Οδηγούμε Indian FTR 1200: Ήρθε με τις πάντες

Ένα αμερικάνικο Flat Track για τους ελληνικούς δρόμους
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

29/10/2019

Η Indian δεν θα έπρεπε να χρειάζεται συστάσεις, καθώς είναι από τις σημαντικότερες και πιο εμβληματικές αμερικάνικες εταιρείες μοτοσυκλετών, ενώ έως τα μέσα των 50ies ήταν ο απόλυτος αντίπαλος της Harley Davidson στην τεράστια αγορά των ΗΠΑ. Όμως από τότε έως πριν λίγα χρόνια, οι διοικητικές αστοχίες την οδήγησαν σε μια μακροχρόνια απουσία της από την αγορά. Το όνομά της έμεινε ζωντανό χάρη στη μοναδική ομορφιά της Chief με τα χαρακτηριστικής σχεδίασης art-deco φτερά-φούστες, που εμφανιζόταν τακτικότατα στα εξώφυλλα βιβλίων. Κάποια στιγμή στις αρχές του 2000, μια ομάδα επενδυτών ανέστησε το όνομα της Indian, όμως λόγω της χρήσης κινητήρων της S&S οι μοτοσυκλέτες έμοιαζαν σαν Harley Davidson που τους έχεις βάλει φτερά-φούστες και ό,τι αξεσουάρ χρωμίου βρήκες στους καταλόγους των after market κατασκευαστών. Το αποτέλεσμα ήταν φυσικά να κλείσει για άλλη μια φορά η εταιρεία και το όνομα της Indian να γίνει ξανά φάντασμα.

Όμως για καλή της τύχη, η Polaris αποφάσισε να μπει στο παιχνίδι των μοτοσυκλετών και χάρη στην τεχνογνωσία της στο σχεδιασμό κινητήρων υψηλής απόδοσης για τα οχήματα ελευθέρου χρόνου που κατασκευάζει (Snow mobile, 4X4 side by side και jet Ski κ.τ.λ.) έδωσε στην Indian την δική της σχεδιαστική οντότητα. Έτσι πέρα από τα αερόψυκτα τουριστικά θηρία, μπόρεσε να φτιάξει το σύγχρονο τεχνολογικά Scout και να διαφοροποιηθεί από την Harley Davisdon, προσφέροντας κάτι εντελώς διαφορετικό σε αισθητική και αίσθηση. Αυτός ο σύγχρονος υγρόψυκτος V2 κινητήρας της Indian είναι που της έδωσε τη δυνατότητα να ξεφύγει από την κλασική κατηγορία των cruiser και με το FTR 1200 να βρεθεί με αξιώσεις απέναντι σε κάθε μεγάλη γυμνή μοτοσυκλέτα που κατασκευάζεται από ευρωπαϊκό ή ιαπωνικό εργοστάσιο. Οι 120 ονομαστικοί ίπποι το τοποθετούν εύκολα δίπλα στα BMW R1250R, Ducati Monster 1200 σε επιδόσεις, ενώ η flat track αισθητική τραβάει κόσμο και από την neo-retro κατηγορία!

Βέβαια αυτή η μακροχρόνια απουσία της Indian από την ενεργό δράση και το γεγονός πως οι ευρωπαίοι δεν έχουν μεγάλη σχέση με τα snow mobile και τα υπόλοιπα power-toys για να γνωρίζουν το μέγεθος και τις δυνατότητες της Polaris, κάνουν την FTR 1200 να μοιάζει ως κάτι εντελώς καινούριο και άγνωστο στις αγορές της Ευρώπης.

Αυτό το διαπιστώσαμε από πρώτο χέρι κυκλοφορώντας με το FTR 1200 στους ελληνικούς δρόμους. Η μοτοσυκλέτα έχει πολύ εντυπωσιακή παρουσία και τραβάει τα βλέμματα, αλλά την ίδια στιγμή δεν είναι εύκολο για τον κόσμο να την ταυτοποιήσει και να την κατατάξει. Οπότε σε κάθε φανάρι πρέπει να απαντάς δύο φορές στην ίδια ερώτηση: Τι μάρκα είναι αυτό φίλε; - Είναι το καινούριο Indian FTR 1200 – Α, Indian, δηλαδή; ….. Ανάβει πράσινο το φανάρι και η κουβέντα μένει εκεί, μαζί με την απορία…

Όχι ότι εμείς ξέραμε από πριν τι είδους μοτοσυκλέτα είναι η FTR 1200. Ουσιαστικά είναι η πρώτη φορά που καβαλάμε σύγχρονη Indian στη ζωή μας και είχαμε πολλές αναπάντητες ερωτήσεις στο μυαλό μας. Οι περισσότερες απαντήθηκαν στην πρώτη βόλτα!

Η σέλα μοιάζει υπερβολικά ψηλή όταν βρεθείς δίπλα στην FTR 1200, όμως τελικά είναι οφθαλμαπάτη! Τα πόδια σου ακουμπάνε πολύ εύκολα στο έδαφος στα φανάρια και την ίδια ώρα η άνεση είναι πάρα πολύ καλή.  

Αυτός ο κινητήρας δεν έχει καμία σχέση με οτιδήποτε αμερικάνικο έρχεται στο μυαλό σας. Ο τρόπος λειτουργίας του και κυρίως η ποιότητα λειτουργίας του θα σε ξαφνιάσουν ευχάριστα. Η εξωτερική του εμφάνιση μοιάζει πάρα πολύ με τον V2 που είχε η Aprilia στα πρώτα Mille και Tuono, όμως εδώ σταματάνε οι ομοιότητες. Η ποιότητα λειτουργίας συγκρίνεται περισσότερο με τους ιαπωνικούς V2 των Suzuki V-Strom 1000 και Honda Varadero, παρά με τους ιταλικούς V2. Αυτό συμβαίνει κυρίως λόγω της απόλυτης απουσίας μηχανικών θορύβων από τις κεφαλές ή τον συμπλέκτη, αλλά και την άριστη αίσθηση του λεβιέ ταχυτήτων με τις γλυκές και ήσυχες αλλαγές. Επίσης η γιγαντιαία διπλή εξάτμιση πνίγει όλους τους γνωστούς ήχους που θα μπορούσαν να κάνουν τα καυσαέρια, με αποτέλεσμα να χάνεις ακόμα και την αίσθηση για το πόσες στροφές έχει ο κινητήρας!

Η ροπή από το ρελαντί και η απόλυτα γραμμική αύξηση των στροφών, δίνουν σε αυτόν το κινητήρα μια πολυδιάστατη προσωπικότητα που επιτρέπει στην Indian να φτιάξει πολλών ειδών μοντέλα γύρω του. Ένα mega-off ήταν το πρώτο πράγμα που ήρθε στο μυαλό μας…

Η μοτοσυκλέτα της δοκιμής ήταν η βασική έκδοση, οπότε δεν είχαμε τα έγχρωμα TFT όργανα, ούτε τις πλήρως ρυθμιζόμενες αναρτήσεις. Αρχικά το θεωρήσαμε σφάλμα της αντιπροσωπείας να μην μας δώσει την full-extra έκδοση για να σας παρουσιάσουμε όλη την τεχνολογία της FTR 1200, όμως μετά το τεστ έχουμε αλλάξει γνώμη. Ένας λόγος είναι οι αναρτήσεις και το συνολικό στήσιμο της FTR 1200. Οι στάνταρ ρυθμίσεις δουλεύουν άψογα σε όλες τις συνθήκες και η μοτοσυκλέτα έχει ομοιογένεια. Δυστυχώς τα ελαστικά flat-track δεν αγαπούν καθόλου την ελληνική άσφαλτο και δεν επιτρέπουν στην FTR 1200 να δείξει όλο το ταλέντο της στις στροφές. Ήμαστε βέβαιοι πως με street ελαστικά η FTR 1200 θα είναι εντυπωσιακή, λόγω της σταθερότητας του πλαισίου, της εργονομίας της θέσης οδήγησης αλλά και της συμπεριφοράς των μη-ρυθμιζόμενων αναρτήσεών της. Ποτέ δεν φανταζόμασταν πως θα γράφαμε καλά λόγια για το πλαίσιο αμερικάνικης μοτοσυκλέτας, ειδικά για μια αμερικάνικη μοτοσυκλέτα που έχει φτιαχτεί από το μηδέν.

Σημασία έχει πως οι αμερικάνοι κατάφεραν να βρεθούν αμέσως στο επίπεδο των ευρωπαϊκών και ιαπωνικών εργοστασίων σε τομείς που ποτέ δεν τα πήγαιναν καλά.

Ακόμα και στον τομέα της εργονομίας θα τους βάζαμε άριστα αν είχαν φροντίσει για την άνεση του συνεπιβάτη. Όχι πως με την FTR 1200 θα κάνεις μακρινά ταξίδια με δύο άτομα, όμως δεν είναι δα και τόσο δύσκολο να βάλεις στη σωστή θέση τα μαρσπιέ του φιλοξενούμενου… Ακόμα κι έτσι όμως, η FTR 1200 βάζει την Indian με τις πάντες μέσα στις αγορές της Ευρώπης και μας δίνει υποσχέσεις για ακόμα πιο mainstream μοντέλα στο άμεσο μέλλον.

Αναλυτικά και με πλήρη ανάπτυξη της επιχειρηματολογίας σε επόμενο τεύχος του ΜΟΤΟ

Aprilia RSV4 1100 Factory – Τελική Ταχύτητα [VIDEO]

Πλήρης δοκιμή στο τεύχος Μαΐου
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

4/5/2019

Στο τεύχος που κυκλοφορεί φιλοξενούμε την πλήρη κι αναλυτική δοκιμή του νέου Aprilia RSV4 1100 Factory που για να την πραγματοποιήσουμε δεσμεύσαμε την πίστα των Μεγάρων για αποκλειστική χρήση και ζητήσαμε την συνδρομή του πολυπρωταθλητή και φίλου, Λευτέρη Πίππου. Οι αναγνώστες του ΜΟΤΟ θα ζήσετε την εμπειρία της οδήγησης με τον καλύτερο τρόπο, ανακαλύπτοντας συναισθήματα και παρατηρήσεις του Έλληνα πολυπρωταθλητή Λευτέρη, καθώς και τις δικές μας, που είναι πιο κοντά στο… φυσιολογικό, μιας και είναι πολλοί λίγοι εκείνοι που έχουν την σωματική αντοχή του Λευτέρη απέναντι σε συνεχόμενα γυρολόγια στην πίστα, με μία μοτοσυκλέτα που αποδίδει 200 άλογα στον τροχό.

Κατά την διάρκεια του δεκαήμερου που συμβιώσαμε με το «εργοστάσιο» συναισθημάτων της Aprilia, πραγματοποιήσαμε και τις απαραίτητες μετρήσεις -όπως μόνο το ΜΟΤΟ κάνει- και μία μικρή γεύση τόσο από τις μετρήσεις όσο και την δοκιμή μπορείτε να δείτε και στο παρακάτω video:

Η μέγιστη τελική που είδαμε στο κοντέρ ήταν τα 314 χιλιόμετρα ανά ώρα. Έφτασε για κλάσματα του δευτερολέπτου στο «4», παραμένοντας στα 313 χιλιόμετρα αρκετά πιο σταθερά. Εύκολα φτάνει τα 290 με 5η στο κιβώτιο, όμως οι δρόμοι και ιδιαίτερα στην Ελλάδα, δεν είναι στρωμένοι στην εντέλεια κι εκεί που μπορούσαμε εμείς να κάνουμε την δοκιμή δίχως την παρουσία αυτοκινήτων και υπόλοιπων ανθρώπων, η ομαλή επιτάχυνση ήταν απαραίτητη και καθολική απαίτηση, διαφορετικά ο εμπρός τροχός παρουσίαζε μία έντονη ταλάντωση που μπορούσε να οδηγήσει σε ολέθρια αποτελέσματα. Τίποτα από όλα αυτά δεν έχουν να κάνουν φυσικά με την ίδια την μοτοσυκλέτα. Αν είμασταν στο Losail ή στο Mugello, τα 313 θα ήταν μία πραγματική ασφαλή ταχύτητα, όσο ασφαλές ακούγεται και το 213. Στην Ελλάδα τέτοια πίστα δεν υπάρχει.

Οδηγούμε πρώτοι: Aprilia RSV4 1100 Factory 2019 - Δυναμομέτρηση για συζήτηση!

Να σας θυμίσουμε πως για να δούμε 358 στο κοντέρ του Kawasaki H2R, όντας οι μοναδικοί δημοσιογράφοι στην Ελλάδα που το έχουμε οδηγήσει, δυναμομετρήσει και πραγματικά δοκιμάσει, χρειάστηκε να δεσμεύσουμε το αεροδρόμιο Τατοΐου και είχαμε πάλι πρόβλημα χώρου. Η ταχύτητα αυτή ήταν πρακτικά μία μέτρηση χιλιομέτρου, δεν είχαμε στην διάθεσή μας μία κλειστή για το κοινό γέφυρα όπως ο Τούρκος Σοφούογλου, για να δούμε το 400άρι… Τα 358 αντιστοιχούσαν τότε σε 322 πραγματικά από τα οποία έπρεπε να επιβραδύνουμε στο όριο καθώς σε διακόσια μέτρα μπαίναμε σε ακάθαρτο τσιμέντο γεμάτο με πέτρες και λίγο πιο μετά τελείωνε ο διάδρομος. Με λίγα λόγια δεν υπάρχουν πεδία δοκιμών για κάτι τέτοιο στην Ελλάδα, κι έτσι είναι διαφορετικό να μετράς επιτάχυνση στο χιλιόμετρο και τελείως διαφορετικό – για αυτές τις μοτοσυκλέτες- να παραμένεις για ώρα σε αυτά τα χιλιόμετρα, περιμένοντας να ανέβει η πραγματική τελική ταχύτητα. Η ένδειξη στο κοντέρ δεν συμβαδίζει με τα πραγματικά χιλιόμετρα και η απόκλιση είναι σε κάθε δεκάδα χιλιομέτρων διαφορετική, δεν προχωρά αναλογικά ή προοδευτικά.

Στην περίπτωση του RSV4 1100 Factory το κοντέρ μπορεί να δείχνει 313 και για λίγο 314 αλλά τα χιλιόμετρα παραμένουν στα 299 που ξέρουμε πως έχουν τυπικά συμφωνήσει οι κατασκευαστές. Αυτό δεν είναι πλέον ούτε απόλυτο σύνορο, ούτε και πρέπει να παραμένει δυνατά κλειδωμένο και ο λόγος είναι περιπτώσεις σαν τις παραπάνω. Έχουμε φτάσει πλέον να οδηγούμε MotoGP μοτοσυκλέτες στα Trackday, κι όταν μιλάμε για trackday σε πίστες όπως οι παραπάνω, η τελική ταχύτητα και το αν αυτή περιορίζεται έχει έμπρακτο νόημα. Από την στιγμή που οι κατασκευαστές δεν φτιάχνουν μοτοσυκλέτες για την Ελλάδα αποκλειστικά, κι από την στιγμή που το ΜΟΤΟ δεν είναι ένας φτηνός οδηγός αγοράς, αλλά δοκιμάζουμε τις μοτοσυκλέτες για να ξέρετε με κάθε λεπτομέρεια πως είναι τα πράγματα στην μοτοσυκλετιστική ζωή και πώς προχωρούν, λέγοντας και τα καλά και τα στραβά, η τελική έχει κι αυτή την σημασία της.

Αν λοιπόν ο δρόμος εμπρός είναι κατηφορικός και βγεις στην ευθεία από μία στροφή με μπόλικα χιλιόμετρα έχοντας «άπλα» μπροστά σου, υπάρχει περίπτωση να δεις και περισσότερα από 313 ή 314. Θα πρέπει όμως να έχεις κατηφόρα διότι η πραγματική είναι ήδη στα 299. Ο περιορισμός αυτός φαίνεται να μην είναι κάτι που δύσκολα ξεπερνιέται, αν είσαι τυχερός να οδηγείς το «τεντωτήριο μυών» της Aprilia σε πίστες με τέτοιες δυνατότητες. Στο video μπορεί να βλέπετε πως τα πραγματικά στα 313 είναι τα 297, αλλά αυτό έχει να κάνει με το σημείο εκείνη την στιγμή και το γεγονός πως η ένδειξη στο κοντέρ δεν συμβαδίζει με την πραγματικότητα. Με έντονες αναπηδήσεις που το λογισμικό της κάμερας φιλτράρει είναι λογικό να χάνεις ένα ή δύο χιλιόμετρα τελικής από το «μαλακό» όριο των 299. Θα μπορούσε η Aprilia να δείχνει 299 και να αφήνει τα χιλιόμετρα να ανέβουν, σε μία αντίστροφη διατήρηση της τυπικότητας, όπως έχουμε δει να συμβαίνει από τους έτερους Ιταλούς για παράδειγμα.

Από εκεί και πέρα κάθε νούμερο παύει να έχει την οποιαδήποτε σημασία. Αυτή η μοτοσυκλέτα, όπως και κάθε Hyperbike, έχει φτιαχτεί για να προσφέρει συγκίνηση με το κιλό και συναίσθημα στο όριο της λιποθυμίας. Μπορεί στην Ελλάδα να μην υπάρχει πίστα να ξεδιπλώνει την τελική της, αλλά αυτό που έχει -κι αυτό που δεν θα καταλάβει κανείς αν δεν διαβάσει αναλυτικά την δοκιμή- είναι μία ταχύτητα επάνω στα Μέγαρα, για παράδειγμα. Ροπή και δυνατή επιτάχυνση σε οδηγούν να ξεχάσεις όσα ήξερες, κι όπως είπε και ο Λευτέρης κατεβαίνοντας από την σέλα της μόλις στους πρώτους ακόμη γύρους: «Εεε ναι, πώς να μην κάνεις έτσι ρεκόρ στις Σέρρες!!!»

Ετικέτες