Ανάκληση Yamaha Tricity 300 για τα φρένα

Αφορά 100 scooter στην Ελλάδα
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

5/4/2022

Με την ακόλουθη ανακοίνωση της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου η Yamaha ανακαλεί 100 Tricity 300 για τα φρένα:  

 

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

 

Ημερομηνία: Δευτέρα, 4 Απριλίου 2022

Θέμα: Ανάκληση μοτοσικλετών Yamaha τύπου MWD300, χρονολογίας κατασκευής

2020-2022, με σκοπό την αντικατάσταση της πλάκας πέδησης στο σύστημα στήριξης.

 

 

 

Η Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας ανακοινώνει ότι η εταιρεία YAMAHA MOTOR Co.,

LTD, σε συνεργασία με τους εθνικούς διανομείς, και συγκεκριμένα στην Ελλάδα με τη

ΜΟΤΟΔΥΝΑΜΙΚΗ Α.Ε.Ε., εκτελεί πρόγραμμα ανάκλησης μοτοσικλετών Yamaha τύπου

MWD300.

Η ανάκληση αφορά σε 100 μοτοσικλέτες, χρονολογίας κατασκευής 2020-2022,

στις οποίες τα εμπλεκόμενα εξαρτήματα στο σύστημα στήριξης, η πλάκα πέδησης και τα

τακάκια, εμφανίζουν λείανση στις επιφάνειες τους. Αυτό ενδέχεται να οδηγήσει σε

δυσλειτουργία του συστήματος και συγκεκριμένα στην καθυστέρηση της απεμπλοκής της

πλάκας πέδησης στο σύστημα στήριξης μετά την απενεργοποίησή του.

Μέχρι στιγμής δεν έχει αναφερθεί στην Ελλάδα καμία περίπτωση ατυχήματος, που να

σχετίζεται με το συγκεκριμένο θέμα.

Οι ιδιοκτήτες των ανωτέρω μοτοσικλετών θα ενημερωθούν εγγράφως μέσω επιστολής,

ώστε να προσέλθουν σε έναν εξουσιοδοτημένο συνεργάτη του δικτύου YAMAHA σε όλη την

Ελλάδα, για να γίνει η αντικατάσταση της πλάκας πέδησης στο σύστημα στήριξης, χωρίς καμία

οικονομική επιβάρυνση.

Για περισσότερες πληροφορίες ή/και διευκρινήσεις οι καταναλωτές παρακαλούνται όπως

επικοινωνήσουν τηλεφωνικά με την Τεχνική Διεύθυνση της εταιρείας ΜΟΤΟΔΥΝΑΜΙΚΗ Α.Ε.Ε.

στα τηλέφωνα 210 6293595, 561 (αρμόδιος: Ν. Λάριος).

Ιταλία: Δικαστική ανατροπή στη νομοθεσία για οδήγηση και ναρκωτικά

Το Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας ανέτρεψε νόμο του Matteo Salvini και δικαίωσε 39χρονο που είχε κατηγορηθεί για οδήγηση μετά από χρήση κάνναβης
drug test
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

3/2/2026

Τον Δεκέμβρη του 2024 ο Ιταλός υπουργός Μεταφορών, Matteo Salvini, είχε εισάγει μια σημαντική αλλαγή στο άρθρο 187 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας που αφορούσε οδήγηση και ναρκωτικές ουσίες. Η αλλαγή περιγράφεται γλαφυρά από τον τίτλο του άρθρου 187, όπου η ‘οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών’ αντικαταστάθηκε από ‘οδήγηση μετά τη χρήση ναρκωτικών’.

Η επιλογή της φρασεολογίας αυτής άνοιγε παραθυράκια για ενδεχομένως άδικες διώξεις, κυρίως όσον αφορά στην ανίχνευση ουσιών που αφήνουν ίχνη στον ανθρώπινο οργανισμό για μέρες μετά τη λήψη τους. Αυτό το ζήτημα μάλιστα δεν αφορά μόνο στη χρήση ναρκωτικών ουσιών, αλλά θα μπορούσε να βάλει σε μπελάδες και λήπτες φαρμακευτικών αγωγών.

Η ανατροπή του νόμου αυτού ήρθε πριν λίγες μέρες μέσω του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ιταλίας, στο οποίο προσέφυγε 39χρονος οδηγός που είχε κατηγορηθεί για ‘οδήγηση μετά από χρήση ναρκωτικών’ μετά από έλεγχο που του έγινε όταν ενεπλάκη σε ατύχημα επιστρέφοντας από τη δουλειά του. Ο κατηγορούμενος είχε καπνίσει κάνναβη 48 ώρες πριν τον έλεγχο, ωστόσο βρέθηκε αντιμέτωπος με πολύ σοβαρές κατηγορίες βάσει του άρθρου 187.

Στο δικαστήριο η απόφαση ήταν σαφής: για να τιμωρηθεί ο οδηγός θα πρέπει να επιβεβαιωθεί επιστημονικώς πως το είδος και η ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας που ανιχνεύτηκε στο σώμα του προκαλεί ψυχοσωματικές αλλαγές, δηλαδή απλά και μόνο η εύρεση ιχνών στον οργανισμό δεν αρκεί για καταδίκη.

Ωστόσο πρέπει να τονίσουμε πως εμπλέκεται αρκετή υποκειμενικότητα στο θέμα, καθώς δεν υπάρχουν ιατρικώς καθορισμένα όρια στη μετρήσιμη ποσότητα των απαγορευμένων ουσιών που μπορούν να επηρεάσουν την ικανότητα του οδηγού.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το δικαστήριο έκανε λόγο γι’ αυτό ακριβώς το θέμα, αναφέροντας πως σκοπός της νομοθεσίας είναι να προστατεύσει την οδική ασφάλεια και πως ένας οδηγός που φαίνεται να έχει διαύγεια σκέψης και δεν οδηγούσε επικίνδυνα δεν μπορεί να διωχθεί βάσει αυτής της διάταξης του ΚΟΚ.

Με την απόφαση αυτή λοιπόν ουσιαστικά ανατρέπεται η αλλαγή στο άρθρο 187 που είχε κάνει ο Salvini.

Εν τέλει, το ασαφές όριο μεταξύ της ανίχνευσης ναρκωτικών ουσιών στον οργανισμό και της οδήγησης υπό την επήρεια ανάγει το όλο θέμα στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή, ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση αποφάσισε υπέρ του κατηγορούμενου.