Ducati ήταν το 1 στα 4 superbike που πουλήθηκαν και το 2019

Κυρίαρχοι οι ιταλοί για άλλη μια χρονιά
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

14/1/2020

Οι πωλήσεις μοτοσυκλετών στις μεσογειακές χώρες έχουν πάρει την ανηφόρα τα τελευταία τρία χρόνια και αυτό είχε άμεσο αντίκτυπο στις πωλήσεις των premium εταιρειών. Έτσι εκτός από την BMW, το 2019 ήταν μια χρονιά ρεκόρ και για την Ducati, που με 53.183 πωλήσεις παρέδωσε 179 περισσότερες μοτοσυκλέτες απ’ ότι το 2018. Η οικογένεια των Panigale V4/V4S/V4R παραμένει το best seler στην κατηγορία των superbike σε παγκόσμιο επίπεδο για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά. Με 8.304 πωλήσεις, το 1 στα 4 superbike που πουλήθηκαν το 2019 ήταν Panigale! Δεδομένου της τιμής του, αυτό είναι ένα πραγματικό επίτευγμα της ιταλικής εταιρείας. Μάλιστα για το 2020, το νέο Panigale V2 και το ανανεωμένο Panigale V4/S  αναμένεται να διευρύνουν ακόμα περισσότερο την κυριαρχία της Ducati σε αυτή την κατηγορία. Το ίδιο υπόσχονται και οι 1.700 προπαραγγελίες που έχει ήδη στα χέρια της η Ducati για το Streetfighter V4/V4S, το οποίο θα φτάσει στα καταστήματα από τις αρχές Μάρτιου.

Τα ανανεωμένα  Multistrada 950 και 1260 Enduro ενίσχυσαν κατά 3% τις πωλήσεις των mega on-off της Ducati το 2019. Η εγχώρια αγορά της Ιταλίας ήταν ξανά ο βασικός πυλώνας των πωλήσεων με 9.474 μονάδες, σημειώνοντας ετήσια αύξηση 3% και αθροιστικά 20% την τελευταία τριετία. Στο +20% ήταν και το ποσοστό αύξησης των πωλήσεων το 2019 στην Βραζιλία. Στην Ισπανία πέτυχαν αύξηση +10%, στην Γαλλία +8% και στην Κίνα +12%. Κι εδώ, όπως και στην περίπτωση της BMW, η κινέζικη αγορά απορρόφησε μόλις 3.200 μοτοσυκλέτες της Ducati, παρά το γιγαντιαίο μέγεθος του πληθυσμού της σε σχέση με τις Ευρωπαϊκές χώρες που είχαν υπερδιπλάσιες πωλήσεις. Στις ΗΠΑ τα πράγματα είναι πολύ χάλια για όλες τις εταιρείες, με την Ducati και την BMW να πανηγυρίζουν που έχασαν μόλις 2%, όταν η αμερικάνικη αγορά έκανε πάλι βουτιά -7%.

BOAK: Νέα αποζημίωση στην κοινοπραξία ΑΚΤΩΡ – ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ

Καθυστερήσεις στις απαλλοτριώσεις οδηγούν σε νέα οικονομική επιβάρυνση του Δημοσίου
ΒΟΑΚ
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

10/10/2025

Μετά την πρόσφατη αποζημίωση των 21 εκατ. ευρώ για το τμήμα Νεάπολη–Άγιος Νικόλαος, ο ανάδοχος (ΑΚΤΩΡ – ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ) του έργου Χερσόνησος–Νεάπολη ζητά πλέον 124 εκατ. ευρώ, επικαλούμενος καθυστερήσεις λόγω έλλειψης ωριμότητας των απαλλοτριώσεων

Η υπόθεση αφορά το τμήμα του Βόρειου Οδικού Άξονα Κρήτης (ΒΟΑΚ) από Χερσόνησο έως Νεάπολη, που υλοποιείται από την κοινοπραξία ΑΚΤΩΡ – ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ. Το έργο, μήκους 22,44 χιλιομέτρων, λαμβάνει παράταση 16,3 μηνών καθώς οι καθυστερήσεις στην παράδοση των απαλλοτριωμένων χώρων εμπόδισαν την πρόοδο των εργασιών.

Η αρχική ημερομηνία ολοκλήρωσης, του κυβερνητικά πολυδιαφημισμένου έργου, είχε οριστεί για τις 21 Απριλίου 2027, ωστόσο, όπως σημειώνεται στην απόφαση του Υπουργείου Υποδομών, “δεν διαπιστώθηκαν εργασίες που θα μπορούσε να εκτελέσει ο ανάδοχος για να περιορίσει τις καθυστερήσεις”, αναλαμβάνοντας εμμέσως την ευθύνη. Έτσι, το υπουργείο αποδέχτηκε το δικαίωμα του αναδόχου να ζητήσει αποζημίωση, το ακριβές ύψος της οποίας παραμένει άγνωστο, καθώς “θα οριστικοποιηθεί μετά την υποβολή όλων των απαιτούμενων δικαιολογητικών και την εξέτασή τους από την Αναθέτουσα Αρχή”.

Η εξέλιξη αυτή έρχεται να επιβεβαιώσει το υψηλό κόστος που προκαλούν οι ελλείψεις ωριμότητας στα μεγάλα έργα υποδομής. Οι καθυστερήσεις στις απαλλοτριώσεις, που δεν αποτελούν ευθύνη του αναδόχου, μεταφράζονται σε σημαντικές αποζημιώσεις προς τις εταιρείες, τις οποίες τελικά επωμίζεται το Δημόσιο.

Το έργο Χερσόνησος–Νεάπολη περιλαμβάνει:

  • 22,44 χλμ. αυτοκινητόδρομου με πλάτος οδοστρώματος 21,5 μ.
  • 9,65 χλμ. παράπλευρου και κάθετου δικτύου
  • 12 γέφυρες μονού κλάδου (1,7 χλμ.)
  • 5 σήραγγες συνολικού μήκους 6,75 χλμ.
  • 5 ανισόπεδους κόμβους

Το τμήμα αυτό αποτελεί το δεύτερο εργοτάξιο του ΒΟΑΚ που έχει ξεκινήσει κατασκευές, μετά το Νεάπολη–Άγιος Νικόλαος, όπου οι εργασίες προχωρούν. Το έργο των 14,5 χιλιομέτρων, με κόστος 186 εκατ. ευρώ, υλοποιείται επίσης από την ΤΕΡΝΑ και την ΑΚΤΩΡ και έχει ενταχθεί στο Ταμείο Ανάκαμψης.

Η νέα διεκδίκηση των 124 εκατ. ευρώ επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της επαρκούς προετοιμασίας των μεγάλων έργων πριν από τη δημοπράτησή τους, ένα θέμα που, όπως φαίνεται, κοστίζει ακριβά στην πολιτεία και κατ’ επέκταση στους πολίτες.