Οδηγούμε τα Bridgestone Battlax A41 Adventure σε Ελλάδα-Ισπανία-Μαρόκο[video]

Παντός δρόμου και ηπείρου!
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

25/4/2018

Αναπόσπαστο στοιχείο του χαρακτήρα των μεσαίων και μεγάλων μοτοσυκλετών παντός δρόμου, είναι αυτό ακριβώς που ορίζει το όνομα της κατηγορίας: Η δυνατότητα να μπορούν να κινούνται σε κάθε είδους δρόμο και τερέν, σε συνθήκες που μεταβάλλονται διαρκώς. Η τεχνολογία έχει κάνει τεράστια άλματα τα τελευταία χρόνια σε ό,τι αφορά την κατασκευή και την φιλοσοφία τους, προσθέτοντας δυνατότητες και χαρακτηριστικά που διευρύνουν δραματικά τους ορίζοντές τους.
Μοιραία, οι προσδοκίες από τα ελαστικά που προορίζονται για την κατηγορία ακολουθούν αυτή τη διαδρομή, και η Bridgestone ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις με το νέο Battlax A41 Adventure. Σύμφωνα με την Bridgestone, η οποία δεν προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από τεχνικές μάρκετινγκ και εντυπωσιασμούς, προσδιορίζει το Α41 ως ένα ελαστικό με προορισμό τις ασφάλτινες διαδρομές, χωρίς όμως να βγάζει από την εξίσωση τους χωματόδρομους και τις εκτός δρόμου εξερευνήσεις.

Το μεγαλύτερο βάρος σαφώς πέφτει στην χρήση στην άσφαλτο, εκεί άλλωστε όπου οι περισσότερες μοτοσυκλέτες της κατηγορίας θα περάσουν το 90% της ζωής τους (αν όχι και παραπάνω), και κυρίως στην πρόσφυση που προσφέρει στο στεγνό και βρεγμένο οδόστρωμα. Ο στόχος του ιαπωνικού εργοστασίου είναι μια ισορροπία στην απόδοση σε όλες τις συνθήκες, με ταυτόχρονα ικανοποιητικά ποσά πληροφόρησης να φτάνουν στον αναβάτη, ενώ ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε στην σταθερότητα του ελαστικού, τόσο στις ευθείες όσο και μέσα στις στροφές. Όλα αυτά περικλείονται από ένα πλαίσιο με μεγάλη διάρκεια ζωής, κάτι άλλωστε που χαρακτήριζε και το ελαστικό που αντικαθιστά, το Α40, και που έχει μεγάλο ειδικό βάρος στην απόφαση πριν την αγορά από τον εκάστοτε αναβάτη.


Εμείς, μετά την πρώτη επαφή μας (παγκόσμια πρώτη και αποκλειστικά για το ΜΟΤΟ, σε συνεργασία με την αντιπροσωπεία της Bridgestone στην Ελλάδα, την Elastrak) στους ελληνικούς δρόμους, οδηγήσαμε τα συγκεκριμένα ελαστικά ως ελαστικά πρώτης τοποθέτησης στα νέα BMW F750GS και Honda Africa Twin Adventure Sports και στη συνέχεια ταξιδέψαμε ως το Μαρόκο για την επίσημη παρουσίασή τους στον παγκόσμιο ειδικό τύπο. Εκεί μάθαμε περισσότερα για την φιλοσοφία πίσω από την κατασκευή τους, τις τεχνικές που ακολούθησαν οι μηχανολόγοι της Bridgestone και φυσικά τα οδηγήσαμε σε μια μεγάλη ποικιλία μοτοσυκλετών σε άσφαλτο και χώμα, υπό το επιβλητικό βλέμμα της οροσειράς High Atlas, όπως μπορείτε να δείτε και στο βίντεο που ακολουθεί - μία "μικρών διαστάσεων επική παραγωγή" του MOTO:

Bridgestone A41 σε Ελλάδα - Ισπανία - Μαρόκο:


Το μεγαλύτερο ποσοστό της μελέτης κατά τη διάρκεια σχεδιασμού των Α41, απορροφήθηκε από την χάραξη του πέλματος, την κατασκευή του σκελετού, αλλά και τη σύνθεση της γόμας, με κύριο στόχο να αυξηθεί η επιφάνεια επαφής του ελαστικού με την άσφαλτο και να κατανεμηθεί καλύτερα η πίεση. Είναι χαρακτηριστικό ότι το σχέδιο της χάραξης είναι εντελώς καινούργιο και δεν ακολουθεί κανένα από τα γνωστά μοτίβα της Bridgestone, το οποίο έχει περισσότερες αυλακώσεις στα πλαϊνά τμήματα για καλύτερη απορροή του νερού όταν είναι υπό κλίση, ενώ στο κέντρο του πέλματος είναι μειωμένες οι αυλακώσεις. Στο πίσω ελαστικό μάλιστα η γωνία των αυλακώσεων είναι σχεδιασμένη με τέτοιο τρόπο ώστε να γίνεται καλύτερη απορροή μεν, και να συμβάλλει στην σταθερότητα μέσω της σωστής παραμόρφωσης του πέλματος δε.

Tο Α41 είναι ένα ελαστικό που στοχεύει κατά 85% στην άσφαλτο και κατά 15% στο χώμα

Για την κατασκευή του σκελετού, η Bridgestone έχει υιοθετήσει, όπως και τα περισσότερα εργοστάσια, αυτό που ονομάζει MSB (Mono Spiral Belt), με τα νήματα να τυλίγονται όλα προς την ίδια φορά παράλληλα μεταξύ τους, κάτι που προσδίδει σταθερότητα στις υψηλές ταχύτητες, μεταφέροντας παράλληλα και μεγάλο ποσοστό πληροφορίας και πιο καλή κατανομή της θερμοκρασίας. Η σύσταση της γόμας για εμπρός/πίσω (3LC την ονομάζει η Bridgestone) είναι διαφορετική στα πλαϊνά τμήματα σε σχέση με την κορώνα του ελαστικού, καθώς διαφορετικές είναι και οι απαιτήσεις όταν η μοτοσυκλέτα στρίβει σε σχέση με όταν κινείται όρθια, ενώ η υψηλή συγκέντρωση πυριτίου προσφέρει ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα πρόσφυσης, ειδικά στο βρεγμένο, ενώ συμβάλλει και στην διατήρηση της μεγάλης διάρκειας ζωής.

Επί του πρακτέου
Όταν μιλάμε για δοκιμές ελαστικών, έχει τεράστια σημασία να καταγραφούν οι συνθήκες της δοκιμής. Οι εξωτερικοί παράγοντες και το περιβάλλον, επηρεάζουν σε πολύ μεγάλο βαθμό το αποτέλεσμα και την εικόνα που σχηματίζουμε για την συμπεριφορά τους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως αναφέραμε και πιο πάνω, είμασταν τυχεροί καθώς είχαμε την δυνατότητα να σχηματίσουμε μια ολοκληρωμένη άποψη σε πλήθος συνθηκών και με διαφορετικές μοτοσυκλέτες, γράφοντας πολλά χιλιόμετρα. Στο κομμάτι Βόρειας Αφρικής που βρεθήκαμε για τα Α41οι συνθήκες ήταν οι συνηθισμένες για την εποχή: Ελάχιστη υγρασία και ηλιοφάνεια με θερμοκρασία που άγγιζε τους 30 βαθμούς τις θερμές ώρες της ημέρας. Η διαδρομή που προβλεπόταν για τα Α41 ήταν 270 χιλιόμετρα εκ των οποίων τα 60 ήταν σε χώμα. Το πρώτο κομμάτι της διαδρομής ήταν λίγα χιλιόμετρα ασφάλτου, πριν μπούμε στο χωμάτινο τμήμα που αποτελούνταν από 50 περίπου χιλιόμετρα… σεληνιακού τοπίου. Το καφέ –σε όλες τις αποχρώσεις του- είναι το χρώμα που κυριαρχεί, από τον πατημένο και φαρδύ χωματόδρομο με τις μικρές φυτευτές πέτρες, μέχρι τα βράχια και τους λόφους που τον πλαισιώνουν. Τα ελάχιστα διαλείμματα πρασίνου όπου υπήρχε πηγάδι ή κάποιος μικρός λάκκος με νερό, ξεχνιόντουσαν πολύ γρήγορα μέσα στον κουρνιαχτό που σήκωναν οι μοτοσυκλέτες του γκρουπ των εφτά Ιταλών και του ενός Έλληνα.


Όπως διαβάσατε και νωρίτερα, το Α41 είναι ένα ελαστικό που στοχεύει κατά 85% στην άσφαλτο και κατά 15% στο χώμα. Σ' αυτό το κομμάτι της άνυδρης γης απέδειξε η Bridgestone ότι αυτό το 15% είναι όσο χρειάζεται για να οδηγείς απροβλημάτιστα σε αντίστοιχους πατημένους χωματόδρομους. Οδηγώντας με ταχύτητες κοντά στα 60km/h τα Α41 αφήνουν τα περιθώρια για διορθώσεις και χάρη στην δομή του σκελετού τους απορροφούν αποτελεσματικά τις ανωμαλίες από τις πέτρες, συμβάλλοντας με ένα μικρό ποσοστό στο έργο των αναρτήσεων. Τα γλιστρήματα όταν έρχονται συμβαίνουν προοδευτικά και ελεγχόμενα, γεγονός που προσθέτει και ολίγη από διασκέδαση στο μενού. Σίγουρα το βάθος των αυλακώσεων δεν μπορεί να παίξει το ρόλο αντιστάθμισης των τακουνιών σε σχέση με ένα πιο χωματερό ελαστικό, αλλά παρόλα αυτά ο συνδυασμός της δομής του σκελετού και της σκληρότητας της γόμας του πέλματος, βοηθούν σημαντικά να περιληφθεί και ο χαρακτηρισμό "off" στην περιγραφή τους, έστω κι αν αποτελεί το… μειοψηφικό πακέτο. Οτιδήποτε περισσότερο από αυτό, θα ταλαιπωρήσει τόσο τα λάστιχα όσο και τον αναβάτη που θα παλεύει να βρει πρόσφυση.


Εκεί όμως που το Α41 ήταν στο στοιχείο του, ήταν τα σχεδόν 200 χιλιόμετρα ασφάλτου που συμπλήρωναν την διαδρομή. Μια άσφαλτος με απίστευτη πρόσφυση που θα ζήλευαν πολλές πίστες. Το μεγάλο βάρος και τα πιο ενδοτικά πλαίσια όμως των μεγάλων on-off δεν είναι ικανά να ταλαιπωρήσουν τον σκελετό των Α41 και ο γρήγορος ρυθμός έρχεται με μια φυσικότητα που πραγματικά εντυπωσιάζει. Οι σχετικά υψηλές θερμοκρασίες που επικρατούσαν στην περιοχή σίγουρα συμβάλλουν στο να επιτευχθεί γρήγορα η θερμοκρασία λειτουργίας, αλλά βάσει  της προηγούμενης εμπειρίας μας με τα Α41 σε δρόμους με πολύ χαμηλότερη πρόσφυση και σε θερμοκρασίες κοντά στους 5°C, μπορούμε να επιβεβαιώσουμε ότι η διαφορά στην επίτευξη της επιθυμητής θερμοκρασίας λειτουργίας είναι εξαιρετικά μικρή. Τα Α41 ζεσταίνονται γρήγορα και μπορούν να βάλουν την διασκέδαση μέσα στο μενού. Μόνο σε περιπτώσεις που η πίεση στις πραγματικά γρήγορες εναλλαγές έρχεται απότομα και βίαια, θα γίνει αντιληπτή μια ελαφρά υστέρηση στην παραμόρφωση που μεταφράζεται σε μικρή καθυστέρηση απόκρισης.


Αξιοσημείωτη είναι και η σταθερότητα, με την ποιότητα κύλισης που προσφέρουν τα Α41, καθώς διατηρούν μια απόλυτα ουδέτερη συμπεριφορά ακόμη και σε ταχύτητες κοντά στη δεύτερη εκατοντάδα χιλιομέτρων. Σ' αυτή τη γωνιά της "μαύρης ηπείρου" που βρεθήκαμε επιβεβαιώσαμε την απόλυτη επαλήθευση της θεωρίας των τεχνικών χαρακτηριστικών τους, με την… μοριακή αναζήτηση της Bridgestone στη σύνθεση της γόμας και την ξεχωριστή χάραξη να αποδεικνύονται άκρως αποτελεσματικά.

Ετικέτες

Δημοπρασία της θρυλικής MV Agusta 500c 1965 των Agostini - Hailwood

Ένα πολύτιμο κομμάτι ιστορίας σε τιμή που θα πλησιάσει τις 250.000 ευρώ
MV Agusta - Δημοπρασία θρύλου
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

13/2/2026

Ο οίκος Bonhams βγάζει σε δημοπρασία μια ιστορική και δαφνοστεφανωμένη αγωνιστική μοτοσυκλέτα, την τετρακύλινδρη MV Agusta 500 του 1965 που σημάδεψε την αλλαγή σκυτάλης στην κορυφή, από τον πρώην απλησίαστο Mike “the bike” Hailwood, στον τότε ανερχόμενο 22χρονο αστέρα και κατόπιν θρύλο των αγώνων Giacomo Agostini ο οποίος θα κατακτούσε 7 συνεχόμενους Παγκόσμιους Τίτλους με τις μοτοσυκλέτες του κόμη Agusta.

Ο κόμης Agusta είχε αναγνωρίσει σωστά το μεγάλο ταλέντο του “Ago”, ενώ ο Hailwood που μέχρι τότε κέρδιζε χωρίς ανταγωνισμό καβάλα στις κόκκινες-ασημί ιταλικές μοτοσυκλέτες -για 4 χρόνια είχε μόνο νίκες, χάνοντας την πρωτιά μόλις σε 3 αγώνες! Στο ντεμπούτο του στην τετρακύλινδρη Agusta ο Ιταλός τερμάτισε 2ος πίσω από τον Hailwood στους πρώτους 5 αγώνες του 1965, κερδίζοντας τον 6ο, και κάνοντας τον “Mike the bike” να αλλάξει στρατόπεδο, για να περάσει στη Honda. Άδικος κόπος, η δύση του Hailwood είχε ξεκινήσει, με την εποχή του Agostini να κρατάει γερά για τα επόμενα 7 χρόνια.

MV Agusta 500

Η τετρακύλινδρη μοτοσυκλέτα των 497 κ.εκ. του 1965 είχε δυο εκκεντροφόρους επικεφαλής, 4 βαλβίδες στον κύλινδρο, και συμπίεση 10,4:1. Ο κινητήρας τροφοδοτούνταν από 4 Dell’Orto 28άρια καρμπιρατέρ, ο συμπλέκτης ήταν ξηρός πολύδισκος, και το κιβώτιο είχε 5 σχέσεις. Η ανακοινώσιμη απόδοση έφτανε τους 65 hp / 10.500 rpm και η τελική ταχύτητα τα 261 χλμ/ώρα. Το συμβατικό πιρούνι ήταν 38 mm, και πίσω έφερε δυο αμορτισέρ Girling. Ταμπούρα ήταν τα φρένα εμπρός-πίσω, στα 230 και 220 mm αντίστοιχα, και στους τροχούς 19 ιντσών η μοτοσυκλέτα φορούσε ελαστικά 100/90 Roadrunner της Avon. To βάρος έφτανε τα μόλις 138,8 κιλά με υγρά!

Ago

Τη μοτοσυκλέτα της δημοπρασίας οδήγησε τόσο ο Agostini, όσο και ο και Hailwood, συμβάλλοντας στη σχεδόν απόλυτη κυριαρχία της MV Agusta στα Παγκόσμια Πρωταθλήματα εκείνης της περιόδου.

Ago and Mike

Η τετρακύλινδρη διάταξη προσέφερε κορυφαία απόδοση, δίνοντας στην MV Agusta σαφές πλεονέκτημα απέναντι στους μονοκύλινδρους και δικύλινδρους ανταγωνιστές της. Ο κινητήρας τοποθετούνταν σε ελαφρύ σωληνωτό πλαίσιο, ενώ η μοτοσυκλέτα συνεχίζει να θεωρείται -δικαίως- και σήμερα μία από τις σημαντικότερες και ομορφότερες GP μοτοσυκλέτες που κατασκευάστηκαν ποτέ.

Η χρυσή εποχή του Giacomo Agostini με την MV Agusta

Ago

Το 1964 ο κόμης Agusta είχε στραμμένο το βλέμμα του σε έναν νεαρό Ιταλό αναβάτη: τον Giacomo Agostini, ο οποίος είχε ξεχωρίσει με τη Moto Morini και υπέγραψε με την MV Agusta. Δεν μπορούσε ακόμη να ανταγωνιστεί τον Mike Hailwood, που κέρδιζε σχεδόν όλους τους αγώνες και συχνά έριχνε γύρο σε όλους τους υπόλοιπους αναβάτες -εκτός από τον Agostini. Η MV Agusta έστειλε τον Ago στη Φινλανδία, όπου είχε ακόμη πιθανότητες για τον τίτλο των 350cc, καθώς ο πρωτοπόρος Jim Redman (Honda) δεν μπορούσε να ξεκινήσει λόγω τραυματισμού. Ο Agostini συμμετείχε και στον αγώνα των 500cc στη Φινλανδία -και τον κέρδισε .

Η πρώιμη επιτυχία του τον οδήγησε στην εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta για το 1965, όπου θα αγωνιζόταν στις κατηγορίες 350cc και 500cc για την επόμενη δεκαετία. Στα 22 του, ξεκίνησε εντυπωσιακά, τερματίζοντας δεύτερος και στις δύο κατηγορίες πίσω από τον teammate και μέντορά του, Mike Hailwood.

MV Agusta 500

Το 1966 ο Hailwood μετακινήθηκε στη Honda, αφήνοντας τον Agostini ως πρώτο αναβάτη της MV Agusta. Αν και έχασε τον τίτλο των 350cc, ο Ago κατέκτησε το πρώτο του Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στα 500cc, κερδίζοντας δραματικά τον τελευταίο αγώνα της χρονιάς όταν ο Hailwood εγκατέλειψε. Το 1967 οι δύο μονομάχησαν ξανά, με τον Agostini να διατηρεί οριακά τον τίτλο -ισοβαθμώντας σε βαθμούς και νίκες με τον Hailwood, αλλά υπερισχύοντας χάρη σε περισσότερες δεύτερες θέσεις.

Κι αν μέχρι τότε υπήρχε κάποια ισορροπία δυνάμεων μεταξύ Ago και Hailwood, τα επόμενα χρόνια ο Agostini πέρασε σε άλλο επίπεδο, κυριαρχώντας απόλυτα όπου κι αν αγωνιζόταν. Το 1968 ο “Ago” κέρδισε όλους τους αγώνες που έτρεξε σε 350cc και 500cc, ενώ το 1969 επανέλαβε τον ίδιο άθλο, και το 1970 το έκανε ξανά!

Το σερί έσπασε στο Isle of Man TT του 1971, όταν η MV Agusta του Ago έμεινε στον πρώτο γύρο του Junior TT. Μέχρι τότε είχε κερδίσει… 58 (!) συνεχόμενους αγώνες -26 στα 350cc και 32 στα 500cc. Αν εξαιρέσουμε λίγες εγκαταλείψεις το ’71 και ’72, ο Agostini κέρδισε κάθε αγώνα που τερμάτισε σε διάστημα πέντε ετών, με μόλις δύο εξαιρέσεις!

Ago

Ο Agostini αποσύρθηκε το 1977, αφήνοντας πίσω του εξωπραγματικά στατιστικά:

  • Επτά συνεχόμενα Παγκόσμια Πρωταθλήματα 500cc (1966–1972)
  • Επτά συνεχόμενα Πρωταθλήματα 350cc (1968–1974)
  • Ένα ακόμη Πρωτάθλημα 500cc το 1975 με Yamaha, φτάνοντας τα 15 συνολικά.

Και όλα ξεκίνησαν, με τη μοτοσυκλέτα που ο οίκος Bonhams βγάζει τώρα σε δημοπρασία, και που αναμένεται να πωληθεί στα 180.000-250.000 ευρώ.