Flying Flea: Στο Παρίσι το 1ο κατάστημα για τις ηλεκτρικές της Royal Enfield
Ανακοινώθηκε κατά το Paris Design Week σε συνεργασία με τη σχολή σχεδιασμού École Duperré
Από τον
Φίλιππο Σταυριδόπουλο
15/9/2025
Κατά τη διάρκεια του Paris Design Week 2025, η θυγατρική της Royal Enfield, Flying Flea ανακοίνωσε το Παρίσι ως την τοποθεσία για το πρώτο της παγκόσμιο κατάστημα. Η αντιπροσωπεία αναμένεται να ανοίξει στις αρχές του 2026, μαζί με την έλευση των νέων μοντέλων FF-C6 και FF-S6
Η Flying Flea, το ηλεκτρικό παρακλάδι της Royal Enfield, επιστρέφει στην “πατρίδα” της σε ιστορικό επίπεδο, καθώς η αυθεντική Flying Flea χρησιμοποιήθηκε ευρέως στη Γαλλία κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η μοτοσικλέτα αυτή μεταφερόταν με αεροπλάνα ή γκλάιντερ και έπεφτε με αλεξίπτωτο μαζί με τον αναβάτη της. Χρησιμοποιούνταν για αναγνωρίσεις και μεταφορά μηνυμάτων όταν η ραδιοεπικοινωνία ήταν αδύνατη.
Το νέο κατάστημα στο Παρίσι θα ανοίξει τις πόρτες του στο κοινό, στις αρχές του 2026, ενώ προς το παρόν δεν υπάρχουν πληροφορίες για το που θα ακολουθήσει το δεύτερο κατάστημα της εταιρείας. Η ανακοίνωση έγινε παράλληλα σε συνεργασία με τη σχολή σχεδιασμού École Duperré, δίνοντας τη δυνατότητα σε καλλιτέχνες, σχεδιαστές και φοιτητές να εκφράσουν την ερμηνεία τους για τη φιλοσοφία της μάρκας, “Live Lightly”.
Ο Mario Alvisi, υπεύθυνος ανάπτυξης της Flying Flea και της Royal Enfield Electric Vehicles, δήλωσε: “Η Flying Flea είναι η πλατφόρμα για δημιουργική έκφραση, μέσω της οποίας εξερευνούμε νέες και συναρπαστικές περιοχές. Η συνεργασία μας με την École Duperré στο Paris Design Week είναι μόνο η αρχή του ταξιδιού μας στην πόλη. Το Παρίσι δεν αντιπροσωπεύει μόνο το παρελθόν μας αλλά και το μέλλον μας, γι’ αυτό είμαστε ενθουσιασμένοι που ανακοινώνουμε το πρώτο εταιρικό κατάστημα εδώ”.
Στο πλαίσιο των σχεδίων της για την παρουσίαση των νέων μοντέλων στις αρχές του 2026, η Royal Enfield έχει πραγματοποιήσει δοκιμές στην Ινδία, συμπεριλαμβανομένου ενός απαιτητικού τεστ ανηφορικής κλίσης για το FF-C6.
Bγαίνει σε δημοπρασία MV Agusta 750 S του 1974 με αυθεντικούς αριθμούς πλαισίου και κινητήρα
Από τα τελευταία μοντέλα παραγωγής - Ελάχιστα χρησιμοποιημένη
Από τον
Φίλιππο Σταυριδόπουλο
6/7/2026
Μία από τις πιο σπάνιες και επιθυμητές κλασικές MV Agusta πρόκειται να αλλάξει χέρια μέσω δημοπρασίας στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Πρόκειται για μία MV Agusta 750 S του 1974, από τις τελευταίες που κατασκευάστηκαν πριν ολοκληρωθεί η παραγωγή του μοντέλου το 1975, με την εκτιμώμενη αξία της να κυμαίνεται από 60.000 έως 70.000 λίρες Αγγλίας (περίπου 70.000 έως 81.000 ευρώ).
Από τις πίστες του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος στους δρόμους
Η MV Agusta κυριάρχησε στους αγώνες Grand Prix τη δεκαετία του 1950 και του 1960, κατακτώντας συνολικά 17 συνεχόμενους τίτλους στην κατηγορία των 500 κ.εκ. από το 1958 έως και το 1974, ένα επίτευγμα που παραμένει αξεπέραστο μέχρι σήμερα.
Η επιτυχία αυτή οδήγησε την ιταλική εταιρεία στην παρουσίαση της πρώτης τετρακύλινδρης μοτοσυκλέτας παραγωγής το 1965, της MV Agusta 600. Ωστόσο, η επιλογή του κόμη Agusta να σχεδιαστεί ως sport touring μοντέλο και όχι ως καθαρόαιμη sport μοτοσυκλέτα περιόρισε σημαντικά την εμπορική της επιτυχία.
Η απάντηση ήρθε το 1969 με την 750 S, μία μοτοσυκλέτα που αξιοποιούσε την τεχνογνωσία των αγωνιστικών της εταιρείας και απέκτησε αμέσως τη φήμη που άξιζε στο όνομα MV Agusta.
Αγωνιστική τεχνολογία για χρήση στον δρόμο
Η 750 S χρησιμοποιούσε έναν τετρακύλινδρο εν σειρά κινητήρα με σαφείς καταβολές από τις εργοστασιακές αγωνιστικές μοτοσυκλέτες της MV Agusta. Διέθετε κάρτερ και κυλινδροκεφαλή από χυτό αλουμίνιο, επικεφαλής εκκεντροφόρους που έπαιρναν κίνηση μέσω γραναζιών από τον στρόφαλο και τέσσερα καρμπιρατέρ της Dell'Orto.
Η ισχύς έφθανε τους 66 ίππους στις 8.000 στροφές ανά λεπτό, ενώ η τελική ταχύτητα ξεπερνούσε τα 190 χλμ./ώρα, τοποθετώντας την ανάμεσα στις ταχύτερες μοτοσυκλέτες παραγωγής της εποχής.
Στα τελευταία χρόνια παραγωγής της, η 750 S εξελίχθηκε περαιτέρω, αποκτώντας μεγαλύτερη απόδοση αλλά και δύο εμπρός δισκόφρενα, αντικαθιστώντας το ταμπούρο. Συνολικά κατασκευάστηκαν μόλις 583 μοτοσυκλέτες μέχρι το τέλος της παραγωγής το 1975, γεγονός που την καθιστά μία από τις πιο συλλεκτικές MV Agusta όλων των εποχών.
Ένα από τα τελευταία αντίτυπα που κατασκευάστηκαν
Η μοτοσυκλέτα της δημοπρασίας παράχθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 1974 και αποτελεί μία από τις τελευταίες 750 S που βγήκαν από τη γραμμή παραγωγής του εργοστασίου στο Cascina Costa.
Σύμφωνα με επιστολή του αείμνηστου E. P. Eacott, πρώην υπεύθυνου ανταλλακτικών της λέσχης ιδιοκτητών MV Agusta της Μεγάλης Βρετανίας, το πλαίσιο με αριθμό MV4C75 2140599 κατασκευάστηκε μαζί με τον κινητήρα 2140572, διατηρώντας μέχρι σήμερα τους εργοστασιακούς αριθμούς πλαισίου και κινητήρα, στοιχείο που αυξάνει σημαντικά τη συλλεκτική της αξία.
Η συγκεκριμένη 750 S παραδόθηκε καινούργια στη W. H. Lowe Pty. Co. Ltd. στη Μελβούρνη της Αυστραλίας, επίσημη αντιπρόσωπο τότε των Ferrari, Lancia και MV Agusta.
Από την Αυστραλία στη Βρετανία και σε ιδιωτική συλλογή
Το 1984 αγοράστηκε στο Sidney από τον Roger Thomas, ο οποίος λίγα χρόνια αργότερα τη μετέφερε μαζί του στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Από το 1994 βρίσκεται στην ίδια οικογένεια, αφού αποκτήθηκε μέσω δημοπρασίας του Sotheby's, ενώ όλα αυτά τα χρόνια χρησιμοποιήθηκε ελάχιστα, περνώντας το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της ως έκθεμα σε ιδιωτική συλλογή.
Το οδόμετρο δείχνει μόλις 12.241 μίλια και, σύμφωνα με τον σημερινό ιδιοκτήτη, υπάρχει σοβαρή πιθανότητα αυτή να είναι η πραγματική συνολική απόσταση που έχει διανύσει από καινούργια.
Σχεδόν απόλυτα αυθεντική, αλλά χρειάζεται επαναφορά σε λειτουργία
Η δημοπρασία αναφέρει ότι το ρεζερβουάρ έχει βαφτεί εκ νέου κάποια στιγμή στο παρελθόν, όμως κατά τα άλλα η μοτοσυκλέτα θεωρείται σε μεγάλο βαθμό αυθεντική.
Παράλληλα, λόγω της πολυετούς ακινησίας, θα χρειαστεί πλήρη επαναφορά σε λειτουργική κατάσταση πριν επιστρέψει στον δρόμο.
Η μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από το παλαιού τύπου βρετανικό έγγραφο ταξινόμησης V5, καθώς και επιπλέον ιστορική αλληλογραφία που τεκμηριώνει την προέλευσή της.
Για τους συλλέκτες ιστορικών μοτοσυκλετών, μία 750 S, με εργοστασιακούς αριθμούς πλαισίου και κινητήρα, γνωστό ιστορικό ιδιοκτησίας και παραγωγή που περιορίστηκε σε μόλις 583 μονάδες, αποτελεί μία από τις πιο σημαντικές εμφανίσεις σε δημοπρασία των τελευταίων ετών.