BMW Motorrad Days - Επιστροφή στο Garmisch-Partenkirchen από το 2024
Μετά τη διετή δοκιμαστική διεξαγωγή του θεσμού στο Βερολίνο, η γιορτή των Γερμανών γυρίζει εκεί από όπου ξεκίνησε
Από τον
Κώστα Γκαζή
7/2/2024
Μπορεί η ετήσια γιορτή της BMW να είχε συνδεθεί εδώ και δύο δεκαετίες με την ονειρική τοποθεσία του Garmisch-Partenkirchen στις Άλπεις, όμως το 2022 και 2023 το Βαυαρικό εργοστάσιο δοκίμασε να τη μεταφέρει στο Βερολίνο. Όπως φαίνεται το πείραμα απέδειξε πως το Garmisch-Partenkirchen ήταν ανέκαθεν η σωστή επιλογή, και η διοργάνωση BMW Motorrad Days επιστρέφει στον αρχικό τόπο διεξαγωγής της στις 5-7 Ιουλίου 2024.
Η γιορτή της BMW είναι ένα τριήμερο ολοζώντανο πάρτι με επίκεντρο τη μοτοσυκλέτα, με δεκάδες εκδηλώσεις όπως επιδείξεις custom μοτοσυκλετών, το βαρέλι που είναι γνωστό και ως “ο γύρος του θανάτου”, stunt shows, παρουσιάσεις νέων μοντέλων, εκδρομές σε πανέμορφες ορεινές διαδρομές στα πέριξ, test-ride της γκάμας της εταιρείας, συναυλίες, πολλή μπύρα και γερμανικά λουκάνικα.
Για περισσότερα από 20 χρόνια, η γιοεργή BMW Motorrad Days διεξαγόταν στο αλπικό τοπίο του Garmish-Partenkirchen, όμως το 2022 και το 2023 οι Γερμανοί τη μετέφεραν στο Βερολίνο, στην καρδιά της Ευρώπης, όπου κατασκευάζονται οι μοτοσυκλέτες του εργοστασίου τα τελευταία 50+ χρόνια.
Εκεί γιορτάστηκε με μεγαλοπρέπεια η 100η επέτειος από την ίδρυση της εταιρείας το 2023, όμως αυτό που έλειπε από το Βερολίνο ήταν η ατμόσφαιρα του πάρτι και το τοπίο που ανοίγει το μάτι του επισκέπτη.
Μέσω των BMW Motorrad Days, η BMW διατηρεί και συσφίγγει τους δεσμούς με τους πελάτες και τους φαν της εταιρείας, και όπως φαίνεται από την αλλαγή πλεύσης της εταιρείας, οι φαν μίλησαν και με μια φωνή είπαν… “πίσω στο Garmisch!”
Εκεί θα γιορταστεί λοιπόν η “Χρονιά του GS”, στα αλπικά περάσματα και στους φιδογυριστούς δρόμους της αλπικής πόλης, ιδανικό τοπίο για τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα, αλλά και για μια τέτοια γιορτή που μαζεύει χιλιάδες επισκέπτες από όλο τον κόσμο.
Σύντομα η BMW θα ανακοινώσει περισσότερες λεπτομέρειες για την εκδήλωση.
H πολυτιμότερη MV Agusta όλων των εποχών - Έπιασε 5πλάσιο ποσό από τις εκτιμήσεις σε δημοπρασία
Με πρώην ιδιοκτήτη τον John Surtees! - Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1965 - Την οδήγησαν Hailwood - Agostini
Από τον
Θοδωρή Ξύδη
28/4/2026
Η κορυφαία των MotoGP της εποχής της έπιασε ένα ποσό που έκανε τους ειδικούς εκτιμητές να μοιάζουν με ερασιτέχνες στον τελευταίο χτύπο του σφυριού στη δημοπρασία που διοργάνωσε ο οίκος Bohnams.
Σπάνια βλέπει κανείς εργοστασιακή αγωνιστική MV Agusta να προσφέρεται σε δημοπρασία, αφού όσες έχουν απομείνει είτε βρίσκονται σε κάποιο μουσείο, είτε σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Η προσφορά είναι εξαιρετικά σπάνια λοιπόν και η ζήτηση τεράστια, όμως ακόμη και αυτό δεν προϊδέασε κανένα για το ποσό που χρειάστηκε τελικά να δοθεί για να αλλάξει χέρια η 500άρα αγωνιστική Agusta του 1965, για την οποία σας μιλήσαμε πριν από δύο περίπου μήνες.
Πρόκειται για τη μοτοσυκλέτα με την οποία ο Mike Hailwood κέρδισε το τελευταίο από τα τέσσερα σερί πρωταθλήματα για την Agusta στην κορυφαία κατηγορία πριν αποχωρήσει για τη Honda, αφήνοντας το No.1 στους αναβάτες των Ιταλών στον ομόσταυλό του και ανερχόμενο τότε GIacomo Agostini, τον οποίο και άφησε εκείνη τη χρονιά στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης.
Η γνήσια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα αγοράστηκε από τον John Surtees τη 10ετία του 1980 όταν πωλήθηκαν τα υπάρχοντα του αγωνιστικού τμήματος της MV Agusta και ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης της την έκανε δικιά του το 2005 απευθείας από τον Βρετανό θρύλο.
Τα εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας που κατάφερε να αποσπάσει το ποσό του 1.115.594 ευρώ, το μεγαλύτερο που έχει δοθεί ποτέ για MV Agusta, έχουν άγνωστο αγωνιστικό ιστορικό, ενώ πιστεύεται ότι με αυτή αγωνίστηκε το 1965 τόσο ο Ago όσο και ο Hailwood και ως σύνολο είναι σύμφωνη με τις προδιαγραφές που χρησιμοποιούσε η εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta στα μέσα της δεκαετίας του 1960.
Αν και είχε αποχωρήσει τέσσερα χρόνια πριν από την ομάδα, ο Surtees την αγόρασε γιατί, όπως έγραψε και σε σχετική επιστολή του προς τον άνθρωπο που την αγόρασε από αυτόν, πρόκειται για "...μια εξέλιξη του ίδιου τύπου μηχανής που οδηγούσα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1960". Η συγκεκριμένη μάλιστα ήταν και η μοναδική που κράτησε το εργοστάσιο ως ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα από τις 4κύλινδρες εκείνης της εποχής και έπειτα πούλησε, εκτός από εκείνες που κατέληξαν στο μουσείο της MV Agusta, το οποίο και πιστοποίησε τη γνησιότητά της.
Η μοτοσυκλέτα πέρασε από σχολαστική ανακατασκευή διατηρώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των γνήσιων εξαρτημάτων της, εκτός από το κάλυμμα της σέλας που αντικαταστάθηκε και τα δύο αμορτισέρ που είναι αντιγραφές των αυθεντικών. Ξεχωρίζει επίσης από το τετραγωνικής διατομής ψαλίδι, το οποίο ήταν μία από τις τελευταίες αναβαθμίσεις που έκανε η MV Agusta σε αυτή τη μηχανή -το προηγούμενο ήταν οβάλ.
Στην επιστολή ο Surtees αναφέρει επίσης πως όλες οι λεπτομέρειες, όπως οι πλήμνες, οι ακτίνες, οι ζάντες, μαζί με την υπόλοιπη μοτοσυκλέτα, είναι όλα πρωτότυπα.
Ο μοναδικός στην ιστορία Παγκόσμιος Πρωταθλητής MotoGP που έχει καταφέρει να κερδίσει και τον αντίστοιχο τίτλο στη Formula 1 χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα σε επιδείξεις σε όλη την Ευρώπη και στη Νέα Ζηλανδία και την οδήγησε τελευταία φορά στη συνάντηση Spa Francorchamps Revival το 2006. Δεν θα πρέπει επίσης να συγχέεται με τις ρέπλικες που έφτιαξε ο Surtees έπειτα και από τη σχετική άδεια που του παραχώρησε η MV Agusta. Η μοτοσυκλέτα είναι λειτουργική, αλλά θα χρειαστεί εκ νέου συντήρηση για να οδηγηθεί καθώς έμεινε ανενεργή για μεγάλη χρονική περίοδο.
Σε κάθε περίπτωση το ποσό που έπιασε στη δημοπρασία η 4κύλινδρη MV Agusta δικαιώνει το προσωνύμιό "Ferrari των μοτοσυκλετών" που έχει κερδίσει από το κοινό, όχι μόνο για τα 37 Παγκόσμια Πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει. Το κοινό πάθος που είχαν οι Domenico Agusta και Enzo Ferrari για τους αγώνες αλλά και το γεγονός ότι κατασκεύαζαν μοντέλα για τον δρόμο ώστε να τα πουλήσουν για να χρηματοδοτήσουν τα αγωνιστικά τους όνειρα ήταν ίσως το κύριο από τα συστατικά που συντέλεσαν στο χτίσιμο του μύθου της MV Agusta και την έφεραν στη συνείδηση του κοινού στο ίδιο επίπεδο με τη συμπατριώτισσά της Ferrari, για τα αγωνιστικά της οποίας ξοδεύονται αστρονομικά ποσά στις δημοπρασίες.