H Autoliv εξελίσσει αποσπώμενο αερόσακο για δίκυκλα που μένει πάνω στον αναβάτη

Από την εταιρεία που φτιάχνει τον αερόσακο του Yamaha Tricity
autoliv
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

3/7/2026

Στον κόσμο των αυτοκινήτων η Autoliv είναι μια από τις εταιρείες που πρωταγωνιστούν ως προμηθεύτρια συστημάτων αερόσακων, εξοπλίζοντας περίπου το 40% των ανάλογων συστημάτων που κυκλοφορούν αυτή τη στιγμή παγκοσμίως. Τα τελευταία χρόνια ωστόσο η αμερικανο-σουηδική εταιρεία έχει ξεκινήσει μια προσπάθεια να επεκταθεί και στα δίκυκλα, έχοντας μια σύμπραξη με την Piaggio (για τα Mp3) που ακόμη δεν έχει παράξει αποτέλεσμα, ενώ δικός της θα είναι και ο αερόσακος που θα φορέσει το νέο Tricity 300 της Yamaha.

Το νέο σχέδιο που επεξεργάζεται η Autoliv και αποτελεί αντικείμενο κατοχύρωσης ευρεσιτεχνίας είναι ένας αποσπώμενος αερόσακος που μπορεί να τοποθετηθεί σε πληθώρα σκούτερ και μοτοσυκλετών.

autoliv

Η ιδέα είναι απλή και κατά βάση αποτελείται από τη συνήθη τεχνολογία που χρησιμοποιείται εδώ και χρόνια. Ο αερόσακος είναι τοποθετημένος μέσα σε έναν μακρόστενο σωλήνα, μαζί με την ηλεκτρονική πλακέτα ελέγχου, το αέριο και τον μηχανισμό ενεργοποίησής του.

Η καινοτομία στο σχέδιο αυτό έγκειται στον τρόπο λειτουργίας του αερόσακου. Συγκεκριμένα, όταν το σύστημα ενεργοποιηθεί, ο μηχανισμός που πυροδοτεί το φούσκωμα του αερόσακου είναι έτσι σχεδιασμένος ώστε ταυτόχρονα να σπάει τη σύνδεση με το τιμόνι, έτσι όταν ο αναβάτης εκτοξευτεί από τη μοτοσυκλέτα ο αερόσακος παραμένει πάνω στο σώμα του και όχι στη μηχανή.

autoliv

Το σχήμα του αερόσακου συνεπώς είναι εδώ διαφορετικό, μελετημένο να αγκαλιάζει τον κορμό του αναβάτη και να περνά πάνω από τους ώμους του, προστατεύοντας από τυχόν σύγκρουση του σώματος με την άσφαλτο ή όποιο άλλο εμπόδιο απειλήσει τη σωματική του ακεραιότητα.

Τα πλεονεκτήματα αυτής της διάταξης είναι αρκετά και εμφανή. Πρώτον, κατά την Autoliv είναι ένα εξάρτημα με σχετικά μικρό κόστος παραγωγής, άρα δεν θα επιβαρύνει σημαντικά την τιμή του δικύκλου που θα το φορέσει. Δεύτερον, προσφέρει τη δυνατότητα προσαρμογής σε πληθώρα μοντέλων, κάτι που θα τον κάνει ελκυστικό για εργοστασιακή τοποθέτηση (ΟΕΜ) από πολλούς κατασκευαστές και, τρίτον, απολαμβάνει την καινοτομία της απόσπασής του από το όχημα για να μείνει στο σώμα του αναβάτη, αντικαθιστώντας έτσι τζάκετ ή ανεξάρτητα γιλέκα με ενσωματωμένο αερόσακο που πωλούνται ξεχωριστά στην αγορά.

H πολυτιμότερη MV Agusta όλων των εποχών - Έπιασε 5πλάσιο ποσό από τις εκτιμήσεις σε δημοπρασία

Με πρώην ιδιοκτήτη τον John Surtees! - Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1965 - Την οδήγησαν Hailwood - Agostini
MV Agusta Bonhams 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

28/4/2026

Η κορυφαία των MotoGP της εποχής της έπιασε ένα ποσό που έκανε τους ειδικούς εκτιμητές να μοιάζουν με ερασιτέχνες στον τελευταίο χτύπο του σφυριού στη δημοπρασία που διοργάνωσε ο οίκος Bohnams.

Σπάνια βλέπει κανείς εργοστασιακή αγωνιστική MV Agusta να προσφέρεται σε δημοπρασία, αφού όσες έχουν απομείνει είτε βρίσκονται σε κάποιο μουσείο, είτε σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Η προσφορά είναι εξαιρετικά σπάνια λοιπόν και η ζήτηση τεράστια, όμως ακόμη και αυτό δεν προϊδέασε κανένα για το ποσό που χρειάστηκε τελικά να δοθεί για να αλλάξει χέρια η 500άρα αγωνιστική Agusta του 1965, για την οποία σας μιλήσαμε πριν από δύο περίπου μήνες.

Πρόκειται για τη μοτοσυκλέτα με την οποία ο Mike Hailwood κέρδισε το τελευταίο από τα τέσσερα σερί πρωταθλήματα για την Agusta στην κορυφαία κατηγορία πριν αποχωρήσει για τη Honda, αφήνοντας το No.1 στους αναβάτες των Ιταλών στον ομόσταυλό του και ανερχόμενο τότε GIacomo Agostini, τον οποίο και άφησε εκείνη τη χρονιά στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης.

Η γνήσια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα αγοράστηκε από τον John Surtees τη 10ετία του 1980 όταν πωλήθηκαν τα υπάρχοντα του αγωνιστικού τμήματος της MV Agusta και ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης της την έκανε δικιά του το 2005 απευθείας από τον Βρετανό θρύλο.

Τα εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας που κατάφερε να αποσπάσει το ποσό του 1.115.594 ευρώ, το μεγαλύτερο που έχει δοθεί ποτέ για MV Agusta, έχουν άγνωστο αγωνιστικό ιστορικό, ενώ πιστεύεται ότι με αυτή αγωνίστηκε το 1965 τόσο ο Ago όσο και ο Hailwood και ως σύνολο είναι σύμφωνη με τις προδιαγραφές που χρησιμοποιούσε η εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta στα μέσα της δεκαετίας του 1960. 

Αν και είχε αποχωρήσει τέσσερα χρόνια πριν από την ομάδα, ο Surtees την αγόρασε γιατί, όπως έγραψε και σε σχετική επιστολή του προς τον άνθρωπο που την αγόρασε από αυτόν, πρόκειται για "...μια εξέλιξη του ίδιου τύπου μηχανής που οδηγούσα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1960". Η συγκεκριμένη μάλιστα ήταν και η μοναδική που κράτησε το εργοστάσιο ως ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα από τις 4κύλινδρες εκείνης της εποχής και έπειτα πούλησε, εκτός από εκείνες που κατέληξαν στο μουσείο της MV Agusta, το οποίο και πιστοποίησε τη γνησιότητά της.

MV Agusta Bonhams 2026

Η μοτοσυκλέτα πέρασε από σχολαστική ανακατασκευή διατηρώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των γνήσιων εξαρτημάτων της, εκτός από το κάλυμμα της σέλας που αντικαταστάθηκε και τα δύο αμορτισέρ που είναι αντιγραφές των αυθεντικών. Ξεχωρίζει επίσης από το τετραγωνικής διατομής ψαλίδι, το οποίο ήταν μία από τις τελευταίες αναβαθμίσεις που έκανε η MV Agusta σε αυτή τη μηχανή -το προηγούμενο ήταν οβάλ.

Στην επιστολή ο Surtees αναφέρει επίσης πως όλες οι λεπτομέρειες, όπως οι πλήμνες, οι ακτίνες, οι ζάντες, μαζί με την υπόλοιπη μοτοσυκλέτα, είναι όλα πρωτότυπα.

Ο μοναδικός στην ιστορία Παγκόσμιος Πρωταθλητής MotoGP που έχει καταφέρει να κερδίσει και τον αντίστοιχο τίτλο στη Formula 1 χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα σε επιδείξεις σε όλη την Ευρώπη και στη Νέα Ζηλανδία και την οδήγησε τελευταία φορά στη συνάντηση Spa Francorchamps Revival το 2006. Δεν θα πρέπει επίσης να συγχέεται με τις ρέπλικες που έφτιαξε ο Surtees έπειτα και από τη σχετική άδεια που του παραχώρησε η MV Agusta. Η μοτοσυκλέτα είναι λειτουργική, αλλά θα χρειαστεί εκ νέου συντήρηση για να οδηγηθεί καθώς έμεινε ανενεργή για μεγάλη χρονική περίοδο. 

Σε κάθε περίπτωση το ποσό που έπιασε στη δημοπρασία η 4κύλινδρη MV Agusta δικαιώνει το προσωνύμιό "Ferrari των μοτοσυκλετών" που έχει κερδίσει από το κοινό, όχι μόνο για τα 37 Παγκόσμια Πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει. Το κοινό πάθος που είχαν οι Domenico Agusta και Enzo Ferrari για τους αγώνες αλλά και το γεγονός ότι κατασκεύαζαν μοντέλα για τον δρόμο ώστε να τα πουλήσουν για να χρηματοδοτήσουν τα αγωνιστικά τους όνειρα ήταν ίσως το κύριο από τα συστατικά που συντέλεσαν στο χτίσιμο του μύθου της MV Agusta και την έφεραν στη συνείδηση του κοινού στο ίδιο επίπεδο με τη συμπατριώτισσά της Ferrari, για τα αγωνιστικά της οποίας ξοδεύονται αστρονομικά ποσά στις δημοπρασίες.