Test: Bajaj Pulsar NS125 ABS - Το ομορφόπαιδο

Bajaj Pulsar NS125 ABS
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

29/5/2026

Του Κώστα Γκαζή | Φωτογραφίες: Γιώργος Νιαουνάκης

“Μπαμπά, αυτό είναι πιο όμορφο από το Duke σου,” μου είπε ο γιος μου όταν είδε το Pulsar NS 125. Με την προσθήκη ανεστραμμένου πιρουνιού, το Α1 μοντέλο της Bajaj, που είχαμε δοκιμάσει στο #632, ομόρφυνε κι άλλο, κέρδισε πολλές παραπάνω ενδείξεις στα όργανα και συνεχίζει να εντυπωσιάζει ευχάριστα.

Στο παρελθόν είχα οδηγήσει τα Pulsar και Dominar σε 200, 250 και 400 κυβικά, ενώ τώρα είχα την ευκαιρία να χαρώ και το μικρότερο μοντέλο της γκάμας, το Α1 μοντέλο Pulsar NS125, στην τελευταία του ανανέωση.

Bajaj Pulsar NS125 ABS

Ανεστραμμένο πιρούνι, και πληρέστερα όργανα

Οι αλλαγές σε σχέση με το προηγούμενο μοντέλο είναι δύο. Το ανεστραμμένο πιρούνι των 31 mm που αντικατέστησε το συμβατικό και οι περισσότερες ενδείξεις στον LCD ψηφιακό πίνακα οργάνων. Αυτές είναι οι εξής: επιλεγμένη σχέση κιβωτίου, μέση και στιγμιαία κατανάλωση, αυτονομία. Οι νέες λειτουργίες προστίθενται στις ήδη υπάρχουσες, δηλαδή στο ψηφιακό ταχύμετρο, στους δύο μερικούς και στον έναν ολικό χιλιομετρητή, στην ένδειξη συντήρησης -50 χλμ. πριν τον προκαθορισμένο προγραμματισμό της- στο ρολόι, στην ειδοποίηση για τις ενδεδειγμένες στροφές αλλαγής σχέσης (RPM Limit) και στις λυχνίες για «νεκρά», φλας, μεγάλη σκάλα φώτων, μπαταρία και λειτουργία κινητήρα.

Bajaj Pulsar NS125 ABS
Ο πίνακας οργάνων έχει περισσότερες ενδείξεις από το προηγούμενο μοντέλο, κι είναι πιο ολοκληρωμένος

Εξαιρετικό design, εντυπωσιακές λεπτομέρειες

Ο σχεδιασμός του Pulsar NS 125 είναι ιδιαίτερα πετυχημένος, καθώς ούτε προκαλεί υπερβολικά, ούτε όμως δείχνει συντηρητικός. Το πορτοκαλί χρώμα σε αρπάζει από το πέτο, το ισορροπημένο design δεν ξενίζει κανέναν, ενώ μετά αρχίζεις και προσέχεις τις λεπτομέρειες. Αρχίζουμε από το πλαίσιο. Θεούλη μου. Τι πλαισιάρα είναι αυτή! Ναι μεν ατσάλινο, όμως οι διαστάσεις του θυμίζουν Superbike και χαρίζουν στη μικρή μοτοσυκλέτα μοναδική ακαμψία που μεταφράζεται σε αίσθηση και κράτημα μεγαλύτερου σπορ μοντέλου. Το ανεστραμμένο πιρούνι δίνει τον απαραίτητο σύγχρονο αέρα στην κατασκευή, όπως κάνουν και οι δίσκοι μαργαρίτες εμπρός-πίσω, ενώ αν θέλαμε κάτι παραπάνω, θα ήταν ένα πιο στιβαρό σε εμφάνιση ψαλίδι -παρόλα αυτά τη δουλειά του την κάνει.

Η ποιότητα κατασκευής είναι άριστη, με τρισδιάστατα logo, πολύ καλή συναρμογή μερών, δίχως τριξίματα και παράπονα πουθενά.

Ο πίνακας οργάνων έχει περισσότερες ενδείξεις από το προηγούμενο μοντέλο, κι είναι πιο ολοκληρωμένος
Χειρολαβές για τον συνεπιβάτη, μεγάλα φλας και επιθετικού design πίσω φωτιστικό σώμα

Η σέλα του συνεπιβάτη είναι ψηλότερα από του αναβάτη, σε σπορ πρότυπα, έχει όμως μπόλικο αφρώδες υλικό και σωστές διαστάσεις για να κρατήσει άνετο το δεύτερο άτομο ακόμα και σε μεγάλες βόλτες. Το κοστούμι είναι έξυπνα σχεδιασμένο ώστε να προεκτείνεται προς τα μπροστά, όπως σε ένα υγρόψυκτο μοντέλο, με fake καλύμματα ψυγείου που χαρίζουν ομορφιά, ενώ εξίσου όμορφη είναι και η μικρή καρίνα. Οι ζάντες έχουν σιρίτια σε πορτοκαλί χρώμα, ο προβολέας μπορεί να μην έχει LED λάμπες, έχει όμως επιθετικό και καλαίσθητο σχέδιο, και τα δυο πίσω φτερά φροντίζουν να μην πετάνε νερά στους επιβαίνοντες.

Bajaj Pulsar NS125 ABS
Αριστεύει στην αστική κίνηση, ειδικά στο κέντρο της πόλης. Οικονομικό, ευέλικτο, ελαφρύ και χαμηλό

Οι κόκκινες σπείρες του πίσω μονού αμορτισέρ χτυπάνε ευχάριστα στο μάτι (ρυθμίζεται η προφόρτιση), ενώ η ποιότητα των πλαστικών και των μεταλλικών μερών, μαζί και με τη συναρμογή τους δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν ακόμα και από ιαπωνικές μοτοσυκλέτες! Οι καθρέπτες είναι μεν μεγάλοι αλλά το κοντό τους στέλεχος σημαίνει πως στο οπτικό τους πεδίο βλέπετε αρκετά και τους αγκώνες σας. Στον εξοπλισμό της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνεται μίζα αλλά και μανιβέλα (κάτι που εκλείπει αλλά βολεύει αν μείνετε από μπαταρία), μονό και διπλό σταντ, shift-light για ιδανικές αλλαγές ταχυτήτων, τάπα ρεζερβουάρ αεροπορικού τύπου με μεντεσέ, σινιάλο, tank protector, χειρολαβές συνεπιβάτη, κ.α. Τέλος, ακόμα και σήμερα η Bajaj επιμένει να βάζει ένα μπλε λαμπάκι στα όργανα (το σήμα της), που μπερδεύει τον αναβάτη πριν το συνηθίσει, νομίζοντας πως έχει ανάψει τον προβολέα.

Bajaj Pulsar NS125 ABS
Σπορ design στο μπροστινό φωτιστικό σώμα, εξίσου σπορ και η μάσκα

Αίσθηση μεγαλύτερης μοτοσυκλέτας

Το over-engineered πλαίσιο, οι αναρτήσεις και τα φρένα έχουν στιβαρότητα, ποιότητα και αίσθηση που αρμόζει σε πολύ μεγαλύτερη μοτοσυκλέτα, γεγονός που εκτιμά ο αναβάτης σε κάθε βόλτα. Το Pulsar NS 125 είναι σταθερό σαν βράχος, έχει εξαιρετική οδική συμπεριφορά σε κάθε οδόστρωμα, μασάει λακκούβες και σαμάρια και φτύνει τα κουκούτσια, και φρενάρει δυνατά (ABS στον μπροστινό τροχό) και με άριστη πληροφόρηση όταν το χρειαστείς.

Bajaj PUlsar NS125 ABS

Η απόδοση του κινητήρα δεν εξιτάρει, παρέχει όμως την απαραίτητη ενεργητική ασφάλεια, ενώ η τελική που είδαμε στο κοντέρ ήταν 115 (είδαμε και 118 στην κατηφόρα δίχως να βρούμε κόφτη), με την πραγματική τελική του να σταματά λίγο πριν τα 110. Σημειώστε πάντως πως στα 107 χλμ/ώρα στο κοντέρ η μικρή μοτοσυκλέτα έχει μπει στα κόκκινα (9.500 rpm), και στα 115 χλμ/ώρα στο κοντέρ βρίσκεται στις 10.000 rpm., οπότε καλό θα ήταν να μην κρατάτε συνεχόμενα πάνω από 105 χλμ/ώρα στο κοντέρ. Βέβαια από την άλλη, το μοτεράκι νιώθει πιο ζωντανό ψηλά, αλλά κρατάμε τη δύναμη εκεί για προσπεράσεις και καταστάσεις ανάγκης. Αυτό που δεν καταλαβαίνουμε είναι γιατί η Bajaj δεν προίκισε τη μοτοσυκλέτα της με μία ακόμα ταχύτητα, καθώς ένα 6τάχυτο κιβώτιο θα μπορούσε να εκμεταλλευθεί πολύ καλύτερα την Α1 μικρή ιπποδύναμη και να χαμηλώσει και τις στροφές που κινείται ο αναβάτης.

Bajaj Pulsar NS125 ABS

Η σέλα του αναβάτη είναι πολύ άνετη, ενώ του συνεπιβάτη είναι λίγο πιο σπορ από ότι θα θέλαμε για την χρηστική αυτή κατηγορία. Το κιβώτιο έχει λίγους τζόγους παραπάνω από το ιδανικό, ενώ στη μοτοσυκλέτα δοκιμής μας το λεβιέ κόλλαγε μερικές φορές, κάτι που δεν είχαμε δει στο προηγούμενο NS που είχαμε πάρει για τεστ, και θα μπορούσε απλά να θέλει λίγη λίπανση. Στην κίνηση στην πόλη το NS αποδεικνύεται άριστο, με μεγάλο κόψιμο τιμονιού, μικρό βάρος και χαμηλό ύψος, ενώ καίει όσο κι ένα παπί. Κι όχι μόνο καίει σαν παπί (αλλά κρατάει και φρενάρει σαν μοτοσυκλέτα), και το κόστος αγοράς του, πάλι παπί θυμίζει! Κερασάκι με το μεγάλο ρεζερβουάρ η τεράστια αυτονομία των 400 χιλιομέτρων.

Ένα πραγματικά Value for money A1 δίκυκλο, με αρετές μεγαλύτερης μοτοσυκλέτας, πλούσιο εξοπλισμό, κορυφαία ποιότητα κατασκευής, και με μια μεγάλη αντιπροσωπεία πίσω του όσον αφορά στην επάρκεια ανταλλακτικών και στο service.

Τώρα δε με τη νέα του πολύ συμφέρουσα τιμή των 1.990 ευρώ, δείχνει πιο ανταγωνιστικό από ποτέ.

Bajaj PUlsar NS125 ABS
Η νέα έκδοση του Pulsar NS 125 έρχεται εξοπλισμένη με ανεστραμμένο πιρούνι κι είναι ακόμα ομορφότερη από πριν

 

Οδηγούμε πρώτοι στη νέα άσφαλτο της πίστας των Σερρών

Τί άλλαξε και τί έμεινε ίδιο
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

26/9/2021

Πριν περίπου 22 χρόνια το ΜΟΤΟ έκανε το πρώτο συγκριτικό τεστ μοτοσυκλετών στην ολοκαίνουρια τότε πίστα των Σερρών και από την πρώτη στιγμή την αγαπήσαμε περισσότερο από κάθε άλλη πίστα. Η φανταστική χάραξη, η εντυπωσιακή πρόσφυση και η πάντα εξαιρετική φιλοξενία όλων των ανθρώπων που δουλεύουν μέσα και έξω από αυτό το στολίδι του μηχανοκίνητου αθλητισμού της Β. Ελλάδας (και ολόκληρης της χώρας μας), έκαναν το πολύωρο ταξίδι από την Αθήνα να φαίνεται μια ευχάριστη εκδρομή.

Εκεί κάναμε τα πρώτα μαθήματα οδήγησης σε πίστα που έγιναν στην Ελλάδα και εκεί πάμε για να κάνουμε τα πιο σημαντικά συγκριτικά τεστ των κορυφαίων σπορ μοτοσυκλετών. Είναι το δεύτερο σπίτι μας στην κυριολεξία και έχει παίξει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη, τόσο του επιπέδου της δουλειάς μας, όσο και στο επίπεδο των Ελλήνων αναβατών, που πλέον έχουν ένα υψηλού επιπέδου “πεδίο δράσης” να αγωνιστούν και να προπονηθούν. Αυτό φάνηκε περισσότερα στα χρόνια που ακολούθησαν, όπου πλέον βλέπουμε τους Έλληνες αναβάτες να φέρνουν εξαιρετικά αποτελέσματα στους αγώνες του εξωτερικού.

Φυσικά μετά από τόσα χρόνια λειτουργίας, η άσφαλτος της πίστας είχε αρχίσει να κουράζεται σε κάποια σημεία και το επίπεδο της πρόσφυσης άρχισε να πέφτει. Η πρώτη προσπάθεια που έγινε από τους ανθρώπους της πίστας ήταν να στρώσουν με καινούρια άσφαλτο τα προβληματικά τμήματα της πίστας.

Δυστυχώς όμως η ποιότητα της δουλειάς που έγινε τότε δεν ήταν η αναμενόμενη με αποτέλεσμα οι ραφές και οι ενώσεις να δημιουργήσουν σαμαράκια και η καινούρια άσφαλτος να “ξεφτίσει” πολύ γρήγορα.

Ακολούθησαν άμεσα διορθωτικά έργα, με καινούρια ασφαλτόστρωση στα προβληματικά σημεία και αυτή τη φορά η πρόσφυση επανήλθε σε υψηλό επίπεδο – όχι όμως στο επίπεδο που ήταν η αρχική άσφαλτός.

Εδώ να κάνουμε μια παρένθεση και να πούμε δύο σημαντικά πράγματα. Η πρώτη ασφαλτόστρωση είχε κορυφαία πρόσφυση (ακουμπάγαμε γόνατο σε τεστ supersport 600 με καταρρακτώδη βροχή και sport-touring ελαστικά πρώτης τοποθέτησης και τεχνολογίας εικοσαετίας) όμως λόγω του χοντρού/άγριου χαλικιού της “έτρωγε” γρήγορα τα ελαστικά. Όταν πέρασαν τα χρόνια και οι μύτες αυτών των χοντρών χαλικιών άρχισαν να λειαίνονται, η πρόσφυση έπεσε, αλλά η μεγάλη φθορά των ελαστικών παρέμεινε.

Έτσι ξεκίνησαν τα παράπονα των αγωνιζόμενων (χάλαγαν πολλά ελαστικά, χωρίς να βελτιώνουν τους χρόνους τους), οπότε ξεκίνησε η διαδικασία από τους ανθρώπους της πίστας για την “τμηματική” αντικατάσταση του ασφαλτοτάπητα.

Τα νέα κομμάτια που στρώθηκαν είχαν πλέον πιο λεπτό χαλίκι, οπότε η φθορά των ελαστικών επανήλθε σε φυσιολογικά επίπεδα και φυσικά ως καινούρια πλέον άσφαλτος, το επίπεδο της πρόσφυσης έγινε ξανά υψηλό.

Σε συνδυασμό με την πρόοδο της τεχνολογίας των ελαστικών και των μοτοσυκλετών, τα ρεκόρ χρόνου βελτιώθηκαν, παρά το γεγονός πως οι “ραφές’ και οι “ενώσεις” είχαν δημιουργήσει σαμαράκια στις εισόδους και στις εξόδους αρκετών στροφών.

Το βασικό “πρόβλημα” δηλαδή που έπρεπε να λυθεί με αυτή την καινούρια ασφαλτόστρωση ήταν οι ανωμαλίες της επιφάνειας της πίστας και όχι το επίπεδο της πρόσφυσης.

Έτσι αυτή τη φορά οι άνθρωποι της πίστας αποφάσισαν την ολική αντικατάσταση του ασφαλτοτάπητα και όχι την τμηματική.

Το έργο αυτό πέρασε από πολλά εμπόδια για να χρηματοδοτηθεί και η προσπάθεια που έγινε από την μεριά των ανθρώπων της πίστας για να ολοκληρωθεί δεν ήταν καθόλου εύκολη υπόθεση.

Φτάσαμε λοιπόν στο σήμερα και όπως πριν από 22 χρόνια, έτσι και τώρα το ΜΟΤΟ ταξίδεψε στις Σέρρες με τις πρώτες μοτοσυκλέτες που θα πάταγαν πάνω στην καινούρια άσφαλτο της πίστας.

Καθώς αυτό το έργο αφορά, τόσο τους αγωνιζόμενους, όσο και τους απλούς φίλους των track day, αποφασίσαμε να πάρουμε μαζί μας ό,τι ακριβώς χρειαζόμασταν για να καλύψουμε τις ανάγκες και τις απορίες των δύο διαφορετικών αυτών κατηγοριών αναβατών.

Ο Σάκης Συνιώρης και η προσωπική του αγωνιστική Yamaha R1 με ελαστικά slick, μαζί με ένα KTM 1290 Superduke R και ελαστικά δρόμου μπήκαν μαζί μας στο φορτηγό του ΜΟΤΟ και έφτασαν στην πίστα των Σερρών.

Σε αυτό το σημείο να αναφέρουμε κάτι σημαντικό. Δεν ξέρουμε ποιός πραγματικά μπαίνει στην διαδικασία να κάνει τόσα έξοδα, συνυπολογίζοντας και τον χρόνο για να δοκιμάσει μία άσφαλτο, δεν δικαιολογείται δηλαδή, εκτός κι αν μιλάμε για το ΜΟΤΟ... και οι συγκυρίες ευτυχώς ανέλαβαν τα υπόλοιπα.

Ο καιρός ήταν τέλειος, με λιακάδα και δροσερό αεράκι να κρατά το σώμα μας και τα ελαστικά στη σωστή θερμοκρασία λειτουργίας καθ΄όλη τη διάρκεια των δύο ημερών που ήμασταν εκεί.

Η πρώτη αναγνωριστική βόλτα στην πίστα έγινε με το SuperdukeR και τα ελαστικά δρόμου.

Η αίσθηση είναι κάπως παράξενη όταν μπαίνεις σε μια πίστα που την ξέρεις τόσο καλά, αλλά την ίδια στιγμή η εικόνα και τα χρώμα έχουν αλλάξει.

Η ενιαία μαύρη φρέσκια πίσσα στην άσφαλτο και το έντονο άσπρο/κόκκινο χρώμα των βιράζ (δεν είχαν βαφτεί όλα), δημιουργούν μια εντελώς διαφορετική οπτική σε σχέση με ό,τι είχε συνηθίσει το μάτι σου όλα τα προηγούμενα χρόνια.

Αρχικά νομίζεις πως η πίστα έγινε δυο-τρία μέτρα πιο φαρδιά! Ειδικά στις Κ1-Κ2 νομίζεις πως μπαίνεις σε… αεροδιάδρομο. Το ενιαίο χρώμα χωρίς σημάδια πατήματως και γραμμών δημιουργούν αυτή την αίσθηση. Το ίδιο νοιώθεις φτάνοντας στην Κ5 και στο τριπλό χρειάστηκαν πολλοί γύροι μέχρι να βρούμε τη σωστή γραμμή μας.

                                                 

Καθώς ήμασταν οι πρώτες μοτοσυκλέτες που μπήκαμε στην πίστα και πριν από εμάς είχαν μπει μόνο μερικά αυτοκίνητα, η άσφαλτος είχε ακόμα πάνω της πολύ σκόνη και αυτή η σκόνη θα φύγει μόνο με την χρήση της πίστας και το πέρασμα του χρόνου.

Ήδη η πίστα έχει πλυθεί αρκετές φορές με πίεση νερού από την υδροφόρα του δήμου και μάλιστα η τελευταία φορά ήταν ακριβώς το προηγούμενο βράδυ πριν μπούμε εμείς.

Όμως αν δεν περάσουν πολλά αυτοκίνητα και μοτοσυκλέτες από πάνω της να “αφήσουν λάστιχο” και να βγάλουν την παραπανήσια πίσσα, καθαρίζοντας τα χαλίκια, θα συνεχίσει να βγάζει την σκόνη που έχει παγιδευτεί στους “πόρους” της.

Έχουν προγραμματιστεί εντός του Οκτωβρίου πολλές εκδηλώσεις (αγώνες αυτοκινήτου και track day) οπότε σύντομα η πίστα θα είναι πεντακάθαρη – τουλάχιστον πάνω στην αγωνιστική γραμμή.

Σε ό,τι αφορά το επίπεδο της πρόσφυσης, θα πρέπει να γνωρίζουμε πως το μέγιστο επίπεδο της πρόσφυσης σε μια καινούρια πίστα αρχίζει να εμφανίζεται μετά από επτά μήνες και συνήθως είναι μετά τον πρώτο χρόνο (ανάλογα τη συχνότητα και το είδος χρήσης της).

Η ολοκαίνουρια άσφαλτος ΔΕΝ ΚΡΑΤΑΕΙ και εμφανίζει ΜΕΓΑΛΕΣ ΔΙΑΚΥΜΑΝΣΕΙΣ στο επίπεδο της πρόσφυσης από ώρα σε ώρα και από μέρα σε μέρα.

Ο λόγος που συμβαίνει αυτό είναι λόγω της πλεονάζουσας φρέσκιας πίσσας η οποία κάνει την επιφάνειά της “λιπαρή” και ευαίσθητη στις αλλαγές θερμοκρασίας και υγρασίας της ατμόσφαιρας.

Προφανώς σε έναν δημόσιο δρόμο που είναι παρκέ αν βάλεις καινούρια άσφαλτο θα κρατάει περισσότερο, αλλά όχι σε μία πίστα που ήδη έχει υψηλό επίπεδο πρόσφυσης.

Αυτά δεν τα λέμε εμείς από το κεφάλι μας, αυτά τα μάθαμε από την εμπειρία σε αυτό που κάνουμε τόσα χρόνια κι ένα τρανταχτό παράδειγμα είναι από τους ανθρώπους του αγωνιστικού τμήματος των superbike ελαστικών της Pirelli όταν πήγαν για δοκιμές στην πίστα της Jerez πριν και μετά την καινούρια ασφαλτόστρωση της πίστας.

Οπότε αυτή τη στιγμή η καινούρια άσφαλτος των Σερρών δεν κρατάει όσο πριν και δεν προσφέρει σταθερό επίπεδο κρατήματος σε όλη τη διάρκεια της ημέρας, αλλά είναι βέβαιο πως μετά από λίγους μήνες χρήσης θα αρχίσουμε να βλέπουμε νέα ρεκόρ γύρου.

Γνωρίζοντας τα παραπάνω, ήταν φυσιολογικό να χρειαστεί να αλλάξουμε αρκετές φορές τις πιέσεις των ελαστικών δρόμου και τις ρυθμίσεις των αναρτήσεων και των ηλεκτρονικών στο KTM Superduke R, ώστε να τις προσαρμόσουμε κάθε στιγμή στις μεταβολές που παρουσίαζε η πρόσφυση λόγω των αντίστοιχων μεταβολών της θερμοκρασίας περιβάλλοντος.

Το ίδιο συμβαίνει και στις “ώριμες” πίστες, απλώς στην φρέσκια άσφαλτο αυτές οι μεταβολές είναι πολύ πιο έντονες και εμφανείς.

 

Όμως όπως είπαμε και στην αρχή, ο βασικός λόγος που έγινε η νέα ασφαλτόστρωση δεν ήταν τόσο η πρόσφυση της πίστας.

Εκείνο που αποτελούσε σημείο συζήτησης ήταν τα σαμαράκια και οι ανωμαλίες που είχαν δημιουργήσει τα πρώτα έργα επιδιόρθωσης.

Με εξαίρεση την Κ1 που από την πρώτη μέρα είχε ένα μικρό σαμαράκι στο σημείο που άφηνες τα φρένα και μεταξύ Κ15-Κ16 που είχε μια ελαφριά “λακκούβα” στο σημείο που χουφτώνεις το γκάζι στην έξοδο, τα αποσπασματικά έργα επιδιόρθωσης που ακολούθησαν είχαν προσθέσει με τις “ραφές” τους ανωμαλίες μεταξύ των Κ1-Κ2, στην Κ4 (την γρηγορότερη στροφή τη πίστας), στην είσοδο και στο κέντρο της Κ10 και στην είσοδο της Κ13.

Με το πέρασμα των χρόνων και την φυσιολογική καθίζηση του υπέδαφους από την χρήση και των νερών (βροχής και υπόγειων υδάτων), οι ανωμαλίες αυτές έγιναν προοδευτικά πιο έντονες.

 

Αυτά ήταν τα βασικά σημεία που τα έργα της καινούριας ασφαλτόστρωσης έπρεπε να βελτιώσουν για να γίνει η πίστα των Σερρών καλύτερη κι από την πρώτη ημέρα, δηλαδή να γίνει τέλεια.

Η επιλογή του KTM 1290 Superduke R αποδείχτηκε η καλύτερη που θα μπορούσαμε να κάνουμε για αυτή τη δουλειά.

Όχι μόνο γιατί πρόσφατα την είχαμε οδηγήσει στις Σέρρες με την προηγούμενη άσφαλτο στο συγκριτικό των streetfighter, αλλά κυρίως γιατί είναι μια μοτοσυκλέτα που μεταφέρει στον αναβάτη της όλες τις πληροφορίες με απόλυτα αναλογικό και ευθύ τρόπο.

Ακόμα και τα ηλεκτρονικά της δεν σου κρύβουν τίποτα, ενώ το ABS έχει ρύθμιση που απενεργοποιεί την λειτουργία cornering και επεμβαίνει μόνο στον εμπρός τροχό και μόνο όταν η μοτοσυκλέτα είναι εντελώς όρθια. Επίσης έχει συμβατικές αναρτήσεις που ρυθμίζονται πανεύκολα και γρήγορα και όχι ημί-ενεργητικές που κρύβουν ή “θολώνουν” τις ανωμαλίες της επιφάνειας της ασφάλτου.

Με τα ελαστικά δρόμου να έχουν πιο σκληρό σκελετό και να δουλεύουν σε υψηλότερες πιέσεις σε σχέση με τα slick (όλα τα ελαστικά με έγκριση τύπου για τον δρόμο πρέπει να είναι πρώτα απ’ όλα σταθερά και ασφαλή στις υψηλές ταχύτητες), το Superduke R μας έδειξε με κάθε λεπτομέρεια πιο είναι το νέο ανάγλυφο της πίστας των Σερρών.

 

Ξεκινώντας από την Κ1, η πίστα θύμιζε την πρώτη ημέρα που άνοιξε, δηλαδή εξακολουθεί να υπάρχει η ανωμαλία στο σημείο που τελειώνει το trail-braking αλλά τώρα είναι πιο ήπιο. Γενικά μέχρι να φτάσεις στην Κ5 η πίστα έχει ομαλοποιηθεί, όχι όμως σε απόλυτο βαθμό. Για τις κλίσεις και την ταχύτητα που κινούμασταν λόγω της χαμηλότερης πρόσφυσης σε αυτά τα σημεία, η πίστα έχει γίνει πολύ καλύτερη στο πρώτο κομμάτι της. Όμως αφήνουμε ένα ερωτηματικό για το πόσο “ενοχλητικές” θα γίνουν αυτές οι μικρές ανωμαλίες όταν η πίστα αποκτήσει το μέγιστο κράτημά της και οι χρόνοι πέσουν.

Με την αγωνιστική μοτοσυκλέτα και τα slick ελαστικά που έχουν μεγαλύτερο προφίλ και χαμηλότερες πιέσεις, οι ανωμαλίες στο πρώτο κομμάτι δείχνουν μικρότερες από πριν, αλλά και πάλι η πρόσφυση της φρέσκιας και βρώμικης επιφάνειας της πίστας δεν άφησαν περιθώρια να κάνει ο Σάκης χρόνους που να μας επιτρέπουν να βγάλουμε ασφαλή συμπεράσματα για το επίπεδο της βελτίωσης σε αγωνιστικό ρυθμό.

Από την είσοδο της Κ5 έως και την ευθεία προς την Κ10 η πίστα έχει γίνει χαλί.

Μοναδικό ερώτημα είναι η πρόσφυση της λευκής μπογιάς στην γραμμή οριοθέτησης και γενικά της μπογιάς στα βιράζ. Μία φορά που περάσαμε από πάνω τους γλίστρησε αμέσως και βρήκαμε άσπρη/κόκκινη μπογιά πάνω στα ελαστικά όταν βγήκαμε στα πιτς. Είχαν βαφτεί μόλις πριν μερικές μέρες, οπότε κρατάμε χαμηλούς τόνους στην κριτική μας, ελπίζοντας πως θα έχουν καλύτερη συμπεριφορά όταν στεγνώσουν πλήρως. Σε κάθε περίπτωση, από την Κ5 έως και την είσοδο της Κ10 η επιφάνεια της ασφάλτου της πίστας επανήλθε σε κορυφαίο επίπεδο.

                                                                 

Φτάνοντας όμως στην Κ10 βρεθήκαμε μπροστά σε ένα πρόβλημα που δεν θα έπρεπε να υπάρχει. Και λέμε δεν θα έπρεπε να υπάρχει διότι οι άνθρωποι της πίστας των Σερρών το γνώριζαν από πριν και έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να το διορθώσουν, αλλά μάλλον η λύση θα είναι να πιάσουν οι ίδιοι το τιμόνι στα μηχανήματα ασφαλτόστρωσης και τα φτυάρια για να το λύσουν. Πρέπει να είναι η τέταρτη φορά στην ιστορία της πίστας που μπαίνει καινούρια άσφαλτος σε αυτό το σημείο. Κι όμως εξακολουθεί να υπάρχει έντονο σκαλοπάτι με ραφή στο σημείο που συνεχίζεις να φρενάρεις έντονα και πλαγιασμένος, ενώ τώρα έχουν προστεθεί άλλη μια ραφή και σαμαράκια έως το κέντρο της Κ11.

Αυτό το “μπάλωμα” ασφάλτου (ο Σάκης ένοιωσε πως έχει και διαφορετική πρόσφυση από την υπόλοιπη πίστα) δημιουργήθηκε διότι ο εργολάβος… “δεν τα κατάφερε με την πρώτη” και οι άνθρωποι της πίστας των Σερρών τον έβαλαν να ξηλώσει την καινούρια άσφαλτο και να την ξαναπεράσει. Εδώ να πούμε πως στο σημείο που είναι η είσοδος της Κ10 υπάρχει το μεγαλύτερο πρόβλημα με την ροή υδάτων κάτω από την επιφάνεια της ασφάλτου. Με άλλα λόγια η οριστική λύση του προβλήματος σε αυτό το σημείο δεν νομίζουμε πως γίνεται μόνο με την επιφανειακή αντικατάσταση του ασφαλτοτάπητα και χρειάζονται εργασίες υποστήριξης από κάτω. Παρ’ όλα αυτά, οι ραφές και τα μπαλώματα δεν είναι κάτι που ταιριάζει στον κόπο, τις προσπάθειες και τα χρήματα των Σερραίων, αλλά ούτε και σε μια ολοκαίνουρια ουσιαστικά πίστα.

Το επιχείρημα του εργολάβου είναι πως με την χρήση της πίστας, η επιφάνεια της ασφάλτου θα γίνεται όλο και πιο ομαλή.

Αν μιλάγαμε για δημόσιο δρόμο όπου τα οχήματα περνούν με σταθερή ταχύτητα, αυτό ακούγεται πολύ λογικό.

Στις πίστες όμως τα οχήματα καταπονούν την άσφαλτο σε συγκεκριμένα σημεία (είσοδοι και έξοδοι στροφών) και ο κανόνας είναι να δημιουργούν περισσότερες ανωμαλίες και όχι να τις μειώνουν.

Πραγματικά ελπίζουμε να κάνουμε λάθος εμείς και να έχει δίκιο ο εργολάβος του έργου, διότι σε διαφορετική περίπτωση η Κ10 θα δημιουργήσει πολλά προβλήματα (κυρίως στα track-day και όχι τόσο στους έμπειρους αγωνιζόμενους που τρέχουν αγώνες και έχουν πλέον μάθει να επιβιώνουν ακόμη και στο αεροδρόμιο της Τρίπολης όταν αυτό μετατρέπεται σε πίστα…).

Επίσης η Κ13 έχει αποκτήσει κάποια μικρά σαμαράκια στο κέντρο κοντά στο εσωτερικό βιράζ, τα οποία με τις μεγάλες, βαριές μοτοσυκλέτες με τα χοντρά ελαστικά δεν ενοχλούν τόσο, αλλά με τα “σανίδια” των μικρού κυβισμού αγωνιστικών μοτοσυκλετών της κατηγορίας Racing-SS300 πιθανόν να υπάρξουν παράπονα.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Η πίστα σε λίγους μήνες θα έχει κορυφαίο κράτημα και στους αγώνες οι χρόνοι θα κατέβουν ακόμα πιο χαμηλά και θα δούμε νέα ρεκόρ. Αυτή τη στιγμή η καινούρια άσφαλτος έχει ακόμα τα “παιδικά προβλήματα” κάθε καινούριας πίστας, δηλαδή χρειάζεται χρόνο για να καθαρίσει η άσφαλτος και να φύγει από πάνω της η “λιπαρότητα” της φρέσκιας, πλεονάζουσας πίσσας. Ως προς τη βασική αιτία που δρομολόγησε τα έργα αλλαγής του ασφαλτοτάπητα, σε γενικές γραμμές έχουμε μια μικρή βελτίωση στο πρώτο κομμάτι της πίστας και έγινε εξαιρετική δουλειά από την Κ5 έως την Κ10.

Στην Κ10 χρειάζονται ξανά διορθωτικές εργασίες για να συμβαδίζει το αποτέλεσμα με το υπόλοιπο τμήμα της πίστας. Σε κάθε περίπτωση, η πίστα των Σερρών συνεχίζει να είναι ό,τι καλύτερο έχουμε σε αυτή τη χώρα για τον μηχανοκίνητο αθλητισμό και παραμένει το καλύτερο σημείο της Ελλάδας για να απολαύσεις την οδήγηση της μοτοσυκλέτας σου και φυσικά για να τρέξεις σε αγώνες. Είναι τόσο καλή που το μόνο μέτρο σύγκρισης που μπορείς να χρησιμοποιήσεις για να την κρίνεις είναι η επίτευξη του τέλειου. Αυτό ήθελαν να πετύχουν οι άνθρωποι της πίστας και αυτό θέλουμε όλοι μας να καταφέρουν. Θα επανέλθουμε με περισσότερα σε επόμενο τεύχος του ΜΟΤΟ.