Ένα Fireblade στην κούτα για 9000€

Πουλήθηκε καινούριο 20 χρόνια μετά
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

18/2/2020

Θα είναι πάντα συναισθηματικά φορτισμένη η σκηνή που ανοίγεις την πόρτα ενός σκοτεινού δωματίου και αντικρίζεις μια ολοκαίνουρια μοτοσυκλέτα, η οποία είναι μέσα στο κουτί της για 20 ολόκληρα χρόνια. Η κίτρινη Honda Fireblade που βλέπετε σε αυτές τις φωτογραφίες είναι ακριβώς όπως έφυγε από την γραμμή παραγωγής του εργοστασίου και έφτασε σε ένα τοπικό κατάστημα της Ισπανίας στα μέσα του 2000. Έκτοτε έμεινε αποθηκευμένη για είκοσι ολόκληρα χρόνια χωρίς να έχει δουλέψει ο κινητήρας της ποτέ. Οι λόγοι που ο ιδιοκτήτης της δεν είχε την επιθυμία να την οδηγήσει είναι άγνωστοι.

Ίσως να βρέθηκε στα χέρια του για άλλους λόγους  που να έχουν να κάνουν με εμπορική συναλλαγή και να μην είναι καν μοτοσυκλετιστής ο ίδιος. Αν πάντως την κράτησε σε αυτή την κατάσταση για να ανέβει η αξία της στο μέλλον, μάλλον η επένδυση δεν απέδωσε τα αναμενόμενα. Μετά από είκοσι χρόνια κατάφερε να την πουλήσει για 9.000€ στο eBAY, που είναι λιγότερα λεφτά σε σχέση με εκείνα που κόστιζε καινούρια η μοτοσυκλέτα το 2000. Όσο για την συλλεκτική αξία της συγκεκριμένης Fireblade, υπάρχουν διαμετρικά αντίθετες απόψεις. Η 929 ήταν η πρώτη Fireblade με εμπρός τροχό 17 ιντσών και διέθετε πλαίσιο pivot-less (το ψαλίδι έδενε κατευθείαν στα κάρτερ του κινητήρα και όχι στο πλαίσιο), που ήταν η “νέα” ιδέα της Honda εκείνη την εποχή (ξεκίνησε από τα Firestorm και ακολούθησαν τα VFR 800F και Fireblade), έστω κι αν στην πραγματικότητα πρόκειται για αντιγραφή του πλαισίου των αερόψυκτων Ducati 750/900 SS. Εμπορικά η 929 αποδείχτηκε αποτυχία σε σχέση με τους προκατόχους της, διότι η Yamaha είχε ήδη το R1 και η Suzuki για πρώτη φορά είχε ολοκαίνουριο GSX-R1000R. Το επόμενο μοντέλο 954 είχε καλύτερη τύχη εμπορικά, όχι τόσο γιατί ο υπερκυβισμένος κινητήρας του έβγαζε περισσότερα άλογα από τα 1000αρια του ανταγωνισμού, όσο γιατί ήταν η ομορφότερη Fireblade που είχε σχεδιάσει η Honda έως τότε. 

Κάμερες τροχαίας στην Αττική: Ψαλιδίστηκαν 21.000 καταγραφές πριν βεβαιωθεί πρόστιμο

Το νέο σύστημα ελέγχου καταγράφει παραβάσεις, αλλά κάθε υπόθεση εξετάζεται πριν εκδοθεί κλήση
Καμερες
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

4/8/2026

Περισσότερες από 21.000 καταγραφές παραβάσεων που εντόπισαν οι νέες κάμερες κυκλοφορίας στην Αττική απορρίφθηκαν έπειτα από έλεγχο της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς κρίθηκε ότι δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία ή δεν επρόκειτο για πραγματικές παραβάσεις

Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛ.ΑΣ., έως τις 22 Ιουλίου 2026 ακυρώθηκαν συνολικά 21.073 καταγραφές από το νέο σύστημα αυτόματης επιτήρησης της κυκλοφορίας, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι οι κάμερες δεν εκδίδουν αυτόματα πρόστιμα, αλλά κάθε περίπτωση ελέγχεται πριν βεβαιωθεί παράβαση.

Ο συχνότερος λόγος απόρριψης ήταν η λανθασμένη αναγνώριση οχημάτων που κινούνταν πολύ κοντά στη διαγράμμιση, χωρίς όμως να την παραβιάζουν. Για τον λόγο αυτό ακυρώθηκαν 7.039 καταγραφές (33,4%).

Ακολούθησαν τα οχήματα έκτακτης ανάγκης και κρατικά οχήματα, με 6.051 ακυρώσεις (28,7%), καθώς διαθέτουν ειδικό καθεστώς κατά την εκτέλεση υπηρεσίας.

Σε 4.732 περιπτώσεις (22,5%) η ποιότητα της εικόνας δεν επέτρεπε την ασφαλή αναγνώριση του οχήματος, κυρίως κατά τις νυχτερινές ώρες ή σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού.

Επιπλέον, 1.958 καταγραφές (9,3%) ακυρώθηκαν επειδή η κυκλοφορία ρυθμιζόταν εκείνη τη στιγμή από τροχονόμο ή υπήρχε νόμιμη εξαίρεση για οχήματα της ΕΛ.ΑΣ., της Πυροσβεστικής ή του ΕΚΑΒ.

Μικρότερο ποσοστό αφορούσε περιπτώσεις όπου καταγράφηκαν περισσότερα από ένα οχήματα στο ίδιο πλάνο (440 περιπτώσεις), ξένες ή μη καταχωρημένες πινακίδες (171), σφάλματα στην αυτόματη αναγνώριση πινακίδων (107), μη ευδιάκριτες πινακίδες λόγω φθοράς ή λάσπης (71) και ελιγμούς που πραγματοποιήθηκαν για αποφυγή ατυχήματος (28). Άλλες 476 καταγραφές χαρακτηρίστηκαν ως “λοιποί λόγοι”.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι το σύστημα λειτουργεί με ανθρώπινο έλεγχο πριν από την επιβολή προστίμου, ώστε να αποφεύγονται λανθασμένες χρεώσεις. Παράλληλα, αναδεικνύουν τα σημεία όπου το σύστημα εμφανώς πάσχει, όπως η ακρίβεια των αλγορίθμων αναγνώρισης, η απόδοση των καμερών σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού και η καλύτερη αναγνώριση των πινακίδων κυκλοφορίας.