"Έφυγε" ο Νίκος Σφακιανάκης

Ο ιδρυτής της αντιπροσωπείας της Suzuki
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

27/3/2020

Ανήμερα της Εθνικής μας εορτής, την 25η Μαρτίου, έφυγε από την ζωή ο Νίκος Σφακιανάκης, ο άνθρωπος που ίδρυσε τον Όμιλο Επιχειρήσεων Σφακιανάκη ο οποίος αντιπροσωπεύει και τις μοτοσυκλέτες της Suzuki στην Ελλάδα. Ο κύριος Σφακιανάκης απεβίωσε "πλήρης ημερών", καθώς ήταν 98 ετών και ήταν ένας από τους πλέον Έλληνες επιχειρηματίες.

Γεννήθηκε το 1922 σε ένα χωριό του Νομού Ηρακλείου (Μελέσσσης), μέλος μιας καθαρά αγροτικής οικογένειας. Ο ίδιος πάντως είχε δείξει από νωρίς την κλίση του προς τον κλάδο των οχημάτων, η οποία τον οδήγησε το 1948 στην Αθήνα, όπου μετά από τέσσερα χρόνια ίδρυσε την πρώτη του εταιρεία εμπορίας αυτοκινήτων.

Το 1961 –και μετά την εξαγορά της εταιρείας της TELKO A.E.- μετονομάζει την εταιρεία σε "Bussing Hellas" εισάγοντας και πουλώντας μια μεγάλη γκάμα λεωφορείων και φορτηγών. Η χρονιά ορόσημο ήταν το 1968, όταν και ορίζεται από την Suzuki Motor Corporation ως ο διανομέας στην Ελλάδα των προϊόντων της. Το 1974 κλείνει άλλη μια επιτυχημένη εμπορική συνεργασία, αναλαμβάνοντας την αποκλειστική διανομή στην Ελλάδα των φορτηγών και των λεωφορείων της ιαπωνικής Hino, της δεύτερης μεγαλύτερης εταιρείας στον κόσμο στον συγκεκριμένο τομέα.

Το 1975 έρχεται σε συμφωνία με την γερμανική ΜΑΝ για παραγωγή φορτηγών και λεωφορείων στην Ελλάδα χρησιμοποιώντας μηχανικά μέρη και ανταλλακτικά του εργοστασίου, ενώ τρία χρόνια αργότερα εγκαινιάζει η εταιρεία το καινούργιο της εργοστάσιο στη Μαγούλα Αττικής.

Από εκείνη την χρονιά κι έπειτα, η εταιρεία του Νίκου Σφακιανάκη έχει να επιδείξει πολλές επιτυχημένες εμπορικές συμφωνίες και αντιπροσωπεύσεις, όπως αυτή με την βελγική Van Hool το 1989. Το 1993 η εταιρεία μετονομάζεται σε Σφακιανάκης ΑΕΒΕ και γίνεται ο αποκλειστικός διανομέας της Suzuki στην Ελλάδα και το 1997 εισάγεται στο Χρηματιστήριο, με την επιτυχημένη και ανοδική πορεία του Ομίλου να συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας.

Εμείς με τη σειρά μας, να εκφράσουμε τα θερμά μας συλλυπητήρια στην οικογένεια και τους οικείους του.

 

Βενζινάδικα: Αποφεύχθηκε η απεργία, αλλά η τιμή της βενζίνης δεν πρόκειται να πέσει

Από την ομόφωνη απόφαση για κινητοποιήσεις ως την εκεχειρία, ένα τριχίλιαρο voucher δρόμος
fuel pump
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

20/3/2026

Αποτράπηκε το ενδεχόμενο γενικής απεργίας των πρατηριούχων καυσίμων μετά τη συνάντηση της Ομοσπονδίας Βενζινοπωλών Ελλάδος (ΟΒΕ) με τον υπουργό Ανάπτυξης Τάκη Θεοδωρικάκο.

Μετά το τέλος της τρίωρης συζήτησης μεταξύ των δύο πλευρών την Πέμπτη 19/3, ο υπουργός κοινοποίησε τα ευχάριστα με μιαν ανακοίνωση που ουσιαστικά αγνοεί όλα τα σημεία και τις προτάσεις που είχαν θίξει οι βενζινοπώλες τις προηγούμενες μέρες, όπως μείωση φόρου και οργανωτικά ζητήματα.

Ούτε κουβέντα για τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης στα καύσιμα, μόνο άφθονες επαναλήψεις περί πάταξης της αισχροκέρδειας και του voucher 3.000 ευρώ που θα λάβουν όσοι πρατηριούχοι δεν έχουν εγκαταστήσει ακόμη σύστημα εισροών-εκροών στα καταστήματά τους.

Από την πλευρά τους οι βενζινοπώλες δείχνουν να έφυγαν από τη συνάντηση έχοντας πειστεί να μην προχωρήσουν σε κινητοποιήσεις, όπως τουλάχιστον αυτό αντανακλάται στα λεγόμενα των δύο ομοσπονδιών τους, ΟΒΕ και ΠΟΠΕΚ (Πανελλήνια Ομοσπονδία Πρατηριούχων – Εμπόρων Καυσίμων).

theodorikakos

Από τη μια πλευρά ο πρόεδρος της ΟΒΕ, Μιχάλης Κιούσης, εκφράζει τη γνώμη πως μετά τη συνάντηση “δεν υπάρχει ενδεχόμενο κινητοποιήσεων”, ενώ ο πρόεδρος της ΠΟΠΕΚ, Θέμης Κιουρτζής, θεωρεί ότι “κάποιες αποφάσεις που πάρθηκαν και εξηγήσεις που έγιναν, είναι σημαντικές”.

Αμφότεροι δηλώνουν πως στη συνέχεια θα ενημερώσουν τα μέλη των ομοσπονδιών τους για να αποφασίσουν για το θέμα των κινητοποιήσεων, ωστόσο από κοινού πιστεύουν πως η κατάσταση έχει αποκλιμακωθεί.

Όσον αφορά τα πρατήρια ωστόσο, τίποτε δεν αλλάζει επί της ουσίας. Από τη μια η τιμή του πετρελαίου συνεχίζει να ανεβαίνει καθημερινά, μαζί με τη λιανική τιμή στην αντλία και αυτό προφανώς δεν πρόκειται να αλλάξει όσο ο Περσικός Κόλπος παραμένει πεδίο μάχης, όπως επίσης δεν κουνιέται από τη θέση του το πλαφόν ως τις 30 Ιουνίου. Όχι τουλάχιστον από κάποια θεσμική πρωτοβουλία, όπως λ.χ. τις πρόσφατες αποφάσεις Αυστρίας, Ιταλίας και πλέον και της Κροατίας να μειώσουν τους δικούς τους φόρους κατανάλωσης ώστε να αποσυμπιεστεί η τιμή των καυσίμων στα πρατήρια.

Εξίσου απογοητευτικώς ασαφή δείχνουν και τα αποτελέσματα της διάσκεψης των 27 ηγετών της Ε.Ε στις Βρυξέλλες χτες (Πέμπτη 19/3), για την οποία ο πρωθυπουργός δήλωσε πως “υπήρξε μια διατύπωση που ανοίγει την πόρτα για περισσότερη ευελιξία στην λήψη μέτρων εθνικών και ευρωπαϊκών. Η κυβέρνηση είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις εντός των δημοσιονομικών δυνατοτήτων της,” συμπληρώνοντας πως δεν είναι ακόμη η ώρα για περισσότερες λεπτομέρειες.

fuel

Ευελιξία μπορεί να βλέπει ο κύριος πρωθυπουργός, μέτρα πάντως δεν βλέπει κανένας Έλληνας πολίτης. Εκτός αν ως προστασία του καταναλωτή από τη ραγδαία άνοδο της τιμής του πετρελαίου στις διεθνείς χρηματαγορές λογίζεται αποκλειστικά και μόνο η “πάταξη της αισχροκέρδειας” στη λιανική.

Δυστυχώς θα συνεχίσουμε να πληρώνουμε ό,τι μας ζητηθεί για καύσιμα και τα πρατήρια θα πρέπει να περάσουν αυτή τη δύσκολη περίοδο με το πλαφόν που εξήγγειλε η κυβέρνηση στα περιθώρια κέρδους τους χωρίς την παραμικρή αλλαγή.

Αν τώρα με το τριχίλιαρο voucher απομακρύνεται ο κίνδυνος να κλείσουν πρατήρια καυσίμων - όπως είχε σπεύσει τις προηγούμενες μέρες να μας υπενθυμίσει η ΟΒΕ πως είχε γίνει την τελευταία φορά που ο μαύρος χρυσός ενεπλάκη σε ράλι ανόδου τιμών – δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε και οπωσδήποτε το απευχόμαστε.

Πάντως δεν περιμένουμε να πέσει η τιμή της βενζίνης στην αντλία, καθώς το Κράτος θα συνεχίσει να απολαμβάνει αυξημένα έσοδα από μια λιανική τιμή βενζίνης που αποτελείται από 56% φόρους (κατά την ΟΒΕ). Ανεβαίνει η τιμή, αυγατίζουν οι φόροι, οι καταναλωτές να ’ναι καλά να πετούν τα λεφτά τους στο πηγάδι που δεν έχει πάτο.

Ας ελπίσουμε τουλάχιστον τα περί αυστηρών ελέγχων κατά της αισχροκέρδειας, που τόσο περήφανα μηρυκάζει η κυβέρνηση, να συμπεριλάβουν και τα διυλιστήρια, για τα οποία ακούγονται - ανεπιβεβαίωτες - κατηγορίες πως επικαιροποιούν τις τιμές σε καύσιμα που είχαν αγοράσει και πληρώσει προπολεμικώς, με τις τότε πολύ χαμηλότερες τιμές.