρια. Ταυτόχρονα η CB1000R πρέπει να είναι αυτή τη στιγμή η ταχύτερη μοτοσυκλέτα όταν στη διαδρομή περιλαμβάνονται φανάρια, ελιγμοί ανάμεσα σε σταματημένα αυτοκίνητα και γενικά οτιδήποτε μπορεί να μπλοκάρει τους δρόμους μια πόλης. Οι naked έχουν πλέον εξελιχθεί και περάσει σε επόμενο στάδιο από εκείνων των custom streetfighter, προσφέροντας επιδόσεις, συγκίνηση και καθημερινή χρηστικότητα και το Speed Triple είναι αυτή τη στιγμή το καλύτερο παράδειγμα. Όμως στο περιοδικό όλοι μαλώναμε για τα κλειδιά της Ducati… Η εμφάνιση και ο χαρακτήρας είναι μεγάλος μαγνήτης και η μοτοσυκλέτα, είπαμε, παραμένει άρρηκτα συνδεδεμένη με το συναίσθημα...

 

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ Triumph Speed Triple 1050 ABS
Αντιπρόσωπος:
Ηλιοφίλ ΑΕΕ
Τιμή:
€13.790
 
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ
Μήκος
2.086mm
Ύψος
1.033mm
Μεταξόνιο
1.435mm
Απόσταση από το έδαφος
 
-mm
Ύψος σέλας
820mm
Ίχνος
90,9mm
Γωνία κάστερ
22,8°
Απόσταση σέλας - τιμονιού
730mm
Απόσταση σέλας - μαρσπιέ
500mm
Απόσταση μαρσπιέ - τιμονιού
900mm
Απόσταση πίσω σέλας -πίσω μαρσπιέ
480mm
 
ΜΕΤΡΗΣΗ ΒΑΡΟΥΣ
221 kg
(χωρίς καύσιμο: 207,9 kg)
Πίσω
49,2%
Εμπρός
50,8%
Σφάλμα στοιχείων κατασκευαστή:
1,5%
 
ΠΛΑΙΣΙΟ
Τύπος:
Αλουμινίου, σωληνωτό περιμετρικό
Πλάτος (mm):
728
Βάρος κατασκευαστή, κενή / γεμάτη (kg):
-/216
 
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ
Τύπος:
Τετράχρονος, τρικύλινδρος σε σειρά, με 4 Β/Κ, 2 ΕΕΚ
Διάμετρος επί διαδρομή (mm):
79x71,4
Χωρητικότητα (cc):
1.050
Σχέση συμπίεσης:
12:0,1
Ισχύς (ΗΡ/rpm):
135 / 9.400
Ροπή (kg.m/rpm):
11,6 / 7.550
Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):
136,3
Τροφοδοσία:
Ψεκασμός Keihin
Σύστημα εξαγωγής:
3 σε 2 με καταλύτη
Σύστημα λίπανσης:
Υγρό κάρτερ
Σύστημα εκκίνησης:
Μίζα
 
ΜΕΤΑΔΟΣΗ
Συμπλέκτης:
Υγρός, πολύδισκος
Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:
Γρανάζια / 1,750
Τελική μετάδοση / σχέση:
Αλυσίδα / 2,333
Σχέσεις / km/h ανά 1.000 rpm
2,733 / 11
1,947 / 15
1,545 / 19
1,292 / 23
1,154 / 25
1,074 / 27
 
ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ
Ρύθμιση βαλβίδων (km):
12.000
Αλλαγή λαδιού (km):
Στα πρώτα 1.000 και κάθε 6.000
 
 
Φίλτρο λαδιού / αλλαγή (km):
Τύπου φυσιγγίου / 12.000
 
ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ ΑΠΟ ΣΤΑΣΗ
Km/h
Sec
Μέτρα
0-50
1,65
11,13
0-100
3,56
51,26
0-150
6,03
139,29
0-200
10,48
359,79
0-250
-
-
 
ΑΠΟΣΤΑΣΗ ΑΠΟ ΣΤΑΣΗ
Μέτρα
Sec
Km/h
0-400
11,19
202,50
0-1.000
20,81
234,79
 
ΕΙΚΟΝΙΚΟ ΠΡΟΣΠΕΡΑΣΜΑ
Km/h
Sec
Μέτρα
80-140
2,56
77,93
 
ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ ΕΝ ΚΙΝΗΣΕΙ (sec/μέτρα)
Km/h
6η
40-80
2,62 / 43,60
3,03 / 49,88
 
80-120
2,56 / 71,41
2,89 / 80,58
3,76 / 104,73
120-160
2,93 / 113,99
3,47 / 135,71
4,53 / 176,79
160-200
4,06 / 205,34
4,19 / 210,18
5,90 / 296,61
200-240
-
-
-
 
ΦΡΕΝΑΡΙΣΜΑ
Km/h
Sec
Μέτρα
120-40
2,28
51,28
 
ΚΙΛΑ ΑΝΑ ΙΠΠΟ
 
Κενή
Γεμάτη
Θεωρητικά
-
1,6
Πραγματικά
1,69
1,79
 
 
ΠΙΣΩ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Ένα αμορτισέρ με μοχλικό
Διαδρομή (mm):
134
Ρυθμίσεις:
Προφόρτιση ελατηρίου απόσβεση συμπίεσης και επαναφοράς
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
5,5x17
Ελαστικό:
180/55-17 Metzeler Racetech interact
Πίεση:
38psi
ΦΡΕΝΟ
Αεριζόμενος δίσκος 220mm με δαγκάνα 2 εμβόλων
ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ
Ταχύμετρο, στροφόμετρο, ολικός και δύο μερικοί χιλιομετρητές, ρολόι, ψηφιακός δείκτης βενζίνης / ρεζέρβας, immobilizer
 
ΕΜΠΡΟΣ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Ανεστραμμένο τηλεσκοπικό πιρούνι
Διαδρομή / Διάμετρος (mm):
120/43
Ρυθμίσεις:
Προφόρτιση ελατηρίου απόσβεση συμπίεσης και επαναφοράς
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
3,5x17
Ελαστικό:
120/70-17 Metzeler Racetech interact
Πίεση:
36psi
ΦΡΕΝΟ
Δύο δίσκοι 320mm με ακτινικές δαγκάνες Brembo τεσσάρων εμβόλων
 
 
 
ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ
Μέση
7,6
Ελάχιστη
6,2
Μέγιστη
9,6
Αυτονομία:
223
Αυτονομία ρεζέρβας:
45
Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα (l):
17,4/3,2
 
ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ               HONDA CB 1000R ABS
Αντιπρόσωπος:
ΓΕΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ (Μέλος του Ομίλου Σαρακάκη)
Τιμή:
€12.150
 
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ
Μήκος (mm):
2.105
Ύψος (mm):
1.095
Μεταξόνιο (mm):
1.445
Απόσταση από το έδαφος (mm):
130
Ύψος σέλας (mm):
825
Ίχνος (mm):
99
Γωνία κάστερ (˚):
25
Απόσταση σέλας - τιμονιού (mm):
730
Απόσταση σέλας - μαρσπιέ (mm):
470
Απόσταση μαρσπιέ - τιμονιού (mm):
880
Απόσταση πίσω σέλας - πίσω μαρσπιέ (mm):
360
 
ΜΕΤΡΗΣΗ ΒΑΡΟΥΣ
222kg
(χωρίς καύσιμο: 209,25)
Πίσω
51,3%
Εμπρός
48,7%
Σφάλμα στοιχείων κατασκευαστή:
0%
 
ΠΛΑΙΣΙΟ
Τύπος:
Χυτό αλουμινένιο, μονής ραχοκοκαλιάς
Πλάτος (mm):
785
Βάρος κατασκευαστή, κενή / γεμάτη (kg):
-/ 222 με ABS (217 χωρίς ABS)
 
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ
Τύπος:
Τετράχρονος, υγρόψυκτος, τετρακύλινδρος σε σειρά με 4 Β/Κ και 2 ΕΕΚ
Διάμετρος επί διαδρομή (mm):
75x56,5
Χωρητικότητα (cc):
998
Σχέση συμπίεσης:
11,2:1
Ισχύς (ΗΡ/rpm):
125 / 10.000
Ροπή (kg.m/rpm):
10,2 / 8.000
Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):
125,2
Τροφοδοσία:
Ηλεκτρονικός ψεκασμός με σώματα 36 χιλιοστών
Σύστημα εξαγωγής:
4 σε 2 σε 1
Σύστημα λίπανσης:
Υγρό κάρτερ
Σύστημα εκκίνησης:
Μίζα
 
ΜΕΤΑΔΟΣΗ
Συμπλέκτης:
Υγρός, πολύδισκος, με υδραυλική οδήγηση
Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:
Γρανάζια / 1,604
Τελική μετάδοση / σχέση:
Αλυσίδα 530 / 2,750 (44/16)
 
Σχέσεις / km/h ανά 1.000 rpm
1η
2,538 (33/13) / 10,6
2α
1,941 (33/17) / 134
3η
1,579 (30/19) / 17
4η
1,363 (30/22) / 20
5η
1,217 (28/23) / 22
6η
1,115 (29/26) / 24
 
ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ
Ρύθμιση βαλβίδων (km):
24.000
Αλλαγή λαδιού (km):
Στα πρώτα 1.000 και κάθε 6.000
Ποσότητα λαδιού με/χωρίς φίλτρο (l):
3,6 / -
Φίλτρο λαδιού / αλλαγή (km):
Τύπου φυσιγγίου / 12.000
 
ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ ΑΠΟ ΣΤΑΣΗ
Km/h
Sec
Μέτρα
0-50
1,53
9,82
0-100
3,11
43,04
0-150
5,54
128,57
0-200
10,45
371,69
0-250
 
 
 
ΑΠΟΣΤΑΣΗ ΑΠΟ ΣΤΑΣΗ
Μέτρα
Sec
km/h
0-400
10,95
203,91
0-1.000
20,81
227,59
 
ΕΙΚΟΝΙΚΟ ΠΡΟΣΠΕΡΑΣΜΑ
Km/h
Sec
Μέτρα
80-140
2,50
77,91
 
ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ ΕΝ ΚΙΝΗΣΕΙ (sec/μέτρα)
Km/h
4η
5η
6η
40-80
2,83/47,25
3,51/57,85
-
80-120
26,3/73,11
3,45/95,74
3,80/104,93
120-160
2,60/101,06
3,54/138,17
3,81/147,97
160-200
3,61/181,90
3,88/195,17
4,22/211,92
 
ΦΡΕΝΑΡΙΣΜΑ
Km/h
Sec
Μέτρα
120-40
2,41
53,38
 
 
ΚΙΛΑ ΑΝΑ ΙΠΠΟ
 
Κενή
Γεμάτη
Θεωρητικά
-
1,77
Πραγματικά
1,86
1,98
 
ΠΙΣΩ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Μονόμπρατσο ψαλίδι με μονό αμορτισέρ της Showa χωρίς μοχλικό
Διαδρομή (mm):
128
Ρυθμίσεις:
Προφόρτιση ελατηρίου, απόσβεση επαναφοράς
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
5,5 x 17’’
Ελαστικό:
180/55-17
Πίεση:
36psi
ΦΡΕΝΟ
Μονός δίσκος 256mm με δαγκάνα δυο εμβόλων και ABS
ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ
Ψηφιακό πάνελ με τρεις οθόνες για ταχύμετρο, στροφόμετρο, ολικό και δύο μερικούς χιλιομετρητές, immobilizer, δείκτη βενζίνης, θερμοκρασία νερού, ρολόι και ενδεικτικές λυχνίες νεκράς, μεγάλης σκάλας φώτων, φλας, ABS, τσεκ κινητήρα
 
ΕΜΠΡΟΣ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Ανεστραμμένο τηλεσκοπικό πιρούνι της Showa, HMAS cartridge
Διαδρομή/Διάμετρος (mm):
120/ 43
Ρυθμίσεις:
Προφόρτιση ελατηρίου, απόσβεση συμπίεσης / επαναφοράς
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
3,5 x 17’’
Ελαστικό:
120/70-17
Πίεση:
34psi
ΦΡΕΝΟ
Δυο δίσκοι 310 χιλιοστών με δαγκάνες Nissin τριών εμβόλων για την έκδοση ABS-CBS (ακτινικές δαγκάνες Tokico τεσσάρων εμβόλων για τη στάνταρ έκδοση)
 
 
 
ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ
Μέση
7,1
Ελάχιστη
5,9
Μέγιστη
8,4
Αυτονομία μέγιστη (km):
201,1
Αυτονομία ρεζέρβας (km):
47,3
Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα (l):
17/4
 
ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ               Ducati Streetfighter S
Αντιπρόσωπος:
Hellinmoto ΑΒΕΕΟ
Τιμή:
 €21.600
Εγγύηση:
2 χρόνια
 
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ
Μήκος
2.120mm
Ύψος
1.114
Μεταξόνιο
1.475mm
Απόσταση από το έδαφος
-
Ύψος σέλας
840mm
Ίχνος
-
Γωνία κάστερ
25,6°
Απόσταση σέλας - τιμονιού (mm):
700
Απόσταση σέλας - μαρσπιέ (mm):
500
Απόσταση μαρσπιέ - τιμονιού (mm):
900
Απόσταση πίσω σέλας - πίσω μαρσπιέ (mm):
500
 
ΜΕΤΡΗΣΗ ΒΑΡΟΥΣ
197,5kg
(χωρίς καύσιμο: 185,1kg)
Πίσω
51,5%
Εμπρός
48,9%
Σφάλμα στοιχείων κατασκευαστή:
+14,4%
 
 
ΠΛΑΙΣΙΟ
Τύπος:
Ατσάλινο (ALS450), χωροδικτύωμα σωληνωτής διατομής
Πλάτος (mm):
-
Βάρος κατασκευαστή, κενή (kg):
169 (167)
 
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ
Τύπος:
Τετράχρονος, δικύλινδρος V90°, υγρόψυκτος με 4 Β/Κ, δεσμοδρομικός
Διάμετρος επί διαδρομή (mm):
 
104x64,7
Χωρητικότητα (cc):
1.099
Σχέση συμπίεσης:
12,5:1
Ισχύς (ΗΡ/rpm):
155 / 9.500
Ροπή (kg.m/rpm):
11,7 / 9.500
Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):
139,8
Τροφοδοσία:
Ηλεκτρονικός ψεκασμός Marelli (ελλειπτικής διατομής)
Σύστημα εξαγωγής:
2 σε 1 σε 2 με καταλύτη και δυο αισθητήρες “λ”, με λαιμούς και τελικά από ανοξείδωτο ατσάλι (Euro 3)
Σύστημα λίπανσης:
Υγρό κάρτερ με αντλία λαδιού
Σύστημα εκκίνησης:
Μίζα
 
ΜΕΤΑΔΟΣΗ
Συμπλέκτης:
Ξηρός, πολύδισκος, με υδραυλική τρόμπα
Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:
Γρανάζια / 1,840
Τελική μετάδοση / σχέση:
Αλυσίδα / 2,533
Σχέσεις / km/h ανά 1.000 rpm
1η
2,466/12
2α
1,764/15
3η
1,300/20
4η
1,090/24
5η
1,043/25
6η
0,880/29
 
ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ
Ρύθμιση βαλβίδων (km):
-
Αλλαγή λαδιού (km):
-
Ποσότητα λαδιού με/χωρίς φίλτρο (l):
-
Φίλτρο λαδιού / αλλαγή (km):
-
 
ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ ΑΠΟ ΣΤΑΣΗ
Km/h
Sec
Μέτρα
0-50
1,75
11,62
0-100
3,67
51,93
0-150
6,04
136,31
0-200
9,58
311,82
0-250
 
 
 
ΑΠΟΣΤΑΣΗ ΑΠΟ ΣΤΑΣΗ
Μέτρα
sec
km/h
0-400
11,11
214,43
0-1.000
20,45
241,36
 
ΕΙΚΟΝΙΚΟ ΠΡΟΣΠΕΡΑΣΜΑ
Km/h
sec
Μέτρα
80-140
2,57
79,08
 
ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ ΕΝ ΚΙΝΗΣΕΙ (sec/μέτρα)
Km/h
6η
40-80
2,27/63,16
2,82/77,83
-
80-120
2,66/103,83
3,19/124,71
-
120-160
3,18/160
4,4/226,42
-
160-200
-
10,76/676,52
-
 
ΦΡΕΝΑΡΙΣΜΑ
Km/h
Sec
Μέτρα
120-40
2,29
50,91
 
ΚΙΛΑ ΑΝΑ ΙΠΠΟ
 
Κενή
Γεμάτη
Θεωρητικά
1,08
1,2
Πραγματικά
1,33
1,43
 
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
ΠΙΣΩ
ΤΥΠΟΣ
Ένα αμορτισέρ της Showa (Ohlins), μοχλικό
Διαδρομή (mm):
127
Ρυθμίσεις:
Προφόρτιση ελατηρίου, απόσβεση συμπίεσης και επαναφοράς
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
Έξι ιντσών, Ducati design, δέκα μπράτσων από χυτό αλουμίνιο (Marchesini)
Ελαστικό:
190/55-17 Pirelli Diablo Corsa III
ΦΡΕΝΟ
Ένας δίσκος 245mm με δαγκάνα δυο εμβόλων
ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ
Oθόνη με στροφόμετρο, ταχύμετρο, ρολόι, πρόγραμμα προειδοποίησης service, λαμπάκι χαμηλής πίεσης και θερμοκρασίας λαδιού, δείκτη βενζίνης / ρεζέρβας, θερμοκρασίας λαδιού / νερού, λαμπάκι νεκράς / φλας, ένδειξη μέσης ωριαίας ταχύτητας, μέσης κατανάλωσης / trip ρεζέρβας, immobilizer και υποδοχή για το σύστημα DDA-Ducati Data Analyzer, σταμπιλιζατέρ (DTC- Ducati Traction Control).
 
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
ΕΜΠΡΟΣ
ΤΥΠΟΣ
Ανεστραμμένο πιρούνι Showa με επίστρωση TiO (Ohlins με επίστρωση TiN)
Διαδρομή / Διάμετρος (mm):
120/43
Ρυθμίσεις:
Προφόρτιση ελατηρίων, απόσβεση συμπίεσης και επαναφοράς
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
3,5 ιντσών, Ducati design, δέκα μπράτσων από χυτό αλουμίνιο (Marchesini)
Ελαστικό:
120/70-17
ΦΡΕΝΟ
Δυο δίσκοι διαμέτρου 330mm με ακτινικές, τετραέμβολες, monobloc δαγκάνες της Brembo
 
ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ
 
ΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΤΑΧΥΤΗΤΑ ΑΝΑ ΣΧΕΣΗ
Κόφτης:
10.400
Μέγιστη ισχύς:
9.900
 
 
1η
109
2α
153
3η
207
4η
247
5η
258
6η
306
 
 
ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ
Μέση
8
Ελάχιστη
7
Μέγιστη
10
Αυτονομία:
212
Αυτονομία ρεζέρβας:
37,5
Ρεζερβουάρ/ρεζέρβα (lt):
17/3

Ετικέτες

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ: Ducati 959 Panigale

Λιγότερα κυβικά, περισσότερη απόλαυση
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

21/8/2018

Το 2016 βρεθήκαμε στην πίστα της Valencia στην Ισπανία για να οδηγήσουμε το ανανεωμένο 959 Panigale, μια μοτοσυκλέτα που εξακολουθεί έως σήμερα να είναι η πιο προσιτή Superbike της Ducati.

 

Σε σχέση με την 1299, η αναβαθμισμένη 959 Panigale είναι η μικρότερη και φτηνότερη supersport μοτοσυκλέτα στην γκάμα της Ducati, αντικαθιστώντας την 899. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι λιγότερο απολαυστική στην οδήγηση από την μεγάλη αδερφή της… μάλλον το αντίθετο!

Όπως συνέβη πέρσι με την μεγάλη της αδερφή, 1299 Panigale, έτσι και με την μικρότερη 959 οι αλλαγές στα μηχανικά μέρη είναι σημαντικότερες από εκείνες στην εξωτερική εμφάνιση, σε σύγκριση με τη 899 Panigale που αντικαθιστά. Από τις φωτογραφίες είναι εξαιρετικά δύσκολο να βρεις τις διαφορές, ενώ ακόμη κι ένας ιδιοκτήτης 899Panigaleθα σπαταλήσει πολύ χρόνο για να τις εντοπίσει, με εξαίρεση φυσικά τις διπλές εξατμίσεις των ευρωπαϊκών προδιαγραφών Euro 4 έκδοσης. Εν συντομία, έχουμε αλλαγές στο επάνω τμήμα του φαίρινγκ, όπου έχει φαρδύνει καιψηλώσε,ι και οι βάσεις για τους καθρέπτες είναι πιο ψηλά τοποθετημένες ώστε να κοντύνουν τα μπράτσα τους, μειώνοντας έτσι το τρέμουλο και το συνολικό βάρος τους. Μικροαλλαγές υπάρχουν και στην ουρά, με μεγαλύτερους αεραγωγούς και φυσικά στο κάτω τμήμα του φαίρινγκ στην ευρωπαϊκή έκδοση λόγω των νέων εξατμίσεων. Το ζουμί όμως βρίσκεται στα μηχανικά μέρη, όπου οι επεμβάσεις έχουν πολύ μεγάλες επιδράσεις σε σχέση με το προηγούμενο 899 Panigale.

Η βασική αποστολή του κυρίου Strappazon ως επικεφαλής της ομάδας που δούλεψε πάνω στον κινητήρα Superquadro,ήταν οι αυστηρές προδιαγραφές Euro 4. Το μεγαλύτερο πρόβλημά τους δεν αφορούσε τις εκπομπές ρύπων, αφού ήδη ο κινητήρας του 899 Panigale διέθετε την τελευταία λέξη της τεχνολογίας στην τροφοδοσία και ως κινητήρας υψηλής απόδοσης είχε σχεδιαστεί από την αρχή για τη βέλτιστη δυνατή καύση, άρα και καθαρή. Εκεί που υπήρχε θέμα ήταν με τις προδιαγραφές θορύβου, όπου οι κινητήρες της Ducati παραδοσιακά "βαράνε δυνατά". Ο έντονος μηχανικός ήχος των Ducatiείναι μεν από τα βασικά χαρακτηριστικά της γοητείας τους, όμωςτα φρικιά της οικολογίας κάνουν παρέα με τους πολιτικούς (δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι…) και έχουν καταφέρει να σφίξουν την θηλιά γύρο από τον λαιμό της ιταλικής εταιρείας. Έτσι, ο κινητήρας του 959 Panigale απέκτησε νέα καπάκια στα κάρτερ και τις κεφαλές, όμοια με αυτά που έχει η νέα Multistrada 1200DVT, τα οποία διαθέτουν ηχομόνωση και νέο σετ γρανάζια/αλυσίδα/τεντωτήρα για την κίνηση των δεσμοδρομικών βαλβίδων. Φυσικά έχει και την νέα, μεγαλύτερη σε όγκο εξάτμιση, που μετριάζει την ένταση των πυροβολισμών του μεγάλου V2. Για τις ΗΠΑ, την Αυστραλία και μερικές άλλες χώρες, η 959 Panigale θα πωλείται με την μικρότερη εξάτμιση που χωράει ολόκληρη κάτω από τον κινητήρα. Έτυχε στο group μας να είναι και ένας Αυστραλός δημοσιογράφος, όπου η Ducati είχε φροντίσει να του δώσει μια τέτοια έκδοση και ομολογώ ότι δεν ακουγόταν πολύ πιο δυνατά από τις δικές μας των ευρωπαϊκών προδιαγραφών. Ίσως να ήταν λίγο πιο έντονος ο μπάσος δικύλινδρος ήχος της στο ρελαντί, αλλά όταν πέρναγε τέρμα γκάζι στην ευθεία ήταν αδύνατον να την ξεχωρίσεις από τις υπόλοιπες μοτοσυκλέτες. Το σίγουρο όμως είναι ότι συνολικά ο ήχος του 959 Panigale έχει γίνει πιο "γλυκός" και πιο "υγρός" σε σύγκριση με τον στεγνό και βαρύ μηχανικό ήχο των προηγούμενης γενιάς κινητήρων της Ducati. Παρ' όλα αυτά, εξακολουθεί να ξεχωρίζει ηχητικά από οποιονδήποτε άλλον ιαπωνικό ή ιταλικό V2 και καθώς έχει σε όλα τα σημεία της πίστας περισσότερες από 1000 έως και 3000 στροφές σε σύγκριση με την "ροπάτη" μεγάλη 1299 Panigale,η χροιά του ήχου της ακουγόταν περισσότερο σαν την εξωτική 1199 PanigaleR με τις μπιέλες τιτανίου. Μετά το διάλειμμα για μεσημεριανό φαγητό, οδηγήσαμε για δύο δεκαπεντάλεπτα και τις μοτοσυκλέτες που είχαν το διπλό slip-onτιτανίου της Akrapovic, όπου ανέβαζε λίγο την ένταση, αλλά όχι περισσότερο από της μοτοσυκλέτας του Αυστραλού δημοσιογράφου. Άλλωστε, αυτό το τελικό τιτανίου έχει έγκριση τύπου για χρήση στο δρόμο και το πραγματικό κέρδος που δίνει είναι το χαμηλότερο κατά 1,6 κιλά βάρος του. Φυσικά υπάρχει και ολόκληρη, εντελώς ελεύθερη, εξάτμιση τιτανίου της Akrapovic, όμοια σχεδιαστικά με εκείνη της 1299 Panigale που μειώνει το βάρος κατά 6 ολόκληρα κιλά και δίνει 5% περισσότερη δύναμη στις μεσαίες και 2% ψηλά, όμως κάνει μπόλικη φασαρία ώστε να μην της επιτρέπεται η χρήση στο δρόμο.

Πάντως, η μείωση των μηχανικών θορύβων από τον κινητήρα, σε βοηθάει να ακούς πιο καθαρά την ιταλική μελωδία των στάνταρ εξατμίσεων, έστω κι αν η ένταση είναι εμφανώς χαμηλότερη.

Παρά όλους αυτούς τους περιορισμούς που θέτουν οι αυστηρές προδιαγραφές Euro 4, οι μηχανολόγοι της Ducati κατάφεραν να αυξήσουν κατά 6% την ιπποδύναμη και κατά 8% την ροπή σε σύγκριση με την 899 Panigale.Η αύξηση της απόδοσης επιτεύχθηκε φυσικά μέσω του μεγαλύτερου κυβισμού των 955 κυβικών εκατοστών. Η διάμετρος του εμβόλου έμεινε στα 100mm, όμως η διαδρομή αυξήθηκε στα 60,8mm, δηλαδή ίδια με της 1299 Panigale. Πολύ πιθανό και ο στρόφαλος να είναι ίδιος με τις μεγάλης Panigale, καθώς εμφανίζονται κάποιοι υψηλής συχνότητας κραδασμοί μετά τις 10.000 στροφές στο αριστερό κλιπ-ον που δεν υπήρχαν στο 899, όμως η Ducati δεν το ξεκαθαρίζει επισήμως. Τα χαρακτηριστικά απόδοσης του αναβαθμισμένου V2 των 955 κυβικών είναι εντελώς διαφορετικά από της 899 που αντικαθιστά, καθώς έχει "γεμίσει" αισθητά στις μεσαίες στροφές και θυμίζει περισσότερο τον κινητήρα Testastretta της 1198, παρά τους Superquadro της προηγούμενης γενιάς των Panigale. Έτσι, η δύναμη δεν είναι πλέον συγκεντρωμένη στις υψηλές στροφές, αλλά έχει απλωθεί ομοιόμορφα από το ρελαντί μέχρι τον κόφτη στις 11.200. Είναι τόσο ομαλή η παροχή δύναμης, που ο μόνος τρόπος για να καταλάβεις ότι πλησιάζεις τον κόφτη είναι από τα δύο κόκκινα λαμπάκια του shift-light που αρχίζουν να αναβοσβήνουν στις 10.000. Αυτά τα χαρακτηριστικά απόδοσης προσφέρουν ταυτόχρονα και μια πολύ καλή αίσθηση στον χειρισμό του γκαζιού, που σου επιτρέπει να νοιώθεις με ακρίβεια πόση δύναμη πάει στον πίσω τροχό. Ουσιαστικά, το ήπιο πρόγραμμα Sport είναι άχρηστο, αφού με το πιο άμεσο Race έχεις θαυμάσιο έλεγχο και ποτέ ο κινητήρας δεν αντιδρά απότομα. Στον τομέα των ηλεκτρονικών έχουμε ουσιαστικά το hardware της πρώτης 1199 Panigale με αναβαθμισμένο software για να ταιριάζει στην απόδοση του νέου κινητήρα. Βασικά, η 959 Panigale έχει τα πάντα, από το αγωνιστικό ABS της Bosch, μέχριtractioncontrol,quick-shifter, wheeliecontrol, engine-brakecontrol και επιπλέον μονόδρομο συμπλέκτη.

… και για τον δρόμο!

Στην γκάμα μοτοσυκλετών της Ducati έχουν γίνει κοσμοϊστορικές αλλαγές τα τελευταία χρόνια, οδηγούμενες τόσο από τις νέες ανάγκες των μοτοσυκλετιστών, όσο και από την ανάγκη της ιταλικής εταιρείας για ανάπτυξη και επιβίωση. Έτσι, από εκεί που έφτιαχνε μόνο supersport και superbike, τώρα οι μοναδικές Ducati που έχουν κλιπ-ον είναι οι δύο εκδόσεις της Panigale. Τα πράγματα έγιναν ακόμα πιο περίπλοκα πέρυσι, όταν η μεγάλη Panigale ανέβηκε στα 1285 κυβικά και έχασε το δικαίωμα να συμμετέχει στα περισσότερα εθνικά πρωταθλήματα. Έχουμε δηλαδή το παράδοξο, μια εταιρεία μοτοσυκλετών που έχει συνδέσει άμεσα το όνομά της με τους αγώνες, να διαθέτει στην γκάμα της μόνο μία μοτοσυκλέτα με δικαίωμα συμμετοχής σε αγώνες, την ειδική, περιορισμένης παραγωγής και εξαιρετικά ακριβή Panigale1299R των 1199 κυβικών. Αυτό που δεν είναι παράδοξο, είναι η δυσκολία που έχουν οι άνθρωποί της στις παρουσιάσεις να παραδεχτούν με σαφήνεια ότι η διεθνής αγορά της κατηγορίας των supersport μοτοσυκλετών έχει συρρικνωθεί, τόσο γιατί ο κόσμος έχει στραφεί προς τα adventure bikes, όσο και γιατί τα περισσότερα εργοστάσια δεν φρόντισαν να κρατήσουν το ενδιαφέρον των μοτοσυκλετιστών γι' αυτού του είδους τις μοτοσυκλέτες. Δεν ξέρω αν το έχετε προσέξει, αλλά όποιος θέλει να πάρει μια σύγχρονη supersport με traction control και ABS, η φτηνότερη λύση που έχει είναι η MV Agusta F3 675 των 15.000 ευρώ. Τα ιαπωνικά supersport 600 έχουν μείνει στο 2005… Με άλλα λόγια, όλες οι supersport/superbike σήμερα απευθύνονται σε ανθρώπους με γεμάτες τσέπες και αυτού του είδους οι πελάτες απαιτούν κορυφαίες επιδόσεις, τεχνολογία και...imageπου να "μετράει" στα track-day!

Η μεγάλη 1299 Panigale τα έχει όλα αυτά σε αφθονία, οπότε η μικρότερη 959 Panigale θα πρέπει να έχει κάτι πολύ ξεχωριστό για να τραβήξει το ενδιαφέρον του ίδιου κοινού. Η μεγάλη διαφορά τιμής θα μπορούσε να την κάνει ελκυστική, όμως ειδικά για την Ελλάδα που έχει χάσει την μεσαία οικονομικά τάξη της, όποιος έχει κοντά στα 20.000 ευρώ για την 959 Panigale, μάλλον έχει και τα 23.900 ευρώ για την μεγάλη 1299 Panigale. Για να μην αδικούμε την Ducati λόγω της παράνοιας που επικρατεί στην Ελλάδα, η 959 Panigaleστην Αμερική, την Αυστραλία και σε μερικές χώρες της Ευρώπης με χαμηλή φορολογία, θα έχει τιμή πολύ κοντά στα ξεπερασμένα τεχνολογικά ιαπωνικά superbike. Ειδικά στην Αμερική και την Αυστραλία, οι μοτοσυκλετιστές υπολογίζουν πολύ το ετήσιο κόστος (έχουν πανάκριβες ασφάλειες, οι δρόμοι τους τρώνε πολύ γρήγορα τα λάστιχα κ.τ.λ.) τομέας που το 959 υπερτερεί αισθητά έναντι του 1299. Επίσης, σε αυτές τις αναπτυγμένες μοτοσυκλετιστικά χώρες, ο περισσότερος κόσμος αγοράζει την μοτοσυκλέτα που πραγματικά χρειάζεται και όχι την ακριβότερη που αντέχει η τσέπη του. Η 959 Panigale είναι ακριβώς μια τέτοιου είδους μοτοσυκλέτα, που την απολαμβάνεις περισσότερο οδηγώντας την και λιγότερο επιδεικνύοντας την, αν και από αισθητική άποψης δεν διαφέρει σε τίποτα από την εντυπωσιακή 1299. Για να σου δώσει ένα επιπλέον κίνητρο να αγοράσεις την "μικρή"Panigale, η Ducati λέει ότι η 959 χάρη στο ηπιότερο τρόπο απόδοσης του κινητήρα της είναι πιο εύκολη για οδήγηση στο δρόμο από την κτηνώδη 1299. Ποιο θα είναι τελικά το προφίλ του υποψήφιου αγοραστή μιας 959 Panigale θα το δείξει το εμπορικό μέλλον της, όμως για τον χαρακτήρα της και τον τρόπο που συμπεριφέρεται μέσα στην πίστα, μπορούμε να πούμε περισσότερα με σιγουριά.

Αν έχεις τύχη διάβαινε…

Η μεγαλύτερη αγωνία μας στις παρουσιάσεις είναι ο καιρός. Άμα βρέχει την πάτησες και άμα μισο-βρέχει γίνεται μαρτύριο, όπως ήταν στο Portimao με την 1299Sπου χάσαμε δύο ολόκληρα εικοσάλεπτα. Παραλίγο να ζήσουμε το ίδιο μαρτύριο και στην Valencia, αφού ξυπνώντας το πρωί είχε 8 μποφόρ αέρα, μαύρο ουρανό και τα πάντα ήταν ακόμα βρεγμένα από την μπόρα της προηγούμενης νύχτας. Τελικά η τύχη ήταν με το μέρος μας και μέχρι να μπούμε στην πίστα ο αέρας έκοψε εντελώς και ο ήλιος έλαμπε στον γαλανό ουρανό.

Και τα ευχάριστα νέα δεν σταματούν εδώ. Παρά το γεγονός ότι η 959 Panigale είναι εξοπλισμένη με τα Pirelli Diablo Corsa (σκελετός και χάραξη για τον δρόμο με μαλακή γόμμα Corsa στις άκρες τους για την πίστα), οι μοτοσυκλέτες που θα οδηγούσαμε εμείς είχαν τα Pirelli Diablo Supercorsa που χρησιμοποιούν στο παγκόσμιο πρωτάθλημα Supersport και Super Stock σε medium γόμμα, τυλιγμένα μέσα σε ηλεκτρικές κουβέρτες που τα κράταγαν ζεστά. Έτσι, όταν στο πρώτο αναγνωριστικό εικοσάλεπτο μπήκαμε στην πίστα με τα ηλεκτρονικά ρυθμισμένα στην θέση Sport, η πρόωρη επέμβασή τους φίμωναν χωρίς λόγω τις επιδόσεις της μοτοσυκλέτας. Ήδη από τον τρίτο γύρο είχα αποκτήσει τέτοια εμπιστοσύνη με την 959 Panigale, που η προληπτική παρέμβαση του traction control (θέση 5) και του ABS (θέση 3) μου δημιουργούσαν πρόβλημα στην οδήγηση της μοτοσυκλέτας. Στα δυνατά φρένα στο τέλος της ευθείας που βρίσκεται στο ορεινό τμήμα της πίστας, το ABS έριχνε την πίεση στο κύκλωμα των φρένων με αποτέλεσμα να χάνω το σημείο εισόδου για την τυφλή αλλά άκρως απολαυστική αριστερή στροφή που ακολουθούσε. Το ίδιο και με το traction control που εμπόδιζε τον κινητήρα να ανεβάσει γρήγορα στροφές όσο η μοτοσυκλέτα ήταν πλαγιασμένη, καθυστερώντας ενοχλητικά την έξοδό της από την στροφή. Όπως είπαμε, τα ηλεκτρονικά της 959 είναι ίδια με της προηγούμενης 1199 Panigale και όχι με εκείνα της νέας 1299 Panigale. Αυτό σημαίνει ότι είναι ανώτερα σε ποιότητα λειτουργίας από εκείνα των σπορ μοτοσυκλετών των Suzuki, Kawasaki, Honda και Aprilia, όχι όμως από εκείνα των τελευταίας γενιάς με αισθητήρα επιτάχυνσης πέντε κατευθύνσεων όπως των 1299 Panigale, Multistrada 1200DVT, S1000RR και R1, τα οποία έχουν επιπλέον και cornering ABS. Σε αυτό το σημείο είναι που ανοίγει πραγματικά η συζήτηση, διότι η 959 Panigale δεν έχει τόσο μεγάλη ανάγκη την βοήθεια των ηλεκτρονικών με αποτέλεσμα να είναι πολύ πιο απολαυστική η οδήγησή της από τα τέρατα των 200 ίππων. Επιλέγοντας το πρόγραμμα Raceγια τα ηλεκτρονικά, η 959 Panigale κυριολεκτικά απελευθερώθηκε από τα δεσμά της. Σε αντίθεση με την μεγάλη 1299 που χωρίς τα ηλεκτρονικά λουριά είναι αδύνατον να την οδηγήσεις γρήγορα, η μικρή αδερφή της σου δίνει απλόχερα τον κυρίαρχο ρόλο στην σχέση σας.

Το αγωνιστικό ABS στην θέση 1 επεμβαίνει μόνο στον εμπρός τροχό, επιτρέποντας να ντριφτάρεις τον πίσω πλασάροντας γλυκά την μοτοσυκλέταστην είσοδο των στροφών. Η μετατόπιση του άξονα του ψαλιδιού κατά 4mm χαμηλότερα και η ελαφριά αύξηση του μεταξονίου βοηθούν στην σταθερότητα, αν και με τόσο ομαλή παροχή δύναμης από τον κινητήρα, ούτε το σταμπιλιζατέρ, ούτε το wheeliecontrol δεν χρειάστηκε να προσφέρουν υπηρεσίες. Το quick-shifterδουλεύει μόνο στα ανεβάσματα και όχι στα κατεβάσματα (η 1299 έχει δύο δρόμων up/down), όμως χάρη στον νέο μονόδρομο συμπλέκτη (το 899 δεν είχε) και στο ρυθμιζόμενο φρένο του κινητήρα μέσω του ψεκασμού ride-by-wireσε τρεις θέσεις, η σταθερότητα στο φρενάρισμα είναι υποδειγματική και η μοτοσυκλέτα ρέει ελεύθερα από στροφή σε στροφή, ακόμα κι αν ανάμεσά τους χρειαστεί να ανεβοκατεβάσεις ταχύτητες. Γενικά ο μικρότερος σε κυβισμό κινητήρας της 959 είναι πολύ πιο γλυκός και γραμμικός από εκείνον της 1299 και ως εκ τούτου ο πίσω τροχός δεν έχει τόσο μεγάλη ανάγκη την βοήθεια των ηλεκτρονικών. Το tractioncontrol χρειάστηκε να επέμβει μόνο μία φορά, όταν βρέθηκα εκτός γραμμής και πάτησα πάνω στο βρώμικο και σκονισμένο κομμάτι της πίστας. Επίσης, από την στιγμή που έβαλα το πρόγραμμα Race, το ABS (θέση 1) δεν αμόλησε ποτέ το εμπρός φρένο όσο κι αν προσπάθησα να κάνω τον ήρωα. Η Ducati λέει ότι η 959 ζυγίζει 200 κιλά γεμάτη, δηλαδή είναι 9,5 πιο βαριά από την μεγάλη 1299S.

Μικρότερη εξάτμιση, καπάκια κινητήρα από μαγνήσιο, σφυρήλατες ζάντες και κομμάτια carbon στο φαίρινγκ εξηγούν γιατί η μεγάλη 1299 είναι ελαφρύτερη από την μικρή 959. Έτσι, παρά το γεγονός ότι η 959 είναι πανεύκολη στις αλλαγές πορείας σε σύγκριση με όλα τα τετρακύλινδρα ιαπωνικά superbike και πάνω στη σέλα της νοιώθεις σαν να οδηγείς supersport 600 και όχι ένα μεγάλο V2 σχεδόν 1000 κυβικών, εν τούτοις έχει εμφανώς πιο βαριά αίσθηση από την 1299S, ειδικά στις υψηλές ταχύτητεςόπου οι βαρύτερες ζάντες προκαλούν πιο έντονο γυροσκοπικό φαινόμενο. Από την άλλη μεριά όμως, η 959 Panigale σε κουράζει λιγότερο όταν κάνεις πολλούς συνεχόμενους γύρους, ειδικά μέσα σε πίστες με πολλές στροφές και λίγες ευθείες. Ο λόγος είναι το μικρότερο στρες που προκαλεί στο σώμα σου. Θυμάμαι πολύ καλά ότι με την 1299S πάλευα να κρατηθώ πάνω της από την αρχή μέχρι το τέλος της μεγάλης ευθείας του Portimao, αφού επιτάχυνε χωρίς οίκτο πέρα από τα 280km/h. Αντί δηλαδή οι ευθείες να είναι ευκαιρία ξεκούρασης για το σώμα, αποτελούσαν άλλη μια δοκιμασία αντοχής. Αντίθετα η 959, χωρίς να είναι σε καμία περίπτωση αργή (έδειξε πάνω από 250Km/ στην ευθεία, όταν με την KTM RC8 πριν μερικά χρόνια δύσκολα ξεπερνούσα τα 245km/h), επιταχύνει πιο στρωτά και πιο ανθρώπινα, δίνοντάς σου ανάσες για να ξαναφορτώσεις δυνάμεις για τον επόμενο γύρο. Το κιβώτιο ταχυτήτων είναι τυπικό Ducati. Κάπως θορυβώδες και χαλαρό όταν αλλάζεις αργά ταχύτητες, όμως όταν μπεις σε "αγωνιστικό" ρυθμό είναι εξαιρετικά άμεσο και ακριβές. Τα γιγαντιαία δισκόφρενα των 320mm με τις monoblock δαγκάνες M4 της Brembo δεν κουράστηκαν ποτέ, έχουν υπέροχη αίσθηση και όταν επεμβαίνει το ABSη μανέτα παραμένει σφιχτή και δεν πάλλεται, συνεχίζοντας να μεταφέρει στα δάκτυλα την αίσθηση για το πόσο πιέζουν τα τακάκια τους δίσκους.

Η μικρή είναι για έμπειρους και η μεγάλη για άπειρους

Κουβεντιάζοντας για πολύ ώρα με τον Vilia (δοκιμαστής εξέλιξης των 1299 και 959 Panigale) τόσο στην παρουσίαση της 1299 στο Portimao, όσο και στην Valenciaφέτος, καταλήξαμε να συμφωνούμε ότι με την δύναμη και την τεχνολογία της 1299 είσαι γρηγορότερος, όμως με την 959 χαμογελάς περισσότερο. Στο τέλος της ημέρας και ολοκληρώνοντας συνολικά μία ολόκληρη ώρα οδήγησης μέσα στην πίστα με την 959,έβγαλα ένα παράδοξο συμπέρασμα. Πιστεύω ότι η 959 θα αρέσει περισσότερο στους έμπειρους αναβάτες ή για να είμαι πιο ακριβής σε εκείνους που δεν τους αρέσουν να μπλέκουν διαρκώς στα πόδια τους τα ηλεκτρονικά. Επίσης, η 959 Panigale θέλει περισσότερες γνώσεις και εμπειρία για να πετύχεις καλό γυρολόγιο, ενώ με την 1299 αρκεί να χουφτώσεις το γκάζι στις ευθείες και να κόψεις τα δευτερόλεπτα με τον μπαλτά. Στα υπόλοιπα σημεία της πίστας, το corneringABSκαι τα διαστημικής τεχνολογίας ηλεκτρονικά της θα σε κρατήσουν μέσα στην πίστα όσο άσχετος κι αν είσαι. Αντίθετα, με την 959 χρειάζεται να ροκανίσεις τα κλάσματα του δευτερολέπτου λίγο-λίγο σε κάθε σημείο της πίστας, προσέχοντας τις γραμμές σου και τα σημεία που φρενάρεις. Όμως όλος αυτός ο επιπλέον κόπος και οι γνώσεις που επιστρατεύεις πάνω στην σέλα της 959 είναι ακριβώς αυτό που σου δίνει τόσο μεγάλη ευχαρίστηση όταν την οδηγείς. Στην μικρή superbike της Ducati τα ηλεκτρονικά είναι κομπάρσος και όχι πρωταγωνιστής όπως στην μεγάλη αδερφή της. Το πραγματικό ερώτημα που μας βάζει η Ducati με αυτές τις δύο μοτοσυκλέτες, δεν είναι αν αξίζει να χρεωθείς επιπλέον 3000-4000 ευρώ για να πάρεις την 1299, αλλά να διαλέξεις ανάμεσα σε ευχαρίστηση ή αποτέλεσμα.Η 959 σίγουρα ανέβηκε, όχι ένα αλλά δύο σκαλιά πάνω από τη 899 που αντικαθιστά και είναι παντού καλύτερη μοτοσυκλέτα. Ο χρόνος θα δείξει αν σε αυτή την κατηγορία μοτοσυκλετών όπου κυριαρχούν οι πελάτες τύπου "More money than brain"καταφέρει να βρει μοτοσυκλετιστές που αναζητούν την ευχαρίστηση από την διαδικασία οδήγησης μιας superbike. Στα θετικά της είναι ότι θα κοστίζει ελάχιστα παραπάνω από τα γερασμένα ιαπωνικά superbike, οπότε ίσως η Ducati να ψαρέψει σε μια λίμνη που η 1299 δεν χωράει να μπει.

 

959 vs 899 Οι αλλαγές με μια ματιά

 

                                959         899

Κυβισμός (cc)    955         898

Ιπποδύναμη (Hp)            157/10.500          148/10.750

Ροπή (Kg/m)      11/9.000               10,1/9.000

Μεταξόνιο (mm)             1431       1426

Εξοπλισμός        Μονόδρομος APTC συμπλέκτης, CNC αγωνιστικά μαρσπιέ          Συμβατικός APTC συμπλέκτης, χυτά μαρσπιέ

 

Προδιαγραφές                Euro 4   Euro3

 

-Φαρδύτερο φαίρινγκ

-Μικρότερα μπράτσα καθρεπτών

-Νέα εξάτμιση Euro 4 και κάτω τμήμα φαίρινγκ

-Νέα ουρά

-Καπάκια κινητήρα με ηχομόνωση

-Νέο σετ γρανάζια/αλυσίδα/τεντωτήρα για το Desmo

-Διάμετρος εξατμίσεων 60mm

-Δύο μπεκ ψεκασμού σε κάθε αυλό εισαγωγής

 

Δείτε το VIDEO μας από την παρουσίαση ΕΔΩ

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ           

Αντιπρόσωπος:

Cosmocar AE

 

ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΣΚΙΤΣΟ

Μήκος (mm):

2.056

Ύψος (mm):

1,115

Μεταξόνιο (mm):

1.431

Απόσταση από το έδαφος (mm):

-

Ύψος σέλας (mm):

830

Ίχνος (mm):

96

Γωνία κάστερ (˚):

24

 

 

ΠΛΑΙΣΙΟ

Τύπος:

Αλουμινένιο monocoque

Πλάτος (mm):

-

Βάρος κατασκευαστή, κενή / γεμάτη (kg):

176kg/200kg

 

ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ

Τύπος:

Τετράχρονος, δικύλινδρος υγρόψυκτος, με 4Β/Κ (Desmo)

Διάμετρος επί διαδρομή (mm):

100 X 60,8

Χωρητικότητα (cc):

955

Σχέση συμπίεσης:

12,6:1

Ισχύς (ΗΡ/rpm):

157/10.500

Ροπή (kg.m/rpm):

11/8.750

Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):

172

Τροφοδοσία:

Ψεκασμός ridebywire

Σύστημα εξαγωγής:

2 σε 1 σε 2

Σύστημα λίπανσης:

Υγρό κάρτερ

Σύστημα εκκίνησης:

Μίζα

 

ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Συμπλέκτης:

Υγρός, πολύδισκος, μονόδρομος

Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:

Με γρανάζια/1,77

Τελική μετάδοση / σχέση:

Με αλυσίδα/2,866

 

Σχέσεις

1η

2,466

2α

1,875

3η

1,500

4η

1,250

5η

1,090

6η

0,958

ΠΙΣΩ

ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Αμορτισέρ Sachs

Διαδρομή (mm):

130

Ρυθμίσεις:

Προφόρτιση ελατηρίου, απόσβεση συμπίεσης/επαναφοράς

ΤΡΟΧΟΣ

Ζάντα:

5,5 Χ 17 χυτή

Ελαστικό:

180/55-17Pirelli Diablo Corsa

Πίεση:

-

ΦΡΕΝΟ

Μονός δίσκος 245mm με δαγκάνα δύο εμβόλων και ABS

 

ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ

OθόνηLCD με ενδείξεις για ταχύτητα, στροφές, ολικός και δύο μερικούς χιλιομετρητές, θερμοκρασία κινητήρα και περιβάλλοντος, tripcomputer, ρυθμίσεις TractionControl, ABS, quickshifter, wheeliecontrol, Mode κινητήρα, προεγκατάσταση DDA+, σταμπιλιζατερ, φώτα θέσης Led

 

ΕΜΠΡΟΣ

ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Τηλεσκοπικό πιρούνι Showa (Big Piston)

Διαδρομή/Διάμετρος (mm):

120/43

Ρυθμίσεις:

Προφόρτιση ελατηρίου, απόσβεση συμπίεσης/επαναφοράς

ΤΡΟΧΟΣ

Ζάντα:

3,5 Χ 17χυτή

Ελαστικό:

120/70-17 Pirelli Diablo Corsa

Πίεση:

-

ΦΡΕΝΟ

Δύο δίσκοι 320mm με monoblock ακτινικές δαγκάνεςM4 τηςBrembo και ρυθμιζόμενοABS