BMW: Πατέντες για υβριδική μοτοσυκλέτα

Μια διαφορετική προσέγγιση
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

11/6/2019

Τα υβριδικά οχήματα δεν αποτελούν κάτι νέο ή καινοτόμο στη ζωή μας. Η τεχνολογία που υιοθετούν υπάρχει εδώ και αρκετά χρόνια στην παγκόσμια αγορά, καθώς ένα μεγάλο μέρος των αυτοκινήτων που κυκλοφορούν είναι υβριδικά. Ο λόγος που αυτή η τεχνολογία δεν έχει περάσει ακόμη στις μοτοσυκλέτες και το γεγονός ότι οι κατασκευαστές προσανατολίζονται στο να περάσουν επιτόπου στην παραγωγή ηλεκτρικών μοτοσυκλετών και όχι υβριδικών, είναι τα χωροταξικά προβλήματα που δημιουργούνται. Συγκεκριμένα, είναι αρκετά δύσκολο με βάση τις διαστάσεις μιας μοτοσυκλέτας να προσθέσει κανείς έναν ακόμη κινητήρα και μια τεράστια σε όγκο και βάρος μπαταρία για την τροφοδοσία του. Ορισμένες εταιρείες, όπως η Vespa, έχουν λύσει το χωροταξικό πρόβλημα και έχουν δημιουργήσει την Elettrica X που έχει δύο κινητήρες, έναν ηλεκτρικό και έναν εσωτερικής καύσης. Όμως, όπως διαβάσατε και παλιότερα στο αναλυτικό άρθρο για την Elettrica, η X έκδοση δεν είναι υβριδική ,όπως μας είχε πει ο Capellini στην παρουσίασή της Elettrica.

Η BMW απ’ την πλευρά της συνεχίζει να εξετάζει την προοπτική να δημιουργήσει μια υβριδική μοτοσυκλέτα και τώρα κατέθεσε νέες πατέντες, οι οποίες εστιάζουν στη λύση του χωροταξικού προβλήματος της μπαταρίας και όχι στο πού και πώς θα τοποθετεί ο ηλεκτροκινητήρας του οχήματος. Όπως μπορούμε να δούμε στην πρώτη εικόνα, αυτό που παρουσιάζεται στα σχέδιά της είναι ένα ρεζερβουάρ με μεταβλητό σχήμα και ελαστικό κάτω μέρος, που συνεπάγεται και μεταβλητή χωρητικότητα. Στόχος είναι να τοποθετείται κάτω απ’ το ρεζερβουάρ η μπαταρία που θα τροφοδοτεί τον ηλεκτροκινητήρα με ενέργεια. Το γεγονός ότι μπορεί να προσθαφερείται η μπαταρία και να αυξομειώνεται ο όγκος του ρεζερβουάρ έχει πολλά οφέλη. Αρχικά, προσφέρει τη δυνατότητα στον αναβάτη να εγκαθιστά την μπαταρία και να λειτουργεί το όχημα ως υβριδικό χωρίς να επιφορτίζει την ατμόσφαιρα με περισσότερους ρύπους για τις αστικές μετακινήσεις. Βέβαια αυτό είναι ένα μεγάλο θέμα συζήτησης γιατί έχει μεγάλη σημασία ο τρόπος που παράγεται το ρεύμα, που φορτίζει την μπαταρία. Αν φερ’ ειπείν ο ηλεκτρισμός παράγεται από μη ανακυκλώσιμες πηγές ενέργειας, δεν μπορούμε να πούμε πως η υβριδική τεχνολογία βοηθά στη μείωση των ρύπων του περιβάλλοντος.

Το γεγονός ότι ο αναβάτης έχει τη δυνατότητα να αφαιρεί την μπαταρία και ταυτόχρονα να αυξάνει τον όγκο του ρεζερβουάρ δημιουργεί αρκετά πλεονεκτήματα. Πρώτον μειώνεται αισθητά το βάρος του οχήματος και μεταβάλλεται το κέντρο βάρους. Δεύτερον και κυριότερο αυξάνεται η αυτονομία της μοτοσυκλέτας στα ταξίδια και μειώνεται ο χρόνος ανεφοδιασμού. Τρίτον, το γεγονός ότι η μπαταρία βρίσκεται στο χώρο του ρεζερβουάρ σημαίνει πως πιθανότατα δεν θα υπάρξουν δραστικές αλλαγές στην εμφάνιση.

Οι πατέντες όμως δημιουργούν και ορισμένα ερωτήματα όπως το πόσο εύκολη θα είναι η επανατοποθέτηση και η αφαίρεση της μπαταρίας, καθώς και πόσο χρόνο θα απαιτεί. Ακόμη, από τι υλικό θα είναι κατασκευασμένο το ρεζερβουάρ ώστε να έχει μεταβλητό σχήμα και παράλληλα να μην φθείρεται και να μην δημιουργούνται τρύπες. Επίσης, με την αφαίρεση της μπαταρίας ο ηλεκτρικός κινητήρας θα αδρανοποιείται ή η BMW εργάζεται παράλληλα στην αξιοποίησή του μέσω μιας άλλης, μικρότερης μπαταρίας που θα βρίσκεται μόνιμα πάνω στη μοτοσυκλέτα, ούτως ώστε να λειτουργεί επικουρικά ο ηλεκτρικός κινητήρας κι όχι εντελώς αυτόνομα.

Εικόνα απ' τις πατέντες της BMW του 2015 σχετικά με την κίνηση στους δύο τροχούς

Σχετικά με την θέση του ηλεκτρικού κινητήρα οι μόνες εικασίες που μπορούμε να κάνουμε, ενώ δεν αποκλείεται να γίνει και ένας συνδυασμός με βάση κάποιες άλλες πατέντες της BMW που είχε καταθέσει το 2015 και αφορούσαν μάλιστα την κίνηση και στους δύο τροχούς. Τότε, σε συνεργασία με την Wunderlich είχαν παρουσιάσει μια πρωτότυπη μοτοσυκλέτα 2x2 βασισμένη στην R1200GS, που για την κίνηση του μπροστινού τροχού υπεύθυνος ήταν ένας ηλεκτρικός κινητήρας της Bosch στο κέντρο του. Μπορεί λοιπόν να δούμε στο μέλλον μια υβριδική BMW που θα έχει και την δυνατότητα για κίνηση και στον μπροστινό τροχό! Το πότε και το αν θα δούμε τις πατέντες της BMW να περνάνε σε μοντέλα παραγωγής παραμένει άγνωστο, καθώς η κατάθεσή τους γίνεται αρχικά για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων, ώστε να μην χρησιμοποιηθούν από άλλα εργοστάσια.

Ετικέτες

Δημοπρασία της θρυλικής MV Agusta 500c 1965 των Agostini - Hailwood

Ένα πολύτιμο κομμάτι ιστορίας σε τιμή που θα πλησιάσει τις 250.000 ευρώ
MV Agusta - Δημοπρασία θρύλου
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

13/2/2026

Ο οίκος Bonhams βγάζει σε δημοπρασία μια ιστορική και δαφνοστεφανωμένη αγωνιστική μοτοσυκλέτα, την τετρακύλινδρη MV Agusta 500 του 1965 που σημάδεψε την αλλαγή σκυτάλης στην κορυφή, από τον πρώην απλησίαστο Mike “the bike” Hailwood, στον τότε ανερχόμενο 22χρονο αστέρα και κατόπιν θρύλο των αγώνων Giacomo Agostini ο οποίος θα κατακτούσε 7 συνεχόμενους Παγκόσμιους Τίτλους με τις μοτοσυκλέτες του κόμη Agusta.

Ο κόμης Agusta είχε αναγνωρίσει σωστά το μεγάλο ταλέντο του “Ago”, ενώ ο Hailwood που μέχρι τότε κέρδιζε χωρίς ανταγωνισμό καβάλα στις κόκκινες-ασημί ιταλικές μοτοσυκλέτες -για 4 χρόνια είχε μόνο νίκες, χάνοντας την πρωτιά μόλις σε 3 αγώνες! Στο ντεμπούτο του στην τετρακύλινδρη Agusta ο Ιταλός τερμάτισε 2ος πίσω από τον Hailwood στους πρώτους 5 αγώνες του 1965, κερδίζοντας τον 6ο, και κάνοντας τον “Mike the bike” να αλλάξει στρατόπεδο, για να περάσει στη Honda. Άδικος κόπος, η δύση του Hailwood είχε ξεκινήσει, με την εποχή του Agostini να κρατάει γερά για τα επόμενα 7 χρόνια.

MV Agusta 500

Η τετρακύλινδρη μοτοσυκλέτα των 497 κ.εκ. του 1965 είχε δυο εκκεντροφόρους επικεφαλής, 4 βαλβίδες στον κύλινδρο, και συμπίεση 10,4:1. Ο κινητήρας τροφοδοτούνταν από 4 Dell’Orto 28άρια καρμπιρατέρ, ο συμπλέκτης ήταν ξηρός πολύδισκος, και το κιβώτιο είχε 5 σχέσεις. Η ανακοινώσιμη απόδοση έφτανε τους 65 hp / 10.500 rpm και η τελική ταχύτητα τα 261 χλμ/ώρα. Το συμβατικό πιρούνι ήταν 38 mm, και πίσω έφερε δυο αμορτισέρ Girling. Ταμπούρα ήταν τα φρένα εμπρός-πίσω, στα 230 και 220 mm αντίστοιχα, και στους τροχούς 19 ιντσών η μοτοσυκλέτα φορούσε ελαστικά 100/90 Roadrunner της Avon. To βάρος έφτανε τα μόλις 138,8 κιλά με υγρά!

Ago

Τη μοτοσυκλέτα της δημοπρασίας οδήγησε τόσο ο Agostini, όσο και ο και Hailwood, συμβάλλοντας στη σχεδόν απόλυτη κυριαρχία της MV Agusta στα Παγκόσμια Πρωταθλήματα εκείνης της περιόδου.

Ago and Mike

Η τετρακύλινδρη διάταξη προσέφερε κορυφαία απόδοση, δίνοντας στην MV Agusta σαφές πλεονέκτημα απέναντι στους μονοκύλινδρους και δικύλινδρους ανταγωνιστές της. Ο κινητήρας τοποθετούνταν σε ελαφρύ σωληνωτό πλαίσιο, ενώ η μοτοσυκλέτα συνεχίζει να θεωρείται -δικαίως- και σήμερα μία από τις σημαντικότερες και ομορφότερες GP μοτοσυκλέτες που κατασκευάστηκαν ποτέ.

Η χρυσή εποχή του Giacomo Agostini με την MV Agusta

Ago

Το 1964 ο κόμης Agusta είχε στραμμένο το βλέμμα του σε έναν νεαρό Ιταλό αναβάτη: τον Giacomo Agostini, ο οποίος είχε ξεχωρίσει με τη Moto Morini και υπέγραψε με την MV Agusta. Δεν μπορούσε ακόμη να ανταγωνιστεί τον Mike Hailwood, που κέρδιζε σχεδόν όλους τους αγώνες και συχνά έριχνε γύρο σε όλους τους υπόλοιπους αναβάτες -εκτός από τον Agostini. Η MV Agusta έστειλε τον Ago στη Φινλανδία, όπου είχε ακόμη πιθανότητες για τον τίτλο των 350cc, καθώς ο πρωτοπόρος Jim Redman (Honda) δεν μπορούσε να ξεκινήσει λόγω τραυματισμού. Ο Agostini συμμετείχε και στον αγώνα των 500cc στη Φινλανδία -και τον κέρδισε .

Η πρώιμη επιτυχία του τον οδήγησε στην εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta για το 1965, όπου θα αγωνιζόταν στις κατηγορίες 350cc και 500cc για την επόμενη δεκαετία. Στα 22 του, ξεκίνησε εντυπωσιακά, τερματίζοντας δεύτερος και στις δύο κατηγορίες πίσω από τον teammate και μέντορά του, Mike Hailwood.

MV Agusta 500

Το 1966 ο Hailwood μετακινήθηκε στη Honda, αφήνοντας τον Agostini ως πρώτο αναβάτη της MV Agusta. Αν και έχασε τον τίτλο των 350cc, ο Ago κατέκτησε το πρώτο του Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στα 500cc, κερδίζοντας δραματικά τον τελευταίο αγώνα της χρονιάς όταν ο Hailwood εγκατέλειψε. Το 1967 οι δύο μονομάχησαν ξανά, με τον Agostini να διατηρεί οριακά τον τίτλο -ισοβαθμώντας σε βαθμούς και νίκες με τον Hailwood, αλλά υπερισχύοντας χάρη σε περισσότερες δεύτερες θέσεις.

Κι αν μέχρι τότε υπήρχε κάποια ισορροπία δυνάμεων μεταξύ Ago και Hailwood, τα επόμενα χρόνια ο Agostini πέρασε σε άλλο επίπεδο, κυριαρχώντας απόλυτα όπου κι αν αγωνιζόταν. Το 1968 ο “Ago” κέρδισε όλους τους αγώνες που έτρεξε σε 350cc και 500cc, ενώ το 1969 επανέλαβε τον ίδιο άθλο, και το 1970 το έκανε ξανά!

Το σερί έσπασε στο Isle of Man TT του 1971, όταν η MV Agusta του Ago έμεινε στον πρώτο γύρο του Junior TT. Μέχρι τότε είχε κερδίσει… 58 (!) συνεχόμενους αγώνες -26 στα 350cc και 32 στα 500cc. Αν εξαιρέσουμε λίγες εγκαταλείψεις το ’71 και ’72, ο Agostini κέρδισε κάθε αγώνα που τερμάτισε σε διάστημα πέντε ετών, με μόλις δύο εξαιρέσεις!

Ago

Ο Agostini αποσύρθηκε το 1977, αφήνοντας πίσω του εξωπραγματικά στατιστικά:

  • Επτά συνεχόμενα Παγκόσμια Πρωταθλήματα 500cc (1966–1972)
  • Επτά συνεχόμενα Πρωταθλήματα 350cc (1968–1974)
  • Ένα ακόμη Πρωτάθλημα 500cc το 1975 με Yamaha, φτάνοντας τα 15 συνολικά.

Και όλα ξεκίνησαν, με τη μοτοσυκλέτα που ο οίκος Bonhams βγάζει τώρα σε δημοπρασία, και που αναμένεται να πωληθεί στα 180.000-250.000 ευρώ.