H Ducati στο VW Group!

Από το

Μαύρο Σκύλο

8/5/2012

Οι φήμες των τελευταίων μηνών για το ποιος θα αγόραζε την Ducati από την Investindustrial Group έληξαν στις 18 Μαρτίου, όπου ανακοινώθηκε και από τις δυο εταιρείες η συμφωνία.

Έτσι, η Audi AG που είναι μέλος του Volkswagen Group εξαγόρασε έναντι άγνωστου τιμήματος -που τα δημοσιεύματα των μεγάλων οικονομικών εφημερίδων προσδιορίζουν στα 860 εκατομμύρια ευρώ- πλήρως την Ducati Motor Holding S.p.A. Το VW Group έχει βάλει σαν στόχο να είναι στην πρώτη θέση της παγκόσμιας αυτοκινητοβιομηχανίας το 2018 και η Ducati είναι η ενδέκατη φίρμα που αποκτά, ενώ ανάμεσά τους υπάρχει ήδη και η επίσης ιταλική Lamborghini.

Το Investindustrial Group -μια εταιρεία επενδύσεων ιταλικής ιδιοκτησίας με ενεργητικό τριών δισεκατομμυρίων ευρώ- είχε εξαγοράσει από την αμερικανικών συμφερόντων Texas-Pacific Group το 2006 την Ducati και από τότε μέχρι σήμερα έχει ανοδική πορεία φθάνοντας να πουλήσει 42.200 μοτοσυκλέτες το 2011, από τις 35.300 που πούλησε το 2006. Τα κέρδη της, προ φόρων, από τα 5 εκατομμύρια ευρώ του 2006 έφθασαν τα 51 εκατομμύρια ευρώ το 2011. Η ανάπτυξή της τελευταία περιλαμβάνει το νέο εργοστάσιο που έφτιαξε στην Ταϊλάνδη το 2011 και την ισχυρή της παρουσία στις ταχύτατα ανερχόμενες αγορές της Βραζιλίας, Κίνας και Ινδίας, με το 80% των μοτοσυκλετών που παράγει να πωλούνται εκτός της ιταλικής αγοράς. Από την άλλη, το VW Group έχει υψηλές κερδοφορίες και ρευστότητα 17 δισεκατομμυρίων ευρώ, κάτι που τις επιτρέπει να κάνει επενδυτικές κινήσεις. Με την εξαγορά της Ducati θα έχει ακόμη ένα πεδίο ανταγωνισμού (εκτός από αυτό των αυτοκινήτων) με την BMW, η οποία έχει ισχυροποιήσει τη θέση της όσον αφορά τις μοτοσυκλέτες μετά από την εξαγορά της Husqvarna. Ο πρόεδρος της Volkswagen, Ferdinand Piech, είχε εκφράσει το ενδιαφέρον του για την εξαγορά της Ducati τον Απρίλιο του 2008, ενώ είναι γνωστό ότι ο ίδιος είναι ιδιοκτήτης και αναβάτης Ducati παρά τα 75 του χρόνια.

BOAK: Νέα αποζημίωση στην κοινοπραξία ΑΚΤΩΡ – ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ

Καθυστερήσεις στις απαλλοτριώσεις οδηγούν σε νέα οικονομική επιβάρυνση του Δημοσίου
ΒΟΑΚ
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

10/10/2025

Μετά την πρόσφατη αποζημίωση των 21 εκατ. ευρώ για το τμήμα Νεάπολη–Άγιος Νικόλαος, ο ανάδοχος (ΑΚΤΩΡ – ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ) του έργου Χερσόνησος–Νεάπολη ζητά πλέον 124 εκατ. ευρώ, επικαλούμενος καθυστερήσεις λόγω έλλειψης ωριμότητας των απαλλοτριώσεων

Η υπόθεση αφορά το τμήμα του Βόρειου Οδικού Άξονα Κρήτης (ΒΟΑΚ) από Χερσόνησο έως Νεάπολη, που υλοποιείται από την κοινοπραξία ΑΚΤΩΡ – ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ. Το έργο, μήκους 22,44 χιλιομέτρων, λαμβάνει παράταση 16,3 μηνών καθώς οι καθυστερήσεις στην παράδοση των απαλλοτριωμένων χώρων εμπόδισαν την πρόοδο των εργασιών.

Η αρχική ημερομηνία ολοκλήρωσης, του κυβερνητικά πολυδιαφημισμένου έργου, είχε οριστεί για τις 21 Απριλίου 2027, ωστόσο, όπως σημειώνεται στην απόφαση του Υπουργείου Υποδομών, “δεν διαπιστώθηκαν εργασίες που θα μπορούσε να εκτελέσει ο ανάδοχος για να περιορίσει τις καθυστερήσεις”, αναλαμβάνοντας εμμέσως την ευθύνη. Έτσι, το υπουργείο αποδέχτηκε το δικαίωμα του αναδόχου να ζητήσει αποζημίωση, το ακριβές ύψος της οποίας παραμένει άγνωστο, καθώς “θα οριστικοποιηθεί μετά την υποβολή όλων των απαιτούμενων δικαιολογητικών και την εξέτασή τους από την Αναθέτουσα Αρχή”.

Η εξέλιξη αυτή έρχεται να επιβεβαιώσει το υψηλό κόστος που προκαλούν οι ελλείψεις ωριμότητας στα μεγάλα έργα υποδομής. Οι καθυστερήσεις στις απαλλοτριώσεις, που δεν αποτελούν ευθύνη του αναδόχου, μεταφράζονται σε σημαντικές αποζημιώσεις προς τις εταιρείες, τις οποίες τελικά επωμίζεται το Δημόσιο.

Το έργο Χερσόνησος–Νεάπολη περιλαμβάνει:

  • 22,44 χλμ. αυτοκινητόδρομου με πλάτος οδοστρώματος 21,5 μ.
  • 9,65 χλμ. παράπλευρου και κάθετου δικτύου
  • 12 γέφυρες μονού κλάδου (1,7 χλμ.)
  • 5 σήραγγες συνολικού μήκους 6,75 χλμ.
  • 5 ανισόπεδους κόμβους

Το τμήμα αυτό αποτελεί το δεύτερο εργοτάξιο του ΒΟΑΚ που έχει ξεκινήσει κατασκευές, μετά το Νεάπολη–Άγιος Νικόλαος, όπου οι εργασίες προχωρούν. Το έργο των 14,5 χιλιομέτρων, με κόστος 186 εκατ. ευρώ, υλοποιείται επίσης από την ΤΕΡΝΑ και την ΑΚΤΩΡ και έχει ενταχθεί στο Ταμείο Ανάκαμψης.

Η νέα διεκδίκηση των 124 εκατ. ευρώ επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της επαρκούς προετοιμασίας των μεγάλων έργων πριν από τη δημοπράτησή τους, ένα θέμα που, όπως φαίνεται, κοστίζει ακριβά στην πολιτεία και κατ’ επέκταση στους πολίτες.