Η Moto Guzzi παρουσίασε στην EiCMA την εξέλιξη του project V7, το V7 III, το οποίο για το 2017 θα συνεχίσει να διατίθεται σε τρεις εκδόσεις (Stone, Special και Racer), ενώ θα υπάρχει και μια έκδοση Anniversary για τα 50 χρόνια της Ιστορίας της εταιρείας από το Mandello del Lario. Το V7 III έχει κυρίως αισθητικές αναβαθμίσεις, όπως η νέα σέλα, η οποία εκτός από νέο σχήμα έχει και χαμηλότερο ύψος στα 770mm. Κατ' επέκταση έχει αλλάξει λίγο και η θέση οδήγησης, σε συνδυασμό με την ελαφρώς διαφορετική τοποθέτηση των μαρσπιέ. Στιλιστικές είναι επίσης οι αλλαγές των νέων τελικών της εξάτμισης, του σχεδιασμού των κυλινδροκεφαλών και των πλαϊνών πλαστικών, ενώ καινούργια είναι τα φλας, οι μεγαλύτεροι καθρέφτες και η τάπα του ρεζερβουάρ. Το διπλό, σωληνωτό πλαίσιο είναι ενισχυμένο στην περιοχή του λαιμού, ενώ αλλαγμένη είναι και η γωνία κάστερ. Το V7 III είναι εφοδιασμένο επίσης με καινούργια αμορτισέρ της Kayaba, τα οποία ρυθμίζονται ως προς την προφόρτιση. Στα ενδότερα, αλλαγές έχουν γίνει στον ξηρό συμπλέκτη και στις σχέσεις των ταχυτήτων, ενώ ο κινητήρας πληροί πλέον τις προδιαγραφές Euro 4 με ταυτόχρονη αύξηση της ιπποδύναμης, που φτάνει τώρα τους 52 ίππους στις 6.200 στροφές, καθώς και με περισσότερη ροπή (6,1kgm στις 4.900 στροφές).
Πέρα όμως από τα ανανεωμένα V7, η Guzzi παρουσίασε και τα βελτιωμένα στα σημεία V9. Η μικρής έκτασης αλλαγές που έγιναν, έχουν ως στόχο την βελτίωση της άνεσης και της ευκολίας στην οδήγηση. Γι' αυτό τοποθετήθηκαν δύο νέα αμορτισέρ που δίνουν διαδρομή 100mm, ενώ ολόκληρο το πίσω μέρος της μοτοσυκλέτας είναι ψηλότερο κατά 35mm. Το σχήμα της σέλας έχει αλλάξει, όντας πλέον πιο φαρδιά και με ελαφρώς μεγαλύτερη κλίση προς τα πίσω, έτσι ώστε να βολεύει και τους ψηλότερους αναβάτες, ενώ έχει και μεγαλύτερο μήκος για να παρέχει περισσότερη άνεση και στον συνεπιβάτη. Πάντως, η Moto Guzzi ανακοίνωσε ότι οι συγκεκριμένες αλλαγές (που αφορούν τόσο το Roamer όσο και το Bobber), θα είναι διαθέσιμες και για τους κατόχους των μοντέλων της προηγούμενης γενιάς. Σε ό,τι αφορά το πλαίσιο, τον κινητήρα και τον ηλεκτρονικό εξοπλισμό των δύο δικύλινδρων, παρέμεινε ως είχε χωρίς καμία απολύτως αλλαγή.
Ιαπωνία: Θρυλικές αγωνιστικές GP των Honda & Yamaha συναντιούνται ξανά στο μουσείο της πρώτης
Μια έκθεση στο Honda Collection Hall συγκεντρώνει αγωνιστικές μοτοσυκλέτες που έγραψαν την ιστορία της ιαπωνικής αντιπαλότητας
Από τον
Φίλιππο Σταυριδόπουλο
11/8/2026
Η έκθεση "Two Passions, One Dream: Honda and Yamaha's Challenges in WGP" φιλοξενείται στο Honda Collection Hall του Motegi έως τις 18 Οκτωβρίου, φέρνοντας στον ίδιο χώρο μερικές από τις σημαντικότερες αγωνιστικές μοτοσυκλέτες των Honda και Yamaha.
Honda και Yamaha αποτελούν εδώ και περισσότερες από επτά δεκαετίες δύο από τους μεγαλύτερους ανταγωνιστές της ιαπωνικής μοτοσυκλέτας. Η νέα έκθεση στο Honda Collection Hall παρουσιάζει την ιστορία αυτής της αντιπαλότητας μέσα από αγωνιστικές μοτοσυκλέτες που συμμετείχαν στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ταχύτητας, τον πρόδρομο των σημερινών MotoGP.
Η έκθεση ξεκίνησε στις 18 Ιουλίου και θα παραμείνει ανοιχτή έως τις 18 Οκτωβρίου, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων που συνδέονται με το Ιαπωνικό Grand Prix του MotoGP, το οποίο θα πραγματοποιηθεί τον Οκτώβριο στο Mobility Resort Motegi.
Η εντυπωσιακή αρχή της Yamaha
Η ιστορία της Yamaha Motor ξεκίνησε το 1955, όταν η Nippon Gakki, πρόγονος της σημερινής Yamaha Motor, παρουσίασε την πρώτη της μοτοσυκλέτα, την YA1 των 125 cc. Η Yamaha Motor ιδρύθηκε επίσημα την 1η Ιουλίου του ίδιου έτους.
Η Yamaha YA-1 (1955) στην αγωνιστική έκδοση Asama Highlands Race, η οποία θριάμβευσε στην κατηγορία Ultra Light των 125 κυβικών εκατοστών
Μόλις δέκα ημέρες αργότερα, η νέα εταιρεία συμμετείχε στον τρίτο αγώνα ανάβασης του Mount Fuji. Η Yamaha είχε ήδη αποφασίσει ότι οι αγώνες αποτελούσαν τον καλύτερο τρόπο για να αποδείξει την τεχνολογική αξία των μοτοσυκλετών της.
Η YA1 κέρδισε την κατηγορία των 125 cc, με έξι μοτοσυκλέτες της να τερματίζουν στις πρώτες εννέα θέσεις.
Τον Νοέμβριο του 1955, στον πρώτο αγώνα Asama Highland Race, η Yamaha έκανε ακόμη πιο εντυπωσιακή εμφάνιση. Οι YA1 κατέλαβαν τις τέσσερις πρώτες θέσεις στην κατηγορία Ultra Light των 125 cc, αφήνοντας πίσω τις Honda Benly.
Η ήττα ήταν τόσο έντονη ώστε ο Soichiro Honda αναγνώρισε ανοιχτά την αποτυχία της εταιρείας, χαρακτηρίζοντας το αποτέλεσμα συντριπτικό και τονίζοντας την ανάγκη για βαθύτερη αξιολόγηση.
Έτσι ξεκίνησε ουσιαστικά η αντιπαλότητα Honda και Yamaha, η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Η Honda και η παγκόσμια κυριαρχία
Η Honda έκανε την πρώτη της εμφάνιση στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ταχύτητας το 1959, συμμετέχοντας στο Isle of Man TT με μοτοσυκλέτα 125 cc.
Το 1960 η Honda συμμετείχε σε δύο κατηγορίες, 125 και 250 cc, ενώ το 1961 ήρθε η πρώτη μεγάλη επιτυχία. Η εταιρεία κατέκτησε τόσο το Πρωτάθλημα Κατασκευαστών όσο και το Πρωτάθλημα Αναβατών στις δύο κατηγορίες.
RC143 (125cc) του 1961 και ένα πάνελ που παρουσιάζει το ταξίδι προς την πρώτη κατάκτηση του κόσμου
Η εξέλιξη ήταν ταχύτατη. Το 1966 η Honda πέτυχε ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα στην ιστορία των αγώνων μοτοσυκλέτας, κατακτώντας το Πρωτάθλημα Κατασκευαστών και στις πέντε κατηγορίες του WGP, από τα 50 έως τα 500 cc.
Η ειδική έκθεση στο Motegi είναι αφιερωμένη και στην επέτειο των 60 ετών από αυτό το πρωτοφανές επίτευγμα.
Οι θρυλικές Honda της έκθεσης
Στο Honda Collection Hall παρουσιάζονται μεταξύ άλλων:
Honda RC143 (1961) – 125 cc
Honda RC149 (1966) – 125 cc
Honda RC166 (1966) – 250 cc
Honda RC116 (1966) – 50 cc
Honda RC174 (1967) – 350 cc
Honda RC181 (1967) – 500 cc
Η Παγκόσμια Πρωταθλήτρια του 1966 RC166 (250cc), τετράχρονη εξακύλινδρη με 2 επικεφαλής εκκεντροφόρους και 4 βαλβίδες ανά κύλινδρο
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και ο εξοπλισμός του Mike Hailwood, ο οποίος παρουσιάζεται για πρώτη φορά στο κοινό στο πλαίσιο της συγκεκριμένης έκθεσης.
Και οι Yamaha που αντιμετώπισαν τη Honda
Η Yamaha εκπροσωπείται επίσης με σημαντικές αγωνιστικές μοτοσυκλέτες της εποχής, μεταξύ των οποίων οι:
Yamaha RD56 (1965) – 250 cc
Yamaha RA97 (1966) – 125 cc
Yamaha RA31A (1968) – 125 cc
Yamaha RD05A (1968) – 250 cc
Η Παγκόσμια Πρωταθλήτρια του 1965 RD56 (250cc), αερόψυκτη, δίχρονη, δικύλινδρη. Μια θρυλική μηχανή που κατέκτησε το Πρωτάθλημα Κατασκευαστών & Αναβατών για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά μετά το 1964.
Η συνύπαρξη αυτών των μοτοσυκλετών στον ίδιο χώρο επιτρέπει μια άμεση σύγκριση της τεχνολογικής προσέγγισης των δύο κατασκευαστών σε μία από τις πιο ανταγωνιστικές περιόδους του WGP.
Η έκθεση δεν περιορίζεται στις επιτυχίες. Παρουσιάζει επίσης την πορεία που οδήγησε στην απόφαση των Ιαπώνων κατασκευαστών να αποχωρήσουν από τις εργοστασιακές συμμετοχές στο WGP, σηματοδοτώντας το τέλος μιας σημαντικής εποχής.
Από την πρώτη νίκη της Yamaha με την YA1 το 1955 μέχρι την κυριαρχία της Honda το 1966 και τη μεταγενέστερη εξέλιξη των δύο εταιρειών, η έκθεση στο Motegi παρουσιάζει μέσα από τις ίδιες τις μοτοσυκλέτες την ιστορία μιας αντιπαλότητας που διαρκεί περισσότερα από 70 χρόνια.