Νέα Triumph Speed Triple S και R 2016

Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

10/11/2015

Το βρετανικό εργοστάσιο παρουσίασε τις ανανεωμένες, εκ βάθρων, Speed Triple S/R, λίγο πριν εκτεθούν δημόσια στην EICMA του Μιλάνου. Οι δύο νέες εκδόσεις φιλοδοξούν να συνεχίσουν την επιτυχημένη πορεία των Speed Triple έχοντας σημαντικά νέα όπλα στην "προίκα" που τις συνοδεύει.
Στο επίκεντρο των αναβαθμίσεων βρίσκεται ο νέος τρικύλινδρος κινητήρας των 1050 κυβικών, ο οποίος ούτε λίγο ούτε πολύ έχει δεχθεί βελτιώσεις σε 104 σημεία (!), εκ των οποίων τα σημαντικότερα αποτελέσματα είναι η αύξηση της ροπής σε όλο το φάσμα των στροφών, η βελτίωση της κατανάλωσης κατά 10%, ενώ παράλληλα είναι εναρμονισμένος με τις νέες, αυστηρότερες, προδιαγραφές Euro4.


Αυτές οι βελτιώσεις περιλαμβάνουν έναν νέο θάλαμο καύσης και κατά συνέπεια νέα κυλινδροκεφαλή, νέο στρόφαλο, διαφορετικό σχεδιασμό των εμβόλων και νέα σώματα ψεκασμού για το ride-by-wire σύστημα διαχείρισης του γκαζιού. Επιπλέον, διαθέτει τώρα μονόδρομο συμπλέκτη, νέο αποδοτικότερο ψυγείο και νέα εξάτμιση με πιο ελεύθερη ροή κατά 70%.
Οι δύο νέες εκδόσεις του Speed Triple είναι εξοπλισμένες και με ένα νέο πακέτο βοηθημάτων υψηλής τεχνολογίας, για μια πιο ανθρωποκεντρική προσέγγιση προς όφελος του αναβάτη. Ανάμεσα στα καινούργια στοιχεία ξεχωρίζει η νέα ECU που προσφέρει πέντε διαφορετικά riding modes (Road, Rain, Sport, Track και ένα που όλες οι παράμετροι μπορούν να ρυθμιστούν βάσει των προτιμήσεων του αναβάτη), που δίνουν επιλογές για να ευρύτατο φάσμα παραγόντων και σεταρίσματος, έτσι ώστε να μπορεί να προσαρμοστεί με ευκολία σε διαφορετικά οδηγικά στιλ και συνθήκες. Επίσης, ο αναβάτης έχει στην διάθεσή του και ρυθμιζόμενα συστήματα ABS και traction control για την απόλυτη παραμετροποίηση όλων των χαρακτηριστικών της απόδοσης και της συμπεριφοράς των Speed Triple.


Από τον σαρωτικό αέρα της αλλαγής δεν εξαιρέθηκε η εμφάνιση, καθώς το κλειδί στον σχεδιασμό των νέων Speed Triple S και R είναι η στενή και δυναμική σιλουέτα. Τα πλαστικά είναι επανασχεδιασμένα, δίνοντας έμφαση στην επιθετική και "αθλητική" εμφάνιση, ενώ συμβάλλει σε αυτό τόσο η νέα ουρά που αντλεί την έμπνευσή της από το supersport Daytona 675R της εταιρείας, όσο και η μείωση του πλάτους του συνόλου κινητήρας-ψυγείο κατά 20 χιλιοστά, διατηρώντας την μινιμαλιστική σχεδιαστική άποψη που έχει γίνει συνώνυμο των γυμνών της Triumph.
Οι monoblock ακτινικές δαγκάνες της Brembo αποτελούν μέρος του στάνταρ εξοπλισμού και στις δύο εκδόσεις, ενώ το R διαθέτει καρίνα, ανθρακονημάτινες λεπτομέρειες και εμπρός φτερό, και φυσικά αναρτήσεις της Ohlins.

H πολυτιμότερη MV Agusta όλων των εποχών - Έπιασε 5πλάσιο ποσό από τις εκτιμήσεις σε δημοπρασία

Με πρώην ιδιοκτήτη τον John Surtees! - Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1965 - Την οδήγησαν Hailwood - Agostini
MV Agusta Bonhams 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

28/4/2026

Η κορυφαία των MotoGP της εποχής της έπιασε ένα ποσό που έκανε τους ειδικούς εκτιμητές να μοιάζουν με ερασιτέχνες στον τελευταίο χτύπο του σφυριού στη δημοπρασία που διοργάνωσε ο οίκος Bohnams.

Σπάνια βλέπει κανείς εργοστασιακή αγωνιστική MV Agusta να προσφέρεται σε δημοπρασία, αφού όσες έχουν απομείνει είτε βρίσκονται σε κάποιο μουσείο, είτε σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Η προσφορά είναι εξαιρετικά σπάνια λοιπόν και η ζήτηση τεράστια, όμως ακόμη και αυτό δεν προϊδέασε κανένα για το ποσό που χρειάστηκε τελικά να δοθεί για να αλλάξει χέρια η 500άρα αγωνιστική Agusta του 1965, για την οποία σας μιλήσαμε πριν από δύο περίπου μήνες.

Πρόκειται για τη μοτοσυκλέτα με την οποία ο Mike Hailwood κέρδισε το τελευταίο από τα τέσσερα σερί πρωταθλήματα για την Agusta στην κορυφαία κατηγορία πριν αποχωρήσει για τη Honda, αφήνοντας το No.1 στους αναβάτες των Ιταλών στον ομόσταυλό του και ανερχόμενο τότε GIacomo Agostini, τον οποίο και άφησε εκείνη τη χρονιά στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης.

Η γνήσια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα αγοράστηκε από τον John Surtees τη 10ετία του 1980 όταν πωλήθηκαν τα υπάρχοντα του αγωνιστικού τμήματος της MV Agusta και ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης της την έκανε δικιά του το 2005 απευθείας από τον Βρετανό θρύλο.

Τα εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας που κατάφερε να αποσπάσει το ποσό του 1.115.594 ευρώ, το μεγαλύτερο που έχει δοθεί ποτέ για MV Agusta, έχουν άγνωστο αγωνιστικό ιστορικό, ενώ πιστεύεται ότι με αυτή αγωνίστηκε το 1965 τόσο ο Ago όσο και ο Hailwood και ως σύνολο είναι σύμφωνη με τις προδιαγραφές που χρησιμοποιούσε η εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta στα μέσα της δεκαετίας του 1960. 

Αν και είχε αποχωρήσει τέσσερα χρόνια πριν από την ομάδα, ο Surtees την αγόρασε γιατί, όπως έγραψε και σε σχετική επιστολή του προς τον άνθρωπο που την αγόρασε από αυτόν, πρόκειται για "...μια εξέλιξη του ίδιου τύπου μηχανής που οδηγούσα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1960". Η συγκεκριμένη μάλιστα ήταν και η μοναδική που κράτησε το εργοστάσιο ως ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα από τις 4κύλινδρες εκείνης της εποχής και έπειτα πούλησε, εκτός από εκείνες που κατέληξαν στο μουσείο της MV Agusta, το οποίο και πιστοποίησε τη γνησιότητά της.

MV Agusta Bonhams 2026

Η μοτοσυκλέτα πέρασε από σχολαστική ανακατασκευή διατηρώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των γνήσιων εξαρτημάτων της, εκτός από το κάλυμμα της σέλας που αντικαταστάθηκε και τα δύο αμορτισέρ που είναι αντιγραφές των αυθεντικών. Ξεχωρίζει επίσης από το τετραγωνικής διατομής ψαλίδι, το οποίο ήταν μία από τις τελευταίες αναβαθμίσεις που έκανε η MV Agusta σε αυτή τη μηχανή -το προηγούμενο ήταν οβάλ.

Στην επιστολή ο Surtees αναφέρει επίσης πως όλες οι λεπτομέρειες, όπως οι πλήμνες, οι ακτίνες, οι ζάντες, μαζί με την υπόλοιπη μοτοσυκλέτα, είναι όλα πρωτότυπα.

Ο μοναδικός στην ιστορία Παγκόσμιος Πρωταθλητής MotoGP που έχει καταφέρει να κερδίσει και τον αντίστοιχο τίτλο στη Formula 1 χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα σε επιδείξεις σε όλη την Ευρώπη και στη Νέα Ζηλανδία και την οδήγησε τελευταία φορά στη συνάντηση Spa Francorchamps Revival το 2006. Δεν θα πρέπει επίσης να συγχέεται με τις ρέπλικες που έφτιαξε ο Surtees έπειτα και από τη σχετική άδεια που του παραχώρησε η MV Agusta. Η μοτοσυκλέτα είναι λειτουργική, αλλά θα χρειαστεί εκ νέου συντήρηση για να οδηγηθεί καθώς έμεινε ανενεργή για μεγάλη χρονική περίοδο. 

Σε κάθε περίπτωση το ποσό που έπιασε στη δημοπρασία η 4κύλινδρη MV Agusta δικαιώνει το προσωνύμιό "Ferrari των μοτοσυκλετών" που έχει κερδίσει από το κοινό, όχι μόνο για τα 37 Παγκόσμια Πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει. Το κοινό πάθος που είχαν οι Domenico Agusta και Enzo Ferrari για τους αγώνες αλλά και το γεγονός ότι κατασκεύαζαν μοντέλα για τον δρόμο ώστε να τα πουλήσουν για να χρηματοδοτήσουν τα αγωνιστικά τους όνειρα ήταν ίσως το κύριο από τα συστατικά που συντέλεσαν στο χτίσιμο του μύθου της MV Agusta και την έφεραν στη συνείδηση του κοινού στο ίδιο επίπεδο με τη συμπατριώτισσά της Ferrari, για τα αγωνιστικά της οποίας ξοδεύονται αστρονομικά ποσά στις δημοπρασίες.