Δυστύχημα με μοτοσυκλέτα στα γυρίσματα του Deadpool 2

Νεκρή γυναίκα οδηγός
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

15/8/2017

Έχασε την ζωής της εχθές κατά την διάρκεια ενός stunt, η πρώτη Αμερικανίδα αφρικανικής καταγωγής που έχει αγωνιστεί στο αμερικάνικο πρωτάθλημα. Η Joi 'SJ' Harris, ντουμπλάριζε την ηθοποιό Zazie Beetz στο σίκουελ της ταινίας Deadpool, που αποτελεί κινηματογραφική μεταφορά του ομώνυμου ηπερήρωα της Marvel. Τα γυρίσματα είχαν ξεκινήσει στα τέλη Ιουνίου στο Βανκούβερ και την ταυτότητά της αποκάλυψε η Καναδική Ένωση Κινηματογράφου.

Σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες, καθώς τα γυρίσματα γινόντουσαν σε ελεγχόμενη περιοχή στο κέντρο της πόλης, η άτυχη Harris βγήκε εκτός του χώρου τον γυρισμάτων, εκσφενδονίστηκε από την μοτοσυκλέτα που οδηγούσε και κατέληξε σε παρακείμενη είσοδο κτηρίου χάνοντας ακαριαία την ζωή της. Ήταν η πρώτη φορά που εργαζόταν ως "stunt woman" αλλά είχαν προηγηθεί δύο ημέρες πρόβας για την συγκεκριμένη σκηνή καθώς και πέντε επαναλήψεις αμέσως πριν αρχίσει το γύρισμα. Η Harris φορούσε την στολή του χαρακτήρα που ντουμπλάριζε που δεν περιλαμβάνει κράνος, όταν για λόγους που ερευνούνται από τις Καναδικές Αρχές, έχασε τον έλεγχο. Το γύρισμα της ταινίας έχει πλέον διακοπεί.

Ως αγωνιζόμενη σε επίσημους αγώνες της American Motorcyclist Association, είχε ξεχωρίσει όταν δήλωσε πως οι γυναίκες θα μπορούσαν να είναι καλύτερες από τους άντρες, αν σταματούσαν την υπεραναλυτική σκέψη και συγκεντρωνόντουσαν στην οδήγηση. Σε δύο χρόνια αγωνιστικής εμπειρίας, η Harris σημείωνε και πτώσεις και τραυματισμούς, όπως φαίνεται στο παρακάτω -δικό της- video, χωρίς ωστόσο να πτοείται θέλοντας να συνεχίσει να αγωνίζεται, ενώ παράλληλα δοκίμαζε την είσοδό της στον κινηματογράφο.

 

Συλλυπητήρια στην οικογένεια και τον κοινωνικό της περίγυρο.   

Ετικέτες

Ιταλία: Δικαστική ανατροπή στη νομοθεσία για οδήγηση και ναρκωτικά

Το Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας ανέτρεψε νόμο του Matteo Salvini και δικαίωσε 39χρονο που είχε κατηγορηθεί για οδήγηση μετά από χρήση κάνναβης
drug test
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

3/2/2026

Τον Δεκέμβρη του 2024 ο Ιταλός υπουργός Μεταφορών, Matteo Salvini, είχε εισάγει μια σημαντική αλλαγή στο άρθρο 187 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας που αφορούσε οδήγηση και ναρκωτικές ουσίες. Η αλλαγή περιγράφεται γλαφυρά από τον τίτλο του άρθρου 187, όπου η ‘οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών’ αντικαταστάθηκε από ‘οδήγηση μετά τη χρήση ναρκωτικών’.

Η επιλογή της φρασεολογίας αυτής άνοιγε παραθυράκια για ενδεχομένως άδικες διώξεις, κυρίως όσον αφορά στην ανίχνευση ουσιών που αφήνουν ίχνη στον ανθρώπινο οργανισμό για μέρες μετά τη λήψη τους. Αυτό το ζήτημα μάλιστα δεν αφορά μόνο στη χρήση ναρκωτικών ουσιών, αλλά θα μπορούσε να βάλει σε μπελάδες και λήπτες φαρμακευτικών αγωγών.

Η ανατροπή του νόμου αυτού ήρθε πριν λίγες μέρες μέσω του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ιταλίας, στο οποίο προσέφυγε 39χρονος οδηγός που είχε κατηγορηθεί για ‘οδήγηση μετά από χρήση ναρκωτικών’ μετά από έλεγχο που του έγινε όταν ενεπλάκη σε ατύχημα επιστρέφοντας από τη δουλειά του. Ο κατηγορούμενος είχε καπνίσει κάνναβη 48 ώρες πριν τον έλεγχο, ωστόσο βρέθηκε αντιμέτωπος με πολύ σοβαρές κατηγορίες βάσει του άρθρου 187.

Στο δικαστήριο η απόφαση ήταν σαφής: για να τιμωρηθεί ο οδηγός θα πρέπει να επιβεβαιωθεί επιστημονικώς πως το είδος και η ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας που ανιχνεύτηκε στο σώμα του προκαλεί ψυχοσωματικές αλλαγές, δηλαδή απλά και μόνο η εύρεση ιχνών στον οργανισμό δεν αρκεί για καταδίκη.

Ωστόσο πρέπει να τονίσουμε πως εμπλέκεται αρκετή υποκειμενικότητα στο θέμα, καθώς δεν υπάρχουν ιατρικώς καθορισμένα όρια στη μετρήσιμη ποσότητα των απαγορευμένων ουσιών που μπορούν να επηρεάσουν την ικανότητα του οδηγού.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το δικαστήριο έκανε λόγο γι’ αυτό ακριβώς το θέμα, αναφέροντας πως σκοπός της νομοθεσίας είναι να προστατεύσει την οδική ασφάλεια και πως ένας οδηγός που φαίνεται να έχει διαύγεια σκέψης και δεν οδηγούσε επικίνδυνα δεν μπορεί να διωχθεί βάσει αυτής της διάταξης του ΚΟΚ.

Με την απόφαση αυτή λοιπόν ουσιαστικά ανατρέπεται η αλλαγή στο άρθρο 187 που είχε κάνει ο Salvini.

Εν τέλει, το ασαφές όριο μεταξύ της ανίχνευσης ναρκωτικών ουσιών στον οργανισμό και της οδήγησης υπό την επήρεια ανάγει το όλο θέμα στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή, ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση αποφάσισε υπέρ του κατηγορούμενου.