Eicma 2021 Royal Enfield: Από το «Project Origin» στο SG650! Μόνο μέταλλο!

Συζήτηση με τον Paolo Brovedani – Chief Product Developer
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

2/12/2021

Η Royal Enfield, η βασίλισσα της Ινδίας για εμάς και «global leader» στις μεσαίες μοτοσυκλέτες έως 750 κυβικά όπως αυτοαποκαλούνται, (χωρίς να λένε όμως και ψέματα) είχε μία ενδιαφέρουσα παρουσία στην EICMA όπου μας έδειξε και το SG650, ένα καλοφτιαγμένο Concept που σηματοδοτεί τα 120 χρόνια της εταιρείας.

Είχαμε την ευκαιρία να συζητήσουμε με τον κ.Paolo Brovedani που έχει επιτελική θέση στην διαδικασία εξέλιξης και ανάπτυξης νέων μοντέλων, ξεκινώντας με το ζήτημα των προμηθευτών και της εφοδιαστικής αλυσίδας που μαζί με τα μεταφορικά είναι αυτή την στιγμή το μεγαλύτερο πρόβλημα όλων ανεξαιρέτως των κατασκευαστών. Ακριβώς δηλαδή όπως διαβάσατε στο ΜΟΤΟ ήδη από το καλοκαίρι πως θα γινόταν.

Η Royal Enfield σύμφωνα με τον κ.Brovedani έχει ένα πολύ υψηλό ποσοστό αυτό-τροφοδοσίας της γραμμής παραγωγής, σε αντίθεση με άλλους κατασκευαστές που εξαρτώνται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τρίτους. Αυτό το οφείλει σε μία σειρά από λόγους ξεκινώντας από την απλότητα της κατασκευής, μέχρι και στα υλικά που χρησιμοποιεί, καθώς κυριαρχεί το μέταλλο και όχι το πλαστικό. Είναι πιο φθηνό να προμηθευτείς πλαστικά, ή κρύσταλλα για φανάρια και φλας από τρίτες χώρες και είναι πιο δύσκολο τα εισαγόμενα εξαρτήματα να αφορούν μεταλλικά ρεζερβουάρ, πάνελ κτλ. Για την Ινδία που κατασκευάζει τα πάντα και διαθέτει φθηνά εργατικά χέρια, αυτή η ισότητα τιμών εξαπλώνεται και σε κάθε είδους ανταλλακτικών, με την Royal Enfield να διατηρεί έτσι γραμμές παραγωγής που για κάποια μοντέλα τροφοδοτούνται έως και 100% από την ινδική αγορά.

Να θυμίσουμε στους αναγνώστες πως καμία ευρωπαϊκή μοτοσυκλέτα δεν πλησιάζει αυτό το νούμερο. Για παράδειγμα, η γραμμή παραγωγής της Multistrada τροφοδοτείται στο 60% από προμηθευτές έως και 150 χιλιόμετρα μακριά από το εργοστάσιο της Bologna, περίπου το 10% έρχεται από μακρύτερα ή από άλλες ευρωπαϊκές χώρες και ένα 30% έρχεται από τρίτες χώρες, όπως ας πούμε το πίσω φωτιστικό σώμα που είναι κινέζου προμηθευτή. Λίγο-πολύ αυτή είναι μία εικόνα που αντιπροσωπεύει και το σύνολο της αυτοκίνησης κι έτσι εξηγείται πώς γιγαντώνεται το τωρινό πρόβλημα της εφοδιαστικής αλυσίδας επηρεάζοντας το σύνολο της παραγωγής.

Η Royal Enfield ακόμη και για τα φρένα απευθύνεται σε ντόπιους προμηθευτές όπως για παράδειγμα την Bybre, που είναι θυγατρική της Brembo. Η Bybre φτιάχτηκε για να μπορέσει να ανταπεξέλθει στην τεράστια ζήτηση της τοπικής αγοράς αλλά και στην απαίτηση για πιο προσιτό προϊόν και σύμφωνα με παλαιότερη (2019) δήλωση των ίδιων των ανθρώπων της Brembo, που έχουμε την δυνατότητα να μιλάμε απευθείας, τα προϊόντα της Bybre δεν γίνεται να εξισωθούν με της μητρικής εταιρείας. Προφανώς και δεν υπάρχει κανένα πλάνο για κάτι τέτοιο και η Bybre έχει φτιαχτεί για συγκεκριμένο λόγο όπως είπαμε, αλλά δεν θα γινόταν να κατασκευάζουν εκεί πέρα GP4, για παράδειγμα, ακόμη κι αν το ήθελαν και ο λόγος είναι η πρώτη ύλη.

Το οποίο μας οδηγεί στην επόμενη ερώτηση προς τον κ.Brovedani σχετικά με την προέλευση του μετάλλου στην Royal Enfield, ιδιαίτερα από την στιγμή που η Ινδία φημίζεται για την ανακύκλωση που πραγματοποιεί. Πράγματι, μας εξηγεί, έχουν γίνει μελέτες για χρήση ανακυκλωμένου μετάλλου όμως προς το παρόν όλη η παραγωγή στηρίζεται σε κράμα πρωτογενών υλικών. Στο μέλλον είναι κάτι που σίγουρα θα περάσει στην πράξη, όχι όμως προτού εξελίξουν την διαδικασία. Προς το παρόν, εξηγεί ο κ.Brovedani, είναι πιο προσιτό οικονομικά να χρησιμοποιούν πρωτογενή υλικά που έχουν και την σωστή συνταγή για το πώς να τους συμπεριφέρονται.

Στον τομέα του σκληρού ανταγωνισμού, που ήδη οι Ασιάτες κατασκευαστές έχουν εντείνει σε μεγάλο βαθμό, η θέση της Royal Enfield είναι πως δεν τον φοβήθηκαν ποτέ και δεν είναι κάτι νέο για αυτούς, καθώς βρίσκονται στην μεγαλύτερη αγορά του κόσμου που έτσι κι αλλιώς ο ανταγωνισμός ήταν ανέκαθεν υψηλός. Έχοντας τοποθετηθεί στην κορυφή της Ινδικής αγοράς απολαμβάνουν μία θέση που σε τοπικό βαθμό ξεφεύγει της απευθείας σύγκρισης και με δεδομένο πως η τοπική αγορά μετρά πωλήσεις σε εκατομμύρια μονάδες, η Royal Enfield έχει το πλεονέκτημα να κοιτά από ψηλά.

Σύμφωνα με τον κ.Brovedani το Concept SG650 είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα για τον τρόπο που γεφυρώνεται το παρελθόν με το τώρα, χωρίς να χάνονται οι αξίες της Royal Enfield και ταυτόχρονα τονίζοντας την μεγάλη παράδοση της εταιρείας στο customizing. Ο αναλογικός κόσμος δεν πρέπει να συμπιέζεται από τον ψηφιακό κι ακριβώς όπως συνυπάρχουν τα μηχανικά ρολόγια μαζί με τα ηλεκτρονικά, έτσι και μοτοσυκλέτες όπως η SG650 έχουν την δική τους ξεχωριστή και μάλιστα δεσπόζουσα θέση. Ο τρόπος κατασκευής έχει εδώ τον πρωταρχικό ρόλο, με παράδειγμα το ρεζερβουάρ που είναι φτιαγμένο σε CNC, έχει «σκαφτεί» λοιπόν από ένα μασίφ κομμάτι αλουμινίου, όπως και οι τροχοί το ίδιο, και με αυτή την ευκαιρία προετοιμάστηκαν και αντίστοιχα με βάσεις για σένσορες του ABS και τις δαγκάνες. Η δερμάτινη σέλα έχει ραφτεί στο χέρι, ενώ τα γραφικά και τα χρώματα ξεφεύγουν από τις παραδόσεις για να φέρουν το μέλλον πιο κοντά.

Η αλήθεια είναι πως από κοντά η SG650 δείχνει την φινέτσα της κι αποτυπώνει στο μάτι μία ολοκλήρωση κατασκευής που έως τώρα είναι συνυφασμένη με μάρκες όπως η H-D, ένας στόχος που οι άνθρωποι της Royal Enfield δεν σχολιάζουν, αλλά σου κλείνουν το μάτι όταν τους το λες. Κι έτσι με βεβαιότητα το συγκεκριμένο concept αποτυπώνει την πορεία της Royal Enfield τα τελευταία 120 χρόνια.

Η μεγαλύτερη συνεχής πορεία στην ιστορία.

«Project Origin»

Ας μην ξεχνάμε άλλωστε, όπως έχουμε γράψει και στο ΜΟΤΟ επανειλημμένως, πως η Royal Enfield έχει την μεγαλύτερη, αδιάλειπτη πορεία στην παγκόσμια ιστορία του μοτοσυκλετισμού. Κι αυτό φέτος το γιόρτασε με τον καλύτερο τρόπο φτιάχνοντας μία ρέπλικα της πρώτης μοτοσυκλέτας που βγήκε από την γραμμή παραγωγής της! Η πρώτη ενός εργοστασίου είναι σπάνιο εύρημα, έως πρακτικά αδύνατο όταν μιλάμε για το 1.901, και λίγοι μπορούν να καυχηθούν πως το έχουν στην συλλογή τους! Διότι πριν από 120 χρόνια κανείς δεν σκεφτόταν να αποθηκεύσει την πρώτη που έφτιαχνε με την προοπτική πως στο μέλλον θα έχει φτάσει το μέγεθος πολυεθνικής με σπουδαίες πωλήσεις. Μιλάμε για ταραχώδεις εποχές με τεράστιες δυσκολίες και μεγάλη αβεβαιότητα, οπότε δεν σκέφτεσαι να κρατήσεις την πρώτη, το ακριβώς αντίθετο, πασχίζεις να την διώξεις από πάνω σου. Πόσο μάλιστα όταν κόστιζε 50 λίρες Αγγλίας που αντιστοιχούν σε €4.700 σημερινά χρήματα. Επίσης δεν υπήρχαν σχέδια ή λεπτομέρειες της πρώτης μοτοσυκλέτας, αλλά αυτό δεν σταμάτησε την Royal Enfield που έβαλε στόχο να κατασκευάσει μία ρέπλικα απόλυτα πιστή, όχι μόνο στην εμφάνιση αλλά και σε κατασκευή, επιστρέφοντας δηλαδή σε πρακτικές εκατό ετών! Ανέθεσε σε μία ομάδα ειδικών το δύσκολο αυτό στόχο, κι εκείνοι έψαξαν σε δημοσιεύματα της εποχής, σε παλιές φωτογραφίες των πρώτων ιδιοκτητών και συγκέντρωσαν κάθε στοιχείο που μπορούσε να υπάρχει, ώστε να χτίσουν μία απόλυτα λεπτομερή εικόνα του μοντέλου.

Ο αναβάτης έπρεπε να ξεκινήσει κάνοντας πετάλι μέχρι να πάρει μπροστά ο κινητήρας και μετά να γυρίσει το καρμπυρατέρ για να ξεκινήσει εκείνο να τροφοδοτεί, και όχι πριν. Ο αναβάτης έπρεπε επίσης να ελέγχει και την ανάφλεξη για να πετύχει σταθερή απόκριση, που σημαίνει πως δεν υπήρχε γκαζιέρα με την έννοια που ξέρουμε εμείς, αλλά με μαεστρία έπρεπε να ρυθμίζεις το άνοιγμα των βαλβίδων, κυριολεκτικά ακούγοντας και αισθανόμενος τον κινητήρα! Αντιλαμβάνεστε λοιπόν πως η λίπανση ήταν ακόμη πιο πολύπλοκη διαδικασία! Στην αριστερή πλευρά του κυλίνδρου, υπήρχε ένας λεβιές από τον οποίο ο αναβάτης μπορούσε να ελέγχει την τροφοδοσία λαδιού μέσα στον στροφολοθάλαμο, το οποίο και καιγόταν μετά από 10-15 μίλια, πριν επαναλάβει την διαδικασία. Αν το παράκανε θα γινόταν μαύρος κι αυτός και όλοι οι πεζοί γύρω του, αν το ξεχνούσε θα τον έσπαγε. Φανταστείτε τα τώρα όλα αυτά, απέναντι στους οδηγούς του σήμερα.

Μία δεκαετία αργότερα η Royal Enfield έβγαζε το Model 200, το οποίο ήταν δίχρονο, έπιανε 40 μίλια τελικής και είχε φρένα και τροχούς ποδηλάτου. Μπορεί να μην χρειαζόταν πλέον να είσαι ένας κανονικός μηχανικός για να την οδηγήσεις, αλλά σίγουρα έπρεπε να είσαι γενναίος. Την δεκαετία του 1930 η Royal Enfield είχε μοτοσυκλέτα 1.140 κυβικών με αρκετή ροπή για να ξεριζώσει ένα δέντρο, όπως έλεγαν χαρακτηριστικά, και προωθούνταν στο μεγάλο μοτοσυκλετιστικό κοινό της Αγγλίας μέχρι και την έναρξη του πολέμου. Την χειρότερη περίοδο στην σύγχρονη ιστορία της ανθρωπότητας, έφτιαχναν μοτοσυκλέτες για τον στρατό, προβάλλοντας την απλότητα και την ευκολία κατασκευής και επισκευών, ως μέγιστο προτέρημα.

Μέσα από την τεράστια διαδικασία που έφτιαξαν για να δημιουργήσουν την ρέπλικα της πρώτης μοτοσυκλέτας, συνδέθηκαν ξανά με το παρελθόν και εκτίμησαν εκ νέου την τεράστια αυτή πορεία τους! Λίγες μάρκες μπορούν να γιορτάσουν κάτι τέτοιο και για να τιμήσουν ακόμη περισσότερο αυτή την πορεία, είχαν στην EICMA και τις επετειακές μοτοσυκλέτες που το φινίρισμά τους αξίζει να το δει κανείς από κοντά.

Οι Interceptor INT 650 και Continental GT 650 έκλεψαν την παράσταση και είχαν πάντα κόσμο τριγύρω τους. Συνοδεύονται από αύξοντα σειριακό αριθμό και θα φτιαχτούν μόλις 60 για τις τέσσερις γεωγραφικές περιοχές του κόσμου.

Ετικέτες

Τεχνικό Honda E-Clutch: Έτσι μένει στη ζωή η μανέτα του συμπλέκτη!

Το σύστημα που σου δίνει τον έλεγχο αφαιρώντας μόνο την ταλαιπωρία
Τεχνικό Honda E-Clutch 2025
Από το

motomag

15/10/2025

Τα καλύτερα δύο κόσμων συνδυάζει το E-Clutch της Honda αφού σου δίνει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσεις τη μανέτα του συμπλέκτη της μοτοσυκλέτας μόνο όταν θέλεις εσύ και τον υπόλοιπο χρόνο να απολαμβάνεις υψηλότερα επίπεδα άνεσης και ασφάλειας με το κιβώτιο να λειτουργεί ως ημιαυτόματο.

Όσο και αν ακούγεται απίστευτο στους νεότερους, η Honda βάλθηκε να καταργήσει τη μανέτα του συμπλέκτη σχεδόν από την ίδρυσή της αφού ακόμη και η Dream D-Type του 1949, η πρώτη πραγματική μοτοσυκλέτα της ιαπωνικής εταιρείας, είχε ημιαυτόματο κιβώτιο δύο σχέσεων χωρίς μανέτα συμπλέκτη στο αριστερό γκριπ! Ακολούθησε φυσικά το θρυλικό πλέον Super Cub το 1958 που έκανε προσιτό το ημιαυτόματο κιβώτιο στις μάζες, με τη Honda να εφαρμόζει διαφόρων ειδών κιβώτια στα μοντέλα της στο πέρασμα του χρόνου που δεν είχαν μηχανικό συμπλέκτη. 

Ο λόγος για την "αντιπάθεια" της Honda στη μανέτα του συμπλέκτη δεν είναι άλλος από τη φιλοσοφία του ίδιου του Soichiro Honda που ήθελε τα δίκυκλά του να είναι φιλικά και να μπορούν να οδηγηθούν από οποιονδήποτε και αυτό διέπει τον τρόπο που η εταιρεία σχεδιάζει και εξελίσσει μοτοσυκλέτες και λοιπά δίκυκλα μέχρι σήμερα. Κάπως έτσι φτάσαμε στο πλήρως αυτόματο κιβώτιο διπλού συμπλέκτη DCT που μόνο η Honda έχει τολμήσει να εφαρμόσει σε μοτοσυκλέτα, ενώ τώρα οι επιλογές διευρύνονται με το E-Clutch.

Τεχνικό Honda E-Clutch 2025
Από την πρώτη κιόλας πραγματική μοτοσυκλέτα της η Honda προσπάθησε να εξαφανίσει τη μανέτα του συμπλέκτη από το τιμόνι

Ένα E-Clutch για όλους
Το νέο σύστημα της Honda δεν αυτοματοποιεί πλήρως το μηχανικό κιβώτιο σχέσεων, όπως το Y-AMT της Yamaha, αλλά κάνει αυτό που θα βρει υποστηρικτές ακόμη και στην πιο σκληροπηρηνική μερίδα των αναβατών που θεωρούν εχθρό οτιδήποτε αφαιρεί από τον έλεγχο που έχουν οι ίδιοι στη μοτοσυκλέτα τους και πίνουν νερό στην υγεία της μανέτας του συμπλέκτη.

Αναμφίβολα το E-Clutch θα το λατρέψουν και οι αναβάτες που κυκλοφορούν με σκούτερ ή παπί και πιστεύουν ότι η ώρα έφτασε για να κάνουν το βήμα στις μοτοσυκλέτες που τόσο θέλουν να οδηγήσουν. Έτσι μόνο θα "κλείσουν" τον κύκλο τους στους δύο τροχούς, ή για να το θέσουμε καλύτερα, θα ανοίξουν έναν άλλο, τον πιο σημαντικό και θα απολαύσουν και άλλες χάρες που δεν μπορούσαν να βρουν στα άλλα σκούτερ και τα παπιά. 

Μέχρι σήμερα η μανέτα του συμπλέκτη στεκόταν εμπόδιο στο παραπάνω όνειρο, όμως τώρα αυτό μπορεί να γίνει πραγματικότητα για όλους. Μάλιστα η Honda έχει σκοπό να τοποθετήσει το E-Clutch και σε μοτοσυκλέτες μικρότερου κυβισμού με πιο προσιτή τιμή και ένας λόγος που αυτό είναι εφικτό έχει να κάνει και με το κόστος του ίδιου του συστήματος. Το κόστος του E-clutch είναι χαμηλότερο έναντι των αυτόματων και πλήρως αυτοματοποιημένων μηχανικών κιβωτίων και αυτό κάνει εφικτή την εφαρμογή του σε μοντέλα μικρότερου κυβισμού χωρίς να αυξάνεται σημαντικά η τιμή τους. Η Honda έκανε την αρχή με τα CBR650R και CB650R για να δείξει ότι το E-Clutch δεν αφαιρεί τίποτα ούτε στην οδήγηση μοτοσυκλετών με σπορ DNA και μετά από αυτά ακολούθησε το CL250 E-Clutch, η μικρή cruiser που είναι ήδη διαθέσιμη στην Ιαπωνία, αλλά και η ρετρό αισθητικής CB500 Super Four, η οποία παρουσιάστηκε πρόσφατα στην Κίνα και δεν αποκλείεται να πατήσει τους τροχούς της και στην Ευρώπη. Σε κάθε περίπτωση το E-Clutch θα το δούμε και σε άλλες μοτοσυκλέτες ως το σύστημα που απελευθερώνει τον αναβάτη από οποιοδήποτε άγχος σχετικό με τη μανέτα του συμπλέκτη και ταυτόχρονα του δίνει τον πλήρη έλεγχο όποτε το θελήσει αυτός.

Honda E-Clutch τεχνικό 2025

Απλό σαν κατασκευή και διαισθητικό σε λειτουργία
Το E-Clutch αυτοματοποιεί τη λειτουργία του συμπλέκτη όταν η μοτοσυκλέτα εκκινεί από στάση αλλά και όταν βρίσκεται σε κίνηση με τον αναβάτη να ασχολείται μόνο με το γκάζι και τον επιλογέα των σχέσεων του κιβωτίου, τον οποίο και χρησιμοποιεί σα να υπάρχει τοποθετημένο quickshifter. Τον έλεγχο της σύμπλεξης και αποσύμπλεξης (μερικής και πλήρους) αναλαμβάνουν δύο μικρά ηλεκτρικά μοτέρ που συνδέονται μεταξύ τους με γρανάζια και ελέγχονται ως προς την ενεργοποίησή τους από κεντρική μονάδα. Η εν λόγω μονάδα αξιοποιεί μια σειρά από αισθητήρες που της στέλνουν δεδομένα, μεταξύ άλλων, για τις στροφές του κινητήρα, τη θέση του λεβιέ ταχυτήτων, την πίεση που ασκείται στα ελατήρια των δίσκων του συμπλέκτη και τη θέση του άξονα του κιβωτίου ταχυτήτων. 

Το E-Clutch αποσυμπλέκει τους δίσκους του συμπλέκτη όταν οι στροφές του κινητήρα πλησιάσουν το ρελαντί και ταυτόχρονα η μοτοσυκλέτα μειώνει ταχύτητα για να ακινητοποιηθεί. Έπειτα τους συμπλέκει προοδευτικά κατά την εκκίνηση από στάση, ενώ τους ελέγχει και στις αλλαγές ταχυτήτων. Στην πράξη ο αναβάτης τα αντιλαμβάνεται όλα αυτά σα να γίνονται από ένα αόρατο χέρι με τη σύμπλεξη και την αποσύμπλεξη να έχουν απόλυτα φυσική αίσθηση, ενώ μπορεί οποιαδήποτε στιγμή να παρακάμψει το σύστημα και να πιάσει ο ίδιος τη μανέτα.

Τότε ο αισθητήρας στο μοχλικό, που πιέζει τους δίσκους, δίνει εντολή στην κεντρική μονάδα να απενεργοποιήσει τα ηλεκτρικά μοτέρ, σε κλάσματα του δευτερολέπτου. Το σύστημα μπαίνει αυτόματα σε λειτουργία μετά από 5 δευτερόλεπτα αν ο κινητήρας έχει πολλές στροφές και σε λιγότερο από ένα δεύτερο στο χαμηλότερο φάσμα ώστε να είναι έτοιμο να πατινάρει ή ακόμα και να αποσυμπλέξει πλήρως τους δίσκους για να μην σβήσει ο κινητήρας. 

Honda E-Clutch τεχνικό 2025
H Honda μπορούσε να κάνει το E-Clutch να δουλέψει με έναν ενεργοποιητή αλλά προτίμησε δύο που "ενώνονται" με γρανάζια γιατί έτσι το σύστημα επιτυγχάνει εξαιρετική ακρίβεια στον χειρισμό του συμπλέκτη

Ο αναβάτης μπορεί επίσης να απενεργοποιήσει πλήρως το E-Clutch αν το επιθυμεί, αλλά και να μεταβάλει ηλεκτρονικά τον τρόπο και την ταχύτητα που γίνεται η σύμπλεξη/αποσύμπλεξη. Το σύστημα προσφέρει τρία προγράμματα για τις αλλαγές ταχυτήτων: Hard, Medium και Soft. Στο Hard η διάρκεια σύμπλεξης/αποσύμπλεξης διαρκεί ελάχιστα προσομοιώνοντας τη λειτουργία ενός quickshifter και στο medium και soft η διαδικασία διαρκεί περισσότερο, ομαλοποιώντας τις αλλαγές, ενώ “μαλακώνει” και το λεβιέ των σχέσεων του κιβωτίου. Τον σημαντικότερο ρόλο στη διαισθητική λειτουργία του συστήματος παίζει το προηγμένο λογισμικό που το ελέγχει με τη Honda να το αλλάζει κοντά στις 500 φορές μέχρι να συμφωνήσουν όλοι οι μηχανικοί της ως προς τη λειτουργία και την αποδοτικότητά του!

Ρίχνει άγχος και ταλαιπωρία στο μηδέν
Το E-Clutch δείχνει τον καλύτερο εαυτό του στο αστικό περιβάλλον εκεί που θα λειτουργήσει υπερωρίες και θα εκτιμηθεί δεόντως από τους έμπειρους αναβάτες, οι οποίοι δεν θα ταλαιπωρούν άσκοπα το αριστερό τους χέρι στα συνεχή σταμάτα-ξεκίνα. Παράλληλα, θα αποφορτίσει τους αρχάριους τόσο από το άγχος του ελέγχου του συμπλέκτη στις μανούβρες όσο και από το άγχος του σβησίματος του κινητήρα από λάθος χειρισμό, ένα λάθος που μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε πτώση. Και στις δύο περιπτώσεις βελτιώνει και το επίπεδο ασφάλειας αφού τόσο οι έμπειροι όσο και εκείνοι με μικρότερη εμπειρία έχουν ένα πράγμα λιγότερο να ασχολούνται στο δύσκολο αστικό περιβάλλον και να συγκεντρώνονται έτσι περισσότερο στην οδήγηση. Το E-Clutch κάνει για όλους αφού προσθέτει στους τομείς της άνεσης και τις ασφάλειας χωρίς να αφαιρεί τίποτα από την εμπειρία οδήγησης μιας μοτοσυκλέτας.