Custom E-ndian: Ένα έργο τέχνης σε λειτουργική μορφή

Μια ξεχωριστή custom
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

12/3/2019

Τι κάνεις όταν θες μια Indian Powerplus αλλά δεν έχεις το απαραίτητο κεφάλαιο για να την αποκτήσεις; Για όσους αναρωτιούνται πόσο είναι το κόστος απόκτησης της Powerplus, που κλείνει αισίως τα 103 έτη απ’ την παραγωγή της, η απάντηση είναι πως φτάνει μέχρι και εξαψήφιο νούμερο. Όπως καταλαβαίνετε το συγκεκριμένο μοντέλο της Indian είναι αντικείμενο για λίγους, όπου είτε έχουν τα χρήματα για να το αποκτήσουν μέσω κάποιου πλειστηριασμού, είτε έχουν την ευρηματικότητα και τα μέσα για να το φτιάξουν μόνοι τους.

Ο Achilles λοιπόν, είναι απ’ τους ανθρώπους που υπάγονται στην δεύτερη κατηγορία όσων θέλουν να την αποκτήσουν και σε συνεργασία με τον φίλο του Alessandro, που είναι μοντελιστής αποφάσισαν να δημιουργήσουν μια δική τους απ’ το μηδέν. Το αρχικό τους σχέδιο ήταν να κατασκευάσουν μια Powerplus που ο κινητήρας της θα ήταν ψεύτικος, καθώς η μοτοσυκλέτα θα εξυπηρετούσε το σκοπό της ως ένα έργο τέχνης που θα διακοσμούσε το σπίτι του Achilles στην Ιταλία. Όμως τα πράγματα πήραν άλλη τροπή όπως και στις περισσότερες περιπτώσεις όπου κάποιος σχεδιάζει μια custom μοτοσυκλέτα και καταλήγει με το τελικό αποτέλεσμα να απέχει έτη φωτός απ’ το αρχικό σχέδιο, εκεί κρύβεται άλλωστε και η ευχαρίστηση στην κατασκευή μίας custom, στην δημιουργική πορεία!

Το πλάνο για την κατασκευή του έργου τέχνης ξεκίνησε τον Αύγουστο του 2017 στο Jesolo, μέσα στο γκαράζ του Achilles και η έναρξή του σηματοδοτήθηκε απ’ το κρέμασμα μιας φωτογραφίας της μοτοσυκλέτας στον τοίχο. Για την ακρίβεια, δεν επρόκειτο για μια μικρή κρεμασμένη φωτογραφιούλα όπως στην περίπτωση του Hubb Langedijk και του πατέρα του που κατασκεύασαν μια ρέπλικα της μοτοσυκλέτας του Daryl απ’ τη σειρά “The Walking Dead”, αλλά για μια φωτογραφία τεραστίων διαστάσεων ώστε να απεικονίζεται η Powerplus σε διαστάσεις 1:1. Ο λόγος που έγινε αυτό ήταν για να πάρουν τις ακριβείς διαστάσεις της, καθώς δεν είχαν στη διάθεσή τους μια πραγματική ώστε να την μετρήσουν.

Το ατσάλινο πλαίσιο δημιουργήθηκε από σωλήνες πάχους 0,8mm, ενώ το ρεζερβουάρ είναι κατασκευασμένο από υαλοβάμβακα και πλαστικούς σωλήνες, έχοντας την ίδια χωρητικότητα με το πραγματικό. Κάτι που έγινε με σαφή σκοπό ούτως ώστε η μοτοσυκλέτα που θα δημιουργούσαν να έχει το ίδιο μέγεθος με την αυθεντική. Όμως κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του εγχειρήματος τα σχέδια των δημιουργών άλλαξαν. Αποφάσισαν να εξοπλίσουν την μοτοσυκλέτα τους με έναν ηλεκτρικό κινητήρα ώστε να αποκτήσει και λειτουργικό ρόλο, δίνοντάς της μια πολυδιάστατη προσωπικότητα. Για αυτό, το ρεζερβουάρ εκπληρώνει το σκοπό του φιλοξενώντας το “καύσιμο” που στην προκείμενη περίπτωση αποτελείται από τρεις μπαταρίες οξέος – μολύβδου. Οι οποίες με τη σειρά τους, τροφοδοτούν με το απαραίτητο ρεύμα τον ηλεκτρικό κινητήρα των 1.500 W, που βρίσκεται κρυμμένος στη μοτοσυκλέτα σαν χελώνα μέσα στο καβούκι της. Συγκεκριμένα, το ρόλο του καβουκιού παίζει το περίβλημα του κινητήρα της Powerplus, που έχει χρησιμοποιηθεί τρισδιάστατη τεχνολογία εκτύπωσης, αποτελώντας έτσι και το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της μοτοσυκλέτας. Ακριβής αντιγραφή δεν έχουν κάνει και μάλιστα σκόπιμα. Δεν θέλουν να ξεγελάσουν τον κόσμο, αν και κάλιστα θα μπορούσαν, αλλά να δημιουργήσουν κάτι νέο και μοναδικό, όπως χαρακτηριστικά είπαν και οι ίδιοι.

“Δεν θέλαμε να προσποιούμαστε ότι πρόκειται για μια πραγματική India Powerplus, έτσι τροποποιήσαμε το λογότυπο της εταιρείας στο ρεζερβουάρ και αλλάξαμε την εμφάνιση του κινητήρα ούτως ώστε να τραβήξουμε την περιέργεια των παρατηρητών της.” Και πράγματι το κατάφεραν με τις βασικές διαφορές να εντοπίζονται στην μετάδοση του κινητήρα που ενώ κανονικά ήταν με αλυσίδα απ' την αριστερή πλευρά, τώρα γίνεται μέσω ιμάντα απ' τη δεξιά πλευρά. Αντίστοιχα, το καρμπυρατέρ που κανονικά είναι τοποθετημένο πιο χαμηλά ανάμεσα στους κυλίνδρους, τώρα βρίσκεται κάτω απ’ το ρεζερβουάρ πάνω απ’ τις κεφαλές, ενώ πλέον έχουμε την πλήρη απουσία των ωστήριων των βαλβίδων του Flathead κινητήρα (τύπος κινητήρα που έχει τοποθετημένες τις βαλβίδες παράλληλα με τον άξονα κίνησης των εμβόλων). Το δε λογότυπο E-ndian πάνω στο ρεζερβουάρ ίσως αποτελεί και την πιο χτυπητή διαφορά για τους λιγότερο παρατηρητικούς θαυμαστές που δεν γνωρίζουν όλες τις λεπτομέρειες της Powerplus. Παράλληλα εξυπηρετεί διπλό σκοπό αφού υποδηλώνει και τη φύση του κινητήρα με το γράμμα E να αντιπροσωπεύει το Electric.

Μια εξίσου λεπτομέρεια που “τραβάει” το μάτι είναι τα ίχνη των λαδιών που στην πραγματικότητα είναι φτιαγμένα από μαύρη μπογιά.

Το σύστημα πέδησης αποτελείται μόνο από ένα δισκόφρενο μπροστά προερχόμενο από mountain bike όπως και οι τροχοί των 26 ιντσών. Η κλειδαριά που βρίσκεται πάνω στο ρεζερβουάρ, χρησιμοποιείται για την εναλλαγή των mode του κινητήρα από normal σε turbo, αν και το δεύτερο mode δεν έχει τις επιδόσεις που υποδηλώνει το όνομά του. Τα φωτιστικά σώματα είναι τεχνολογίας LED με τον μπροστινό προβολέα να βρίσκεται μέσα σ’ ένα φανάρι λαδιού. Όπως είπαν οι δημιουργοί, τα φρένα έχουν ασθενικές επιδόσεις, ενώ η τελική τη μοτοσυκλέτας περιορίζεται στα 45km/h με την επιτάχυνση να πραγματοποιείται με αργούς ρυθμούς. Γεγονός απόλυτα δικαιολογημένο αν αναλογιστούμε ότι τα αρχικά τους σχέδιά περιορίζονταν στη δημιουργία ενός έργου τέχνης και όχι μιας λειτουργικής μοτοσυκλέτας, με σκοπό να τραβήξει τα βλέμματα της προσοχής. Για το αν τα κατάφεραν ή όχι, η απόδειξη πως η μοτοσυκλέτα τους βραβεύτηκε στο Motor Bike Expo τον περασμένο Ιανουάριο είναι αρκετή.

Αναμφίβολα η E-ndian αποτελεί μια ξεχωριστή μοτοσυκλέτα καθώς συνδυάζει την κλασσική σχεδίαση με τη νέα τεχνολογία, όπου είναι μια τακτική που χρησιμοποιείται πλέον κατά κόρον απ’ τις περισσότερες εταιρείες στον κόσμο της μοτοσυκλέτας. Μάλιστα, θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί και την πρώτη ηλεκτρική μοτοσυκλέτα της Indian αν η εταιρεία είχε επιλέξει να ακολουθήσει την ίδια πορεία με την Vespa που μπήκε στον κόσμο των ηλεκτρικών δίτροχων, παρουσιάζοντας την Elettrica.

 

Δημοπρασία της θρυλικής MV Agusta 500c 1965 των Agostini - Hailwood

Ένα πολύτιμο κομμάτι ιστορίας σε τιμή που θα πλησιάσει τις 250.000 ευρώ
MV Agusta - Δημοπρασία θρύλου
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

13/2/2026

Ο οίκος Bonhams βγάζει σε δημοπρασία μια ιστορική και δαφνοστεφανωμένη αγωνιστική μοτοσυκλέτα, την τετρακύλινδρη MV Agusta 500 του 1965 που σημάδεψε την αλλαγή σκυτάλης στην κορυφή, από τον πρώην απλησίαστο Mike “the bike” Hailwood, στον τότε ανερχόμενο 22χρονο αστέρα και κατόπιν θρύλο των αγώνων Giacomo Agostini ο οποίος θα κατακτούσε 7 συνεχόμενους Παγκόσμιους Τίτλους με τις μοτοσυκλέτες του κόμη Agusta.

Ο κόμης Agusta είχε αναγνωρίσει σωστά το μεγάλο ταλέντο του “Ago”, ενώ ο Hailwood που μέχρι τότε κέρδιζε χωρίς ανταγωνισμό καβάλα στις κόκκινες-ασημί ιταλικές μοτοσυκλέτες -για 4 χρόνια είχε μόνο νίκες, χάνοντας την πρωτιά μόλις σε 3 αγώνες! Στο ντεμπούτο του στην τετρακύλινδρη Agusta ο Ιταλός τερμάτισε 2ος πίσω από τον Hailwood στους πρώτους 5 αγώνες του 1965, κερδίζοντας τον 6ο, και κάνοντας τον “Mike the bike” να αλλάξει στρατόπεδο, για να περάσει στη Honda. Άδικος κόπος, η δύση του Hailwood είχε ξεκινήσει, με την εποχή του Agostini να κρατάει γερά για τα επόμενα 7 χρόνια.

MV Agusta 500

Η τετρακύλινδρη μοτοσυκλέτα των 497 κ.εκ. του 1965 είχε δυο εκκεντροφόρους επικεφαλής, 4 βαλβίδες στον κύλινδρο, και συμπίεση 10,4:1. Ο κινητήρας τροφοδοτούνταν από 4 Dell’Orto 28άρια καρμπιρατέρ, ο συμπλέκτης ήταν ξηρός πολύδισκος, και το κιβώτιο είχε 5 σχέσεις. Η ανακοινώσιμη απόδοση έφτανε τους 65 hp / 10.500 rpm και η τελική ταχύτητα τα 261 χλμ/ώρα. Το συμβατικό πιρούνι ήταν 38 mm, και πίσω έφερε δυο αμορτισέρ Girling. Ταμπούρα ήταν τα φρένα εμπρός-πίσω, στα 230 και 220 mm αντίστοιχα, και στους τροχούς 19 ιντσών η μοτοσυκλέτα φορούσε ελαστικά 100/90 Roadrunner της Avon. To βάρος έφτανε τα μόλις 138,8 κιλά με υγρά!

Ago

Τη μοτοσυκλέτα της δημοπρασίας οδήγησε τόσο ο Agostini, όσο και ο και Hailwood, συμβάλλοντας στη σχεδόν απόλυτη κυριαρχία της MV Agusta στα Παγκόσμια Πρωταθλήματα εκείνης της περιόδου.

Ago and Mike

Η τετρακύλινδρη διάταξη προσέφερε κορυφαία απόδοση, δίνοντας στην MV Agusta σαφές πλεονέκτημα απέναντι στους μονοκύλινδρους και δικύλινδρους ανταγωνιστές της. Ο κινητήρας τοποθετούνταν σε ελαφρύ σωληνωτό πλαίσιο, ενώ η μοτοσυκλέτα συνεχίζει να θεωρείται -δικαίως- και σήμερα μία από τις σημαντικότερες και ομορφότερες GP μοτοσυκλέτες που κατασκευάστηκαν ποτέ.

Η χρυσή εποχή του Giacomo Agostini με την MV Agusta

Ago

Το 1964 ο κόμης Agusta είχε στραμμένο το βλέμμα του σε έναν νεαρό Ιταλό αναβάτη: τον Giacomo Agostini, ο οποίος είχε ξεχωρίσει με τη Moto Morini και υπέγραψε με την MV Agusta. Δεν μπορούσε ακόμη να ανταγωνιστεί τον Mike Hailwood, που κέρδιζε σχεδόν όλους τους αγώνες και συχνά έριχνε γύρο σε όλους τους υπόλοιπους αναβάτες -εκτός από τον Agostini. Η MV Agusta έστειλε τον Ago στη Φινλανδία, όπου είχε ακόμη πιθανότητες για τον τίτλο των 350cc, καθώς ο πρωτοπόρος Jim Redman (Honda) δεν μπορούσε να ξεκινήσει λόγω τραυματισμού. Ο Agostini συμμετείχε και στον αγώνα των 500cc στη Φινλανδία -και τον κέρδισε .

Η πρώιμη επιτυχία του τον οδήγησε στην εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta για το 1965, όπου θα αγωνιζόταν στις κατηγορίες 350cc και 500cc για την επόμενη δεκαετία. Στα 22 του, ξεκίνησε εντυπωσιακά, τερματίζοντας δεύτερος και στις δύο κατηγορίες πίσω από τον teammate και μέντορά του, Mike Hailwood.

MV Agusta 500

Το 1966 ο Hailwood μετακινήθηκε στη Honda, αφήνοντας τον Agostini ως πρώτο αναβάτη της MV Agusta. Αν και έχασε τον τίτλο των 350cc, ο Ago κατέκτησε το πρώτο του Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στα 500cc, κερδίζοντας δραματικά τον τελευταίο αγώνα της χρονιάς όταν ο Hailwood εγκατέλειψε. Το 1967 οι δύο μονομάχησαν ξανά, με τον Agostini να διατηρεί οριακά τον τίτλο -ισοβαθμώντας σε βαθμούς και νίκες με τον Hailwood, αλλά υπερισχύοντας χάρη σε περισσότερες δεύτερες θέσεις.

Κι αν μέχρι τότε υπήρχε κάποια ισορροπία δυνάμεων μεταξύ Ago και Hailwood, τα επόμενα χρόνια ο Agostini πέρασε σε άλλο επίπεδο, κυριαρχώντας απόλυτα όπου κι αν αγωνιζόταν. Το 1968 ο “Ago” κέρδισε όλους τους αγώνες που έτρεξε σε 350cc και 500cc, ενώ το 1969 επανέλαβε τον ίδιο άθλο, και το 1970 το έκανε ξανά!

Το σερί έσπασε στο Isle of Man TT του 1971, όταν η MV Agusta του Ago έμεινε στον πρώτο γύρο του Junior TT. Μέχρι τότε είχε κερδίσει… 58 (!) συνεχόμενους αγώνες -26 στα 350cc και 32 στα 500cc. Αν εξαιρέσουμε λίγες εγκαταλείψεις το ’71 και ’72, ο Agostini κέρδισε κάθε αγώνα που τερμάτισε σε διάστημα πέντε ετών, με μόλις δύο εξαιρέσεις!

Ago

Ο Agostini αποσύρθηκε το 1977, αφήνοντας πίσω του εξωπραγματικά στατιστικά:

  • Επτά συνεχόμενα Παγκόσμια Πρωταθλήματα 500cc (1966–1972)
  • Επτά συνεχόμενα Πρωταθλήματα 350cc (1968–1974)
  • Ένα ακόμη Πρωτάθλημα 500cc το 1975 με Yamaha, φτάνοντας τα 15 συνολικά.

Και όλα ξεκίνησαν, με τη μοτοσυκλέτα που ο οίκος Bonhams βγάζει τώρα σε δημοπρασία, και που αναμένεται να πωληθεί στα 180.000-250.000 ευρώ.