Οι φήμες των τελευταίων μηνών για το ποιος θα αγόραζε την Ducati από την Investindustrial Group έληξαν στις 18 Μαρτίου, όπου ανακοινώθηκε και από τις δυο εταιρείες η συμφωνία.
Έτσι, η Audi AG που είναι μέλος του Volkswagen Group εξαγόρασε έναντι άγνωστου τιμήματος -που τα δημοσιεύματα των μεγάλων οικονομικών εφημερίδων προσδιορίζουν στα 860 εκατομμύρια ευρώ- πλήρως την Ducati Motor Holding S.p.A. Το VW Group έχει βάλει σαν στόχο να είναι στην πρώτη θέση της παγκόσμιας αυτοκινητοβιομηχανίας το 2018 και η Ducati είναι η ενδέκατη φίρμα που αποκτά, ενώ ανάμεσά τους υπάρχει ήδη και η επίσης ιταλική Lamborghini.
Το Investindustrial Group -μια εταιρεία επενδύσεων ιταλικής ιδιοκτησίας με ενεργητικό τριών δισεκατομμυρίων ευρώ- είχε εξαγοράσει από την αμερικανικών συμφερόντων Texas-Pacific Group το 2006 την Ducati και από τότε μέχρι σήμερα έχει ανοδική πορεία φθάνοντας να πουλήσει 42.200 μοτοσυκλέτες το 2011, από τις 35.300 που πούλησε το 2006. Τα κέρδη της, προ φόρων, από τα 5 εκατομμύρια ευρώ του 2006 έφθασαν τα 51 εκατομμύρια ευρώ το 2011. Η ανάπτυξή της τελευταία περιλαμβάνει το νέο εργοστάσιο που έφτιαξε στην Ταϊλάνδη το 2011 και την ισχυρή της παρουσία στις ταχύτατα ανερχόμενες αγορές της Βραζιλίας, Κίνας και Ινδίας, με το 80% των μοτοσυκλετών που παράγει να πωλούνται εκτός της ιταλικής αγοράς. Από την άλλη, το VW Group έχει υψηλές κερδοφορίες και ρευστότητα 17 δισεκατομμυρίων ευρώ, κάτι που τις επιτρέπει να κάνει επενδυτικές κινήσεις. Με την εξαγορά της Ducati θα έχει ακόμη ένα πεδίο ανταγωνισμού (εκτός από αυτό των αυτοκινήτων) με την BMW, η οποία έχει ισχυροποιήσει τη θέση της όσον αφορά τις μοτοσυκλέτες μετά από την εξαγορά της Husqvarna. Ο πρόεδρος της Volkswagen, Ferdinand Piech, είχε εκφράσει το ενδιαφέρον του για την εξαγορά της Ducati τον Απρίλιο του 2008, ενώ είναι γνωστό ότι ο ίδιος είναι ιδιοκτήτης και αναβάτης Ducati παρά τα 75 του χρόνια.
1000ΕΥΡΩ/ΗΜΕΡΑ σε αμερικάνικο CLUB μοτοσυκλετιστών στην Γάζα για προστασία ανθρωπιστικής βοήθειας
Μέλη του Infidels Motorcycle Club, όλοι βετεράνοι του Ιράκ
Από τον
Φίλιππο Σταυριδόπουλο
10/9/2025
Μέλη του αμερικανικού club Infidels (άπιστοι) MC, γνωστό για την αντι-ισλαμική στάση του, εργάζονται ως ένοπλοι φύλακες στα σημεία διανομής ανθρωπιστικής βοήθειας στη Γάζα, όπου εκατοντάδες άμαχοι έχουν χάσει τη ζωή τους από πυρά
Η μεγάλη έρευνα του BBC επιβεβαίωσε την ταυτότητα δέκα μελών των Infidels MC που απασχολούνται από την ιδιωτική εταιρεία UG Solutions (UGS), τον εργολάβο ασφαλείας που έχει αναλάβει την προστασία των εγκαταστάσεων του Gaza Humanitarian Foundation (GHF).
Στα συγκεκριμένα σημεία έχουν σημειωθεί πολύνεκρα επεισόδια, με τον ΟΗΕ να κάνει λόγο για 1.135 νεκρούς αμάχους έως τις 2 Σεπτεμβρίου. Oι περισσότερες από τις δολοφονίες φαίνεται να έχουν διαπραχθεί από τις ισραηλινές δυνάμεις ασφαλείας.
Περιστατικά όπου άμαχοι τραυματίστηκαν ή εκτελέστηκαν ενώ αναζητούσαν βοήθεια βρίσκονται "υπό εξέταση από τις αρμόδιες αρχές των Ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων", ανέφερε ο ισραηλινός στρατός.
Σύμφωνα με το BBC η αρχική ημερήσια αποζημίωση για τα μέλη του club ανέρχεται στα 1.000 Ευρώ ανά ημέρα με τους επόπτες να αμοίβονται με 1.500 Ευρώ ανά ημέρα παραμονής.
Επτά από τα μέλη του club κατέχουν ανώτερες θέσεις εποπτείας, ενώ επικεφαλής είναι ο Johnny "Taz" Mulford, πρώην λοχίας του αμερικανικού στρατού, που έχει καταδικαστεί στο παρελθόν για συνωμοσία, δωροδοκία και ψευδείς αναφορές. Ο ίδιος φέρει τατουάζ με τον Σταυρό των Σταυροφόρων και τον αριθμό "1095", τη χρονιά που ξεκίνησε η Πρώτη Σταυροφορία.
"Το να βάλει κανείς τους Infidels επικεφαλής στην παράδοση ανθρωπιστικής βοήθειας στη Γάζα ισοδυναμεί με το να βάλεις την Κου Κλουξ Κλαν (Ku Klux Klan -KKK) να κάνει το ίδιο στο Σουδάν.", δήλωσε σχετικά ο Edward Ahmed Mitchell, αναπληρωτής διευθυντής του Συμβουλίου Αμερικανικών-Ισλαμικών Σχέσεεων (Council on American-Islamic Relations -CAIR), το οποίο ηγείται στις ΗΠΑ υπέρ των δικαιωμάτων των Μουσουλμάνων.
Αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δείχνουν ότι τον Μάιο, μόλις δύο εβδομάδες πριν ταξιδέψει στη Γάζα, ο Mulford επιδίωξε να στρατολογήσει Αμερικανούς βετεράνους του στρατού που τον ακολουθούν στο Facebook, προσκαλώντας οποιονδήποτε "μπορεί ακόμα να πυροβολεί, να κινείται και να επικοινωνεί" να κάνει αίτηση.
Το club Infidels MC, που ιδρύθηκε το 2006 από βετεράνους του πολέμου στο Ιράκ, χρησιμοποιεί χριστιανικά σύμβολα και παραλληλισμούς με τις σταυροφορίες και αναρτά αντι-μουσουλμανικό και ισλαμοφοβικό υλικό στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Έχει μάλιστα οργανώσει στη διάρκεια του Ραμαζανιού, πάρτι με κατανάλωση χοιρινού κρέατος προκαλώντας οργή για τον ανοιχτά προκλητικό και περιφρονητικό χαρακτήρα των ενεργειών της.
Παρά τις αντιδράσεις, η UGS υπερασπίζεται την επιλογή της και ανακοίνωσε: "Δεν αποκλείουμε άτομα για προσωπικά χόμπι ή συσχετίσεις που δεν επηρεάζουν την επαγγελματική τους απόδοση". Από την πλευρά του, το GHF υποστηρίζει ότι εφαρμόζει "πολιτική μηδενικής ανοχής σε διακρίσεις και μίσος".
Ένας άλλος επικεφαλής ομάδας στη Γάζα ο Josh Miller, ανάρτησε μια φωτογραφία με μια ομάδα ασφαλείας στη Γάζα, που ποζάρουν κρατώντας ένα πανό που έγραφε "Make Gaza Great Again". Το πανό διαφημίζει το λογότυπο μιας εταιρείας που του ανήκει, της onthex,η οποία πουλά T-shirts και άλλα ρούχα, μεταξύ των οποίων ένα με το σύνθημα "embrace violence" και ένα άλλο που γράφει: "Surf all day, rockets all night. Gaza summer 25."
Η UGS πάντως έχει αρνηθεί τις κατηγορίες ότι οι φρουροί ασφαλείας της πυροβόλησαν επίσης εναντίον αμάχων και ότι έθεσαν σε κίνδυνο ανθρώπους που αναζητούσαν τρόφιμα λόγω λανθασμένων χειρισμών της ηγεσίας των ομάδων ασφαλείας. Ωστόσο, η εταιρεία έχει παραδεχθεί ότι χρησιμοποιήθηκαν προειδοποιητικά πυρά για να διαλύσουν πλήθη..
Σε δήλωσή της, η UG Solutions, με έδρα τη Βόρεια Καρολίνα των ΗΠΑ, υποστήριξε τον Johnny Mulford, λέγοντας πως είναι μια "έμπιστη και σεβαστή προσωπικότητα" με περισσότερα από 30 χρόνια εμπειρίας στην υποστήριξη των ΗΠΑ και των συμμάχων τους παγκοσμίως. "Υπερασπιζόμαστε τη φήμη του, το ιστορικό του και τη συμβολή του στην επιτυχία σύνθετων αποστολών", σημείωσε η εταιρεία.
Η παρουσία μελών του συγκεκριμένου κλαμπ μοτοσυκλέτας σε μια από τις πιο τεταμένες ζώνες του πλανήτη, σε συνδυασμό με τις καταγεγραμμένες επιθέσεις κατά αμάχων, εγείρει σοβαρά ερωτήματα για την αξιοπιστία και την ηθική των επιχειρήσεων ασφάλειας που συνοδεύουν την ανθρωπιστική βοήθεια.