BMW GS Trophy 2020: Πρωταθλήτρια η ομάδα της Νότιας Αφρικής!

Ολοκληρώθηκε μετά από 2.500km γεμάτα δράση και διασκέδαση
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

17/2/2020

Το σαββατοκύριακο που μας πέρασε και μετά από οκτώ ημέρες ατελείωτης οδήγησης και προκλήσεων, ολοκληρώθηκε με επιτυχία το φετινό  BMW GS Trophy – ένας θεσμός που έχει δημιουργήσει και πραγματοποιεί εδώ και αρκετά χρόνια ο γερμανικός κολοσσός. Από τις 22 ομάδες που συμμετείχαν νικήτρια στέφθηκε η ομάδα της Νότιας Αφρικής, που τόσο το 2016 στη Ταϊλάνδη όσο και το 2018 στη Μογγολία είχε κερδίσει το τρόπαιο. Ήταν μια νίκη που κρίθηκε μέχρι την τελευταία στιγμή, καθώς η ομάδα της Γαλλίας ήταν ιδιαίτερα ανταγωνιστική καταφέρνοντας τελικά να σκαρφαλώσει στη δεύτερη θέση την όγδοη μέρα.

Την έβδομη μέρα οι αναβάτες θα έπρεπε να διασχίσουν μια διαδρομή μήκους 375 χιλιομέτρων με αφετηρία τη λίμνη Tekapo και τερματισμό τη λίμνη Wakana που βρίσκεται στους πρόποδες του βουνού Aspiring. Οι συμμετέχοντες παράλληλα είχαν να λάβουν μέρος σε δυο προκλήσεις.

Μέχρι να φτάσουν στο όρος Aspiring το καραβάνι έπρεπε να διασχίσει πολλά δύσβατα μονοπάτια, ποτάμια και χωματόδρομους. Η περιοχή είναι γνωστή επειδή εκεί πραγματοποιήθηκαν πολλά απ’ τα γυρίσματα της τριλογίας του “Άρχοντα των δαχτυλιδιών”, ενώ στις αρχές του 19ου αιώνα οι Μαορί έσκαβαν για χρόνια δημιουργώντας πολλά ορυχεία, με στόχο την εξόρυξη πολύτιμων πετραδιών και χρυσού. Η πρώτη δοκιμασία, το Akrapovic Challenge”, περίμενε τους αναβάτες μόλις 30 χιλιόμετρα μετά την αφετηρία και δεν είχε να κάνει με την εξάτμιση των F850GS, αλλά ήταν ένας δύσκολος και τεχνικός αγώνας. Η γεμάτη χαλίκια και πέτρες διαδρομή που έπρεπε να ολοκληρώσουν όλοι οι αναβάτες ήταν στην όχθη της λίμνης Wakana, με μεγάλη κλίση, με αποτέλεσμα πολλοί απ’ τους συμμετέχοντες να πέσουν. Εκεί αναμετρήθηκαν οι ομάδες της Νότιας Αφρικής και της Γαλλίας και το οποιοδήποτε λάθος μετρούσε διπλά, με τόσο μικρή διαφορά που τους χώριζε.

Έπειτα το καραβάνι συνέχισε την πορεία του μέσα προς τη δύση με κατεύθυνση της νοτιότερες Άλπεις της Νέας Ζηλανδίας, όπου σε αυτές περιλαμβάνεται και το ψηλότερο βουνό της χώρας, το Cook, με την υψηλότερη κορυφή του να φτάνει τις 3.724μ. Οι ομάδες πέρασαν από πολλές πεδιάδες, μονοπάτια και χαμηλότερες κορφές, καθώς και μέσα από μικρές πόλεις όπως το Naseby και το Wadderburn που φημίζονται για τους μεταλλωρύχους τους. Το απόγευμα πλέον οι μοτοσυκλέτες και αναβάτες έφτασαν στο φαράγγι Thompson, εκεί όπου τους περίμενε το Gate clutch Start”.

Η δεύτερη πρόκληση της ημέρας ήθελε τους αναβάτες να βάζουν μπροστά του κινητήρες των μοτοσυκλετών τους χωρίς τη χρήση της μίζας, αλλά σπρώχνοντάς τες και αφήνοντας απότομα το συμπλέκτη την ώρα που τις καβαλούσαν. Νικητής θα ήταν αυτός που θα έβαζε μπροστά τη μοτοσυκλέτα του και θα την ακινητοποιούσε διανύοντας τη μικρότερη δυνατή απόσταση. Η ομάδα της Ρωσίας στέφθηκε νικήτρια ολοκληρώνοντας την πρόκληση σε απόσταση μικρότερη από πέντε μέτρα – φαίνεται πως οι σχεδόν πολικές θερμοκρασίες της Ρωσίας έχει κάνει τους Ρώσους master στο να βάζουν μπροστά τις μοτοσυκλέτες τους χωρίς τη μίζα.

Η τελευταία μέρα ήταν και η καλύτερη με τους αναβάτες να ξεκινούν απ’ τη Wakana με προορισμό τη κορυφή του βουνού Coronet, όπου φημίζεται για το χιονοδρομικό του κέντρο. Η διαδρομή αποτέλεσε από μόνη της πρόκληση, καθώς διέσχισαν πάνω από 24 ποταμούς και πολλά τεχνικά και δύσκολα μονοπάτια, μέχρι να φτάσουν στον τερματισμό. Πολλοί απ’ τους συμμετέχοντες είδαν τις μοτοσυκλέτες τους να βυθίζονται και να γίνονται μούσκεμα στην προσπάθειά τους να περάσουν απ’ τη μια όχθη στην άλλη του ποταμού Arrow, που έφτανε σε βάθος μέχρι και το ένα μέτρο.

Η πρώτη πρόκληση που αντιμετώπισαν ήταν το Jerrycan Challenge”. Σε αυτή τη δοκιμασία ο ένας απ’ τα τρία μέλη της ομάδας καθόταν στη θέση του συνεπιβάτη, έχοντας στα χέρια του δύο άδεια μεγάλα δοχεία για νερό. Ο αναβάτης έπρεπε με ασφάλεια να διασχίσει ένα τεχνικό μονοπάτι δίπλα από ένα ρυάκι και μόλις έφταναν στο τέρμα του θα συναντούσαν το τρίτο μέλος της ομάδας. Εκεί, ο συνεπιβάτης με τον τρίτο έπρεπε να γεμίσουν τα δοχεία με νερό όσο ο αναβάτης ξεκουραζόταν για να ξανακάνει την ίδια διαδρομή – αυτή τη φορά με περισσότερο βάρος απ’ τα γεμάτα δοχεία με νερό- και να τερματίσει σημειώνοντας το ταχύτερο χρόνο.

Η τελευταία δοκιμασία, το Final parcour”, πραγματοποιήθηκε στην κορυφή του Coronet, χαρίζοντας στο καραβάνι μια καθηλωτική θέα απ’ τη πεδιάδα που ξεδιπλωνόταν μπροστά τους, ενώ φαινόταν και η λίμνη Wakatipu. Οι άνθρωποι της διοργάνωσης είχαν σχεδιάσει μια διαδρομή με κώνους και διάφορα εμπόδια, την οποία οι αναβάτες θα έπρεπε να την ολοκληρώσουν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, χωρίς να σβήσει η μοτοσυκλέτα τους και χωρίς να πέσουν. Ακόμη, η δοκιμασία έδινε διπλούς βαθμούς και με τις ομάδες να έχουν μικρή βαθμολογική διαφορά μεταξύ τους, η ένταση κορυφώθηκε. Ωστόσο, η εμπειρία των αναβατών της Νότιας Αφρικής απ’ τις προηγούμενες επιτυχίες τους, τους βοήθησε στο να ξαναστεφθούν νικητές για άλλη μια φορά.

“Στο ξεκίνημα της ημέρας μας χώριζαν μόλις πέντε βαθμοί απ’ τη δεύτερη ομάδα και ήμασταν πολύ στρεσαρισμένοι και νευρικοί. Υπεραναλύαμε τα πάντα! Για αυτό και αντιμετωπίσαμε μερικά προβλήματα στο Jerrycan αλλά δεν πτοηθήκαμε. Ο Brandon Grimsted της ομάδας της Νότιας Αφρικής συνέχισε λέγοντας: “Το Final parcour ήταν μια απ’ τις πιο τρομακτικές προκλήσεις που έχω λάβει μέρος ποτέ. Αλλά ήταν υπέροχη και καταφέραμε να σημειώσουμε τον ταχύτερο χρόνο χωρίς λάθη. Είμαστε πολύ χαρούμενοι που κερδίσαμε το τρίτο BMW GS Trophy!”

Τελική κατάταξη:

1 South Africa 394

2 France 382

3 Italy 380

4 Netherlands 375

5 South Korea 361

6 Latin America 355

7 Brazil 335

8 Russia 316

9 Mexico 295

10 Argentina 278

11 Middle East 268

12 Australia 264

13 USA 254

14 Nordic 246

15 UK 238

16 Thailand 222

17 Japan 218

18 Malaysia 208

19 India 200

20 Int. Female Team I 169

21 North Africa 146

22 Int. Female Team II 118

 

Ετικέτες

Marco Simoncelli 1987-2011: Σαν σήμερα πριν από 14 χρόνια - Αιώνια ζωντανός “Super Sic”!

Δεν θα σε ξεχάσουμε ποτέ
Marco Simoncelli 1987-2011: Σαν σήμερα πριν από 14 χρόνια - Αιώνια ζωντανός “Super Sic”!
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

23/10/2025

Στις 23 Οκτωβρίου 2011 ο κόσμος του MotoGP πάγωσε. Ο Marco Simoncelli το όνομα που όλοι μας πιστεύαμε πως θα είναι ο επόμενος απόλυτος διεκδικητής των MotoGP, ο νεαρός αναβάτης που ο Rossi έβλεπε ως συνεχιστή του, έχοντας προλάβει να γίνει ήδη ένας από του πιο αναγνωρίσιμους αναβάτες της σύγχρονης εποχής, έχασε τη ζωή του στη διάρκεια του Grand Prix της Μαλαισίας, αφήνοντας πίσω του ένα κενό που παραμένει αισθητό ακόμη και σήμερα. Ο “Super Sic”, όπως τον γνώριζε όλος ο κόσμος, δεν υπήρξε απλώς ένας εξαιρετικός αναβάτης ήταν μια προσωπικότητα που οι αγώνες μοτοσυκλέτας χρειαζόντουσαν και μάλιστα χρειάζονται ακόμη. Είχε τεράστιο πάθος και ανεπιτήδευτη αγάπη για τους αγώνες, με μία πρέζα χιούμορ που έλκυε ακόμη και τους οπαδούς άλλων αναβατών!

Δεκατέσσερα χρόνια μετά, η μνήμη του συνεχίζει να ζει δυνατά χωρίς να έχει προλάβει να γεμίσει με ρεκόρ ή να φορτώσει τα στατιστικά, τέτοια ήταν η αγάπη του κόσμου και η καθολική του αποδοχή από όλους, πράγμα εξαιρετικά σπάνιο όχι μόνο στα MotoGP αλλά και γενικά στον μηχανοκίνητο αθλητισμό!

Ο Simoncelli ήταν φτιαγμένος από υλικό που δεν μετριέται σε τίτλους και στατιστικά. Το ανέμελο μαλί κάτω από το κράνος, το σπινθηροβόλο βλέμμα και εκείνο το απίστευτο πάθος για μάχη, που έκανε κάθε γύρο του MotoGP να θυμίζει κάτι από άλλες εποχές. Ήταν αγνός αγωνιστής, με μια ιταλική τρέλα που δεν μπορούσε, ούτε ήθελε, να κρύψει.

Super Sic 58 – The Legacy
Ονοματεπώνυμο: Marco Simoncelli
Ημερομηνία γέννησης: 20 Ιανουαρίου 1987, Cattolica, Ιταλία
Θάνατος: 23 Οκτωβρίου 2011, Sepang, Μαλαισία
Αριθμός αγώνων GP: 151 (125cc, 250cc, MotoGP)
Νίκες: 14 (12 στο 250cc, 2 στο 125cc)
Παγκόσμιοι τίτλοι: 1 (250
cc, 2008 – Gilera)
Ομάδες:
Matteoni Racing, Metis Gilera, San Carlo Honda Gresini}
Νούμερο: 58 (αποσυρμένο επίσημα από το MotoGP το 2016)

Κληρονομιά:
• Το Misano World Circuit Marco Simoncelli φέρει το όνομά του από το 2012.
• Το Fondazione Marco Simoncelli στηρίζει νέους και οικογένειες σε ανάγκη, συνεχίζοντας το φιλανθρωπικό έργο της οικογένειας.
• Κάθε χρόνο, οι φίλοι του διοργανώνουν στο Misano το “Sic Day”, ένα φεστιβάλ χαράς και μοτοσυκλέτας, όπως το ήθελε εκείνος.
• Το #58 παραμένει σύμβολο πάθους και αυθεντικότητας, ένα νούμερο που θα θυμίζει για πάντα τι σημαίνει να ζεις ως αγωνιζόμενος στην κορυφή της μοτοσυκλέτας

Η καριέρα του εκτοξεύθηκε το 2008, όταν κατέκτησε το παγκόσμιο πρωτάθλημα 250cc με τη Gilera, χαρίζοντας στην παραπαίουσα τότε Ιταλική μάρκα το τελευταίο της σπουδαίο τρόπαιο. Από τότε, το όνομα “Simoncelli” έγινε συνώνυμο με τον επιθετικό και θεαματικό τρόπο οδήγησης. Ήταν ένα ιδιαίτερο επιθετικό στιλ, από εκείνα που ακόμη και οι αντίπαλοί του δεν χρησιμοποιούσαν αργότερα εναντίον του, ήταν όμως μοιραία και εκείνο που έδωσε το άδοξο τέλος. Όταν ανέβηκε στο MotoGP με τη Honda της ομάδας Gresini, όλοι ήξεραν πως μπροστά τους είχαν έναν από εκείνους τους αναβάτες που ή θα έγραφαν ιστορία ή θα την πλήρωναν ακριβά.

Γνώρισα προσωπικά τον Simoncelli με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο. Είχε μόλις κερδίσει τον πρώτο του παγκόσμιο τίτλο και βρισκόμασταν στην πίστα δοκιμών της Goodyear-Dunlop, μία μαγευτική τοποθεσία με μία εκπληκτική πίστα όπου φυσικά δεν υπάρχουν κερκίδες, ούτε μπορεί να μπει κανείς άλλος πέρα από τους αναβάτες δοκιμών και τους δημοσιογράφους, στις λίγες φορές που έχει φιλοξενήσει παρουσιάσεις ελαστικών.

Ήμουν για ακόμη μία φορά ο μόνος Έλληνας προσκεκλημένος και είχα μπει να οδηγήσω μαζί με τους Άγγλους δημοσιογράφους που τότε ήταν μία πολυπληθή ομάδα χωρίς Youtubers και Influencers, όλοι τους εξαιρετικά έμπειροι και επίσης όλοι τους, μηδενός εξαιρουμένου, με αγωνιστικές περγαμηνές που έφταναν για δύο από αυτούς μέχρι και το BSB! Μπήκαμε με superbike στο session εκείνο και ο Simoncelli με ένα Dorsoduro 750. Αυτό που περισσότερο το έχετε δει να κυκλοφορεί με την ομάδα ΔΙΑΣ, σπάνια δικάβαλο παρότι η ομάδα αυτή έτσι έχει στηθεί και αν θυμάστε από την δοκιμή στο MOTO, δεν ήταν και μία μοτοσυκλέτα που μπορούσε εύκολα να ξεχωρίσει.

Ο Simoncelli ξεκίνησε τελευταίος, πίσω μας και σε λίγους γύρους μας είχε μαζέψει. Εγώ βρισκόμουν τότε σχετικά μπροστά στο γκρουπ, τρίτος κατά σειρά όταν με πέτυχε στο πιο αργό κομμάτι της πίστας, αργό για εμάς. Ανηφορικό εσάκι με θετική κλίση στην μεσαία του στροφή. Ήξερα ότι ήταν πίσω μου και είχα υπολογίσει να κρατηθώ στην έξοδο για να μην τον κόψω και να ανοίξω το γκάζι του GSXR1000R μόλις με περάσει. Μόνος μου στόχος να μείνω πίσω του για λίγο καθώς αμέσως μετά είχαμε άλλες δύο στροφές που μας οδηγούσαν στην ευθεία, οπότε θα προλάβαινα να οδηγήσω τουλάχιστον μισό γύρο πίσω του. Ότι και να έκανε δεν θα μπορούσε να ξεφύγει στην ευθεία με το Dorsoduro 750 από το GSXR1000R!

ΔΕΝ ΠΡΟΛΑΒΑ!

Την ώρα που έστριβα την δεύτερη στροφή από το εσάκι, εκείνη την αριστερή με την θετική κλίση, είδα ένα Dorsoduro να πετάγεται πλαγιασμένο μέσα από κερμπ πέρνοντας μαζί του χώματα, πετραδάκια και χόρτα και να προσγειώνεται μπροστά μου με το γόνατο. Πίστεψα ότι απλά έπεφτε μπροστά μου, άφησα το γκάζι και προσευχήθηκα στην Dunlop να κρατήσει το εμπρός ελαστικό που εκείνη την στιγμή του ζητούσες να κάνει κάτι δύσκολο. Μόνο που ο Simoncelli δεν είχε πέσει, ντριφτάρισε στην προσγείωση μέχρι το εξωτερικό κερμπ, εκτός δηλαδή αγωνιστικής γραμμής και πάνω του ακριβώς άνοιξε το γκάζι και με τρόπο που δεν πίστευα πως μπορούσε να γίνει το Dorsoduro 750 σηκώθηκε με το γκάζι, πλάγιασε στην επόμενη δεξιά ξύνοντας τα πάντα και εξαφανίστηκε στα 150 μέτρα της ευθείας πριν τα φρένα της επόμενης αριστερής. Όταν βγήκα στην ευθεία ήταν ήδη περίπου στην μέση και δεν τον έφτασα ποτέ στα φρένα της σπαστής δεξιάς, μίας πολύ ύπουλης στροφής που όταν μάθαινες την πίστα μπορούσες να την πουλήσεις πηγαίνοντας διαγώνια προς την κατηφορική ευθεία πριν από μία απότομη δεξιά όπου είχαν σημειωθεί και αρκετές πτώσεις.

Marco Simoncelli 1987-2011: Σαν σήμερα πριν από 14 χρόνια - Αιώνια ζωντανός “Super Sic”!
Έχουν περάσει 16 χρόνια από εκείνη την ημέρα, ήμουν τότε ένας νέος συντάκτης, συνομιλώντας με τον επόμενο Valentino Rossi (όπως τον λέγαμε με τον πατέρα του)

Δεν οδηγήσαμε ποτέ μαζί για μισή πίστα, ενώ αμέσως μετά ήμασταν μόνοι μας για τους λίγους γύρους που έμεναν για το υπόλοιπο session. ΌΛΟΙ οι Άγγλοι συνάδελφοι είχαν βγει έξω νωρίτερα ζητώντας από την Dunlop να βγάλει τον Simoncelli γιατί δεν ήθελαν να σκοτωθούν δοκιμάζοντας λάστιχα. Μέχρι εκείνη την στιγμή δεν το είχα δει ως απερισκεψία, ήμουν ακόμη εντυπωσιασμένος από το πώς κατάφερε να προσγειωθεί πλαγιασμένος και κυρίως με την λογική ακολουθία της σκέψης του. Πώς δηλαδή πήρε την απόφαση να βγει εκτός πίστας, μέσα από τα κέρμπ! Στο πλαίσιο της συνέντευξης που είχαμε μετά, ξεκίνησα από εκεί: «Πώς το σκέφτηκες αυτό και κυρίως γιατί; Ποιος ο λόγος;» - «Δεν το σκέφτηκα, μου είπε ο Simoncelli, δεν ήταν δηλαδή μία μελετημένη από πριν απόφαση, είχατε πολύ πιο γρήγορες μοτοσυκλέτες οπότε έπρεπε να μην φρενάρω πουθενά για να σας περάσω, ότι ήρθαν οι στροφές και είδα ότι θα έπρεπε να κόψω πολύ για να μείνω πίσω από το GSXR και μετά στην ευθεία να μην μπορώ να προσπεράσω, σκέφτηκα την προσπέραση στην επόμενη στροφή και μου ήρθε πολύ μακριά. Οπότε εκεί που έστριβα την πρώτη δεξιά, το σήκωσα και έκανα την αριστερή εκτός πίστας.

Στην συνέχεια εκείνης της συνέντευξης τον ρώτησα αν οδηγεί στον δρόμο και μου είπε πως όχι γιατί είναι επικίνδυνο και γελάσαμε έπειτα μαζί.

Μπορούσες να το δεις όπως οι Άγγλοι, ως επιθετικό και απερίσκεπτο ή να τον θαυμάσεις ως κάτι εξωπραγματικό και μοναδικό. Διότι αυτό ήταν. Απίστευτα πράος και μαζεμένος όλες τις στιγμές, εκτός από εκείνες που οδηγούσε. Ήμουν τυχερός που τον γνώρισα και μου για λίγο, πολύ λίγο, οδηγήσαμε και μαζί.

Το 2011, με τον αριθμό 58 πάνω στο λευκό fairing, ο Marco έδειχνε πως το μεγάλο του ξέσπασμα ήταν θέμα χρόνου. Πάλευε με τους καλύτερους τότε, με Lorenzo, Stoner, Pedrosa, Rossi κι αν κάποιες φορές οι κινήσεις του ήταν υπερβολικά τολμηρές, είχαν εκείνο το στοιχείο του “πραγματικού αγώνα” που σήμερα θα ξεσήκωνε αντιδράσεις. Δεν υπολόγιζε τίποτα. Οδήγησε πάντα σαν να μην υπήρχε αύριο, και ίσως τελικά γι’ αυτό να έγινε αθάνατος.

Marco Simoncelli 1987-2011: Σαν σήμερα πριν από 14 χρόνια - Αιώνια ζωντανός “Super Sic”!
στιγμιότυπο από την ίδια εκείνη ημέρα

Η μοίρα στάθηκε άδικη στη Sepang. Μια πτώση στην πρώτη κιόλας στροφή, ένα ατυχές σημείο επαφής και το όνειρο σταμάτησε απότομα. Ο θάνατός του σε ζωντανή μετάδοση καθώς όλοι οι θεατές κατάλαβαν αμέσως τι είχε συμβεί βλέποντας το κράνος του να φεύγει, έμεινε για πάντα χαραγμένος στην ιστορία και κανείς, δεν θέλει να το αναπαράγει. Είχε έντονα στοιχεία αρχαιοελληνικής τραγωδίας μάλιστα από την στιγμή που πάνω του έπεσαν οι καλύτεροί του φίλοι εκτός πίστας και ταυτόχρονα ανταγωνιστές την ώρα του αγώνα. Ένας από τους καλύτερους θα σβήσει άδοξα. Όμως εκείνη τη στιγμή γεννήθηκε κάτι άλλο, ένας θρύλος που κανένας χρόνος δεν μπορεί να σβήσει. Από τότε, το νούμερο 58 έγινε σύμβολο: όχι μόνο του Simoncelli, αλλά κάθε αναβάτη που τρέχει με την καρδιά του.

Η Honda Gresini διατήρησε τη μνήμη του, το Misano World Circuit φέρει πλέον το όνομά του, και κάθε φορά που βλέπεις εκείνη τη λευκοκόκκινη σημαία με τον αριθμό 58, νιώθεις ότι ο “Super Sic” δεν έφυγε ποτέ στ’ αλήθεια. Ζει σε κάθε νέο αναβάτη που ανεβαίνει με πάθος πάνω στη μοτοσυκλέτα, σε κάθε θεατή που ανατριχιάζει όταν ακούει τον κινητήρα να ανεβάζει στροφές.

Ο Simoncelli ήταν ένας από εκείνους τους σπάνιους ανθρώπους που δεν χρειάζονται χρόνο για να αφήσουν το αποτύπωμά τους. Αρκούσαν λίγες σεζόν για να αλλάξει την ψυχή των GP, για να θυμίσει σε όλους μας πως οι αγώνες δεν είναι μόνο νίκες, είναι άνθρωποι, πάθος, είναι συναίσθημα.

Και αν σήμερα κοιτάξεις τον ουρανό πάνω από το Misano, κάπου ανάμεσα στις στροφές της ιστορίας θα δεις τον Marco να γελά, με εκείνο το ανέμελο βλέμμα που λέει:

“Corri forte, ma divertiti – τρέξε δυνατά, αλλά απόλαυσέ το.”