Δήμος Αθηναίων: Αισθητήρες της δημοτικής αστυνομίας σε διαβάσεις και ράμπες ΑΜΕΑ

Όταν με τα λόγια δεν τους βάζεις μυαλό
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

11/1/2022

Όλοι έχουμε καταλάβει πως ζούμε σε μία χώρα όπου ο κάθε ένας από εμάς πιστεύει πως είναι το κέντρο της γης και πως όλοι οι άλλοι γύρω του υπάρχουν για να του κάνουν παρέα και να τον θαυμάζουν. Ως εκ τούτου, όσες φορές και με όποιο τρόπο κι αν πεις σε κάποιον πως δεν πρέπει να παρκάρει το όχημά του πάνω σε διαβάζεις πεζών και σε ράμπες ΑΜΕΑ, το αποτέλεσμα είναι να σε γράψει εκεί που δεν πιάνει μελάνι…

Κι αυτή η αντικοινωνική (εγωκεντρική) συμπεριφορά μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά, ακολουθώντας τη λογική “μαϊμού βλέπει – μαϊμού κάνει” σε όλους τους τομείς της ζωής μας.

Οι αυστηρές ποινές τύπου: “πάρτε τους το κεφάλι” δεν δούλεψαν ποτέ και ούτε πρόκειται να δουλέψουν ποτέ για δύο λόγους:

Ο πρώτος έχει να κάνει με το γεγονός πως η ποινή πρέπει να είναι αντίστοιχης βαρύτητας με το αδίκημα, ώστε ο αστυνομικός/δικαστής να μπορεί να την επιβάλλει εύκολα σε όλους. Αν η ποινή είναι παράλογα αυστηρή, αυτομάτως ο αστυνομικός/δικαστής αναγκάζεται να μπει σε διαδικασία αξιολόγησης της κατάστασης, όπου τις περισσότερες φορές οδηγεί στην μη επιβολή της ποινής

Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με την αποσπασματική αστυνόμευση, όπου π.χ. όλο το χρόνο, όλοι οδηγούν και προσπερνούν από τις ΛΕΑ και μια φορά στο τόσο κάνει έλεγχο η τροχαία, με αποτέλεσμα αν σε σταματήσουν και σε γράψουν νοιώθεις “άτυχος” και δεν καταλαβαίνεις ποτέ πως αυτή η συμπεριφορά είναι επικίνδυνη για τις ζωές των συνανθρώπων σου.

Η μόνη λύση που έχει αποδώσει καρπούς στην πράξη είναι η τακτική αστυνόμευση και οι λογικές ποινές ώστε οι αστυνομικοί να κόβουν πρόστιμα χωρίς να “λυπούνται” κανέναν “φουκαρά μεροκαματιάρη”.

 

Ακριβώς με αυτό το πνεύμα αποτελεσματικότητας, ο Δήμος Αθηναίων τοποθέτησε 830 αισθητήρες  σε διαβάσεις πεζών και ράμπες ΑΜΕΑ στις περιοχές Λεωφόρο Αλεξάνδρας, Κολωνάκι, Ομόνοια, Σύνταγμα, Κουκάκι και Παγκράτι όπου ειδοποιούν το κέντρο ελέγχου της Δημοτικής Αστυνομίας για σταθμευμένα οχήματα πάνω τους.

Μετά την ειδοποίηση, το κέντρο ελέγχου δίνει εντολή στους αστυνομικούς που βρίσκονται κοντά στην περιοχή να πάνε στο συγκεκριμένο σημείο και να πράξουν τα δέοντα…

Μπορεί να μην είναι το ποιο τέλειο σύστημα, σίγουρα όμως είναι προς τη σωστή κατεύθυνση και βοηθάει τους αστυνομικούς να εντοπίζουν τους παραβάτες σε πραγματικό χρόνο και όχι τυχαία όπως σήμερα.

H πολυτιμότερη MV Agusta όλων των εποχών - Έπιασε 5πλάσιο ποσό από τις εκτιμήσεις σε δημοπρασία

Με πρώην ιδιοκτήτη τον John Surtees! - Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1965 - Την οδήγησαν Hailwood - Agostini
MV Agusta Bonhams 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

28/4/2026

Η κορυφαία των MotoGP της εποχής της έπιασε ένα ποσό που έκανε τους ειδικούς εκτιμητές να μοιάζουν με ερασιτέχνες στον τελευταίο χτύπο του σφυριού στη δημοπρασία που διοργάνωσε ο οίκος Bohnams.

Σπάνια βλέπει κανείς εργοστασιακή αγωνιστική MV Agusta να προσφέρεται σε δημοπρασία, αφού όσες έχουν απομείνει είτε βρίσκονται σε κάποιο μουσείο, είτε σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Η προσφορά είναι εξαιρετικά σπάνια λοιπόν και η ζήτηση τεράστια, όμως ακόμη και αυτό δεν προϊδέασε κανένα για το ποσό που χρειάστηκε τελικά να δοθεί για να αλλάξει χέρια η 500άρα αγωνιστική Agusta του 1965, για την οποία σας μιλήσαμε πριν από δύο περίπου μήνες.

Πρόκειται για τη μοτοσυκλέτα με την οποία ο Mike Hailwood κέρδισε το τελευταίο από τα τέσσερα σερί πρωταθλήματα για την Agusta στην κορυφαία κατηγορία πριν αποχωρήσει για τη Honda, αφήνοντας το No.1 στους αναβάτες των Ιταλών στον ομόσταυλό του και ανερχόμενο τότε GIacomo Agostini, τον οποίο και άφησε εκείνη τη χρονιά στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης.

Η γνήσια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα αγοράστηκε από τον John Surtees τη 10ετία του 1980 όταν πωλήθηκαν τα υπάρχοντα του αγωνιστικού τμήματος της MV Agusta και ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης της την έκανε δικιά του το 2005 απευθείας από τον Βρετανό θρύλο.

Τα εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας που κατάφερε να αποσπάσει το ποσό του 1.115.594 ευρώ, το μεγαλύτερο που έχει δοθεί ποτέ για MV Agusta, έχουν άγνωστο αγωνιστικό ιστορικό, ενώ πιστεύεται ότι με αυτή αγωνίστηκε το 1965 τόσο ο Ago όσο και ο Hailwood και ως σύνολο είναι σύμφωνη με τις προδιαγραφές που χρησιμοποιούσε η εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta στα μέσα της δεκαετίας του 1960. 

Αν και είχε αποχωρήσει τέσσερα χρόνια πριν από την ομάδα, ο Surtees την αγόρασε γιατί, όπως έγραψε και σε σχετική επιστολή του προς τον άνθρωπο που την αγόρασε από αυτόν, πρόκειται για "...μια εξέλιξη του ίδιου τύπου μηχανής που οδηγούσα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1960". Η συγκεκριμένη μάλιστα ήταν και η μοναδική που κράτησε το εργοστάσιο ως ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα από τις 4κύλινδρες εκείνης της εποχής και έπειτα πούλησε, εκτός από εκείνες που κατέληξαν στο μουσείο της MV Agusta, το οποίο και πιστοποίησε τη γνησιότητά της.

MV Agusta Bonhams 2026

Η μοτοσυκλέτα πέρασε από σχολαστική ανακατασκευή διατηρώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των γνήσιων εξαρτημάτων της, εκτός από το κάλυμμα της σέλας που αντικαταστάθηκε και τα δύο αμορτισέρ που είναι αντιγραφές των αυθεντικών. Ξεχωρίζει επίσης από το τετραγωνικής διατομής ψαλίδι, το οποίο ήταν μία από τις τελευταίες αναβαθμίσεις που έκανε η MV Agusta σε αυτή τη μηχανή -το προηγούμενο ήταν οβάλ.

Στην επιστολή ο Surtees αναφέρει επίσης πως όλες οι λεπτομέρειες, όπως οι πλήμνες, οι ακτίνες, οι ζάντες, μαζί με την υπόλοιπη μοτοσυκλέτα, είναι όλα πρωτότυπα.

Ο μοναδικός στην ιστορία Παγκόσμιος Πρωταθλητής MotoGP που έχει καταφέρει να κερδίσει και τον αντίστοιχο τίτλο στη Formula 1 χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα σε επιδείξεις σε όλη την Ευρώπη και στη Νέα Ζηλανδία και την οδήγησε τελευταία φορά στη συνάντηση Spa Francorchamps Revival το 2006. Δεν θα πρέπει επίσης να συγχέεται με τις ρέπλικες που έφτιαξε ο Surtees έπειτα και από τη σχετική άδεια που του παραχώρησε η MV Agusta. Η μοτοσυκλέτα είναι λειτουργική, αλλά θα χρειαστεί εκ νέου συντήρηση για να οδηγηθεί καθώς έμεινε ανενεργή για μεγάλη χρονική περίοδο. 

Σε κάθε περίπτωση το ποσό που έπιασε στη δημοπρασία η 4κύλινδρη MV Agusta δικαιώνει το προσωνύμιό "Ferrari των μοτοσυκλετών" που έχει κερδίσει από το κοινό, όχι μόνο για τα 37 Παγκόσμια Πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει. Το κοινό πάθος που είχαν οι Domenico Agusta και Enzo Ferrari για τους αγώνες αλλά και το γεγονός ότι κατασκεύαζαν μοντέλα για τον δρόμο ώστε να τα πουλήσουν για να χρηματοδοτήσουν τα αγωνιστικά τους όνειρα ήταν ίσως το κύριο από τα συστατικά που συντέλεσαν στο χτίσιμο του μύθου της MV Agusta και την έφεραν στη συνείδηση του κοινού στο ίδιο επίπεδο με τη συμπατριώτισσά της Ferrari, για τα αγωνιστικά της οποίας ξοδεύονται αστρονομικά ποσά στις δημοπρασίες.