Honda Riding Trainer

Από το

Μαύρο Σκύλο

2/4/2013

Η Honda Motor Co., Ltd. ξεκινά τη διάθεση μίας αναθεωρημένης έκδοσης λογισμικού για το Riding Trainer που σχεδιάστηκε με σκοπό την εκπαίδευση στην ασφαλή οδήγηση μοτοσικλέτας. Η εγκατάσταση του νέου προγράμματος λογισμικού ξεκίνησε με τα μοντέλα Riding Trainer που κατασκευάστηκαν το Φεβρουάριο του 2013, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που προορίζονται για τις αγορές του εξωτερικού.

Το νέο λογισμικό βελτιώνει την ικανότητα πρόβλεψης των κινδύνων που συναντά ένας αναβάτης, περιλαμβάνοντας ακόμα πιο ρεαλιστικές καταστάσεις και συνθήκες.

Σημαντικό στοιχείο της αναβαθμισμένης έκδοσης είναι η προσθήκη της εξωτερικής εμφάνισης 15 μοτοσικλετών και η πιστή αναπαραγωγή της οθόνης οργάνων και του ήχου του κινητήρα κάθε μοντέλου.

Ανάμεσα στα μοντέλα είναι μικρά σκούτερ όπως το PCX, μεσαίες σπορ μηχανές όπως η CBR250R και μεγάλες σπορ όπως η CB1100 και η VFR1200F. Σε ένα περιβάλλον εικονικής πραγματικότητας προσομοιώνονται ποικίλες εφαρμογές σε διάφορες χώρες ανά τον κόσμο. Νέα χαρακτηριστικά του συστήματος λογισμικού είναι μία λειτουργία για γνωριμία με προηγμένα συστήματα πέδησης όπως το Combined Brake System (CBS) που φρενάρει ταυτόχρονα τον εμπρός και πίσω τροχό, αλλά και το Combined ABS που συνδυάζει CBS με ABS. Η Honda σκοπεύει επίσης να λανσάρει το ενημερωμένο λογισμικό σε εμπόρους μοτοσικλετών με εγκαταστάσεις του Riding Trainer.

Το Riding Trainer στόχο είχε να προωθήσει τη χρήση πρακτικών συσκευών εκπαίδευσης ασφαλούς οδήγησης μοτοσικλέτας προκειμένου να αναπτυχθεί η ικανότητα των αναβατών να προβλέπουν τους κινδύνους στο δρόμο. Οι πωλήσεις του Riding Trainer στο εξωτερικό ξεκίνησαν το Νοέμβριο του 2005 στα καταστήματα εμπόρων μοτοσικλετών της Honda σε όλη την Ευρώπη και το Φεβρουάριο του 2006 σε αντίστοιχα καταστήματα και επιχειρήσεις στην Ιαπωνία.

Περίπου 5.000 μονάδες χρησιμοποιούνται αυτή τη στιγμή σε 53 χώρες. Η Honda σκοπεύει να επεκτείνει τις πωλήσεις της για περαιτέρω διάδοση του συστήματος και για να επιβεβαιωθεί εκ νέου η δέσμευση της εταιρίας στην ασφάλεια – ζωτικό στοιχείο των δραστηριοτήτων της.

H πολυτιμότερη MV Agusta όλων των εποχών - Έπιασε 5πλάσιο ποσό από τις εκτιμήσεις σε δημοπρασία

Με πρώην ιδιοκτήτη τον John Surtees! - Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1965 - Την οδήγησαν Hailwood - Agostini
MV Agusta Bonhams 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

28/4/2026

Η κορυφαία των MotoGP της εποχής της έπιασε ένα ποσό που έκανε τους ειδικούς εκτιμητές να μοιάζουν με ερασιτέχνες στον τελευταίο χτύπο του σφυριού στη δημοπρασία που διοργάνωσε ο οίκος Bohnams.

Σπάνια βλέπει κανείς εργοστασιακή αγωνιστική MV Agusta να προσφέρεται σε δημοπρασία, αφού όσες έχουν απομείνει είτε βρίσκονται σε κάποιο μουσείο, είτε σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Η προσφορά είναι εξαιρετικά σπάνια λοιπόν και η ζήτηση τεράστια, όμως ακόμη και αυτό δεν προϊδέασε κανένα για το ποσό που χρειάστηκε τελικά να δοθεί για να αλλάξει χέρια η 500άρα αγωνιστική Agusta του 1965, για την οποία σας μιλήσαμε πριν από δύο περίπου μήνες.

Πρόκειται για τη μοτοσυκλέτα με την οποία ο Mike Hailwood κέρδισε το τελευταίο από τα τέσσερα σερί πρωταθλήματα για την Agusta στην κορυφαία κατηγορία πριν αποχωρήσει για τη Honda, αφήνοντας το No.1 στους αναβάτες των Ιταλών στον ομόσταυλό του και ανερχόμενο τότε GIacomo Agostini, τον οποίο και άφησε εκείνη τη χρονιά στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης.

Η γνήσια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα αγοράστηκε από τον John Surtees τη 10ετία του 1980 όταν πωλήθηκαν τα υπάρχοντα του αγωνιστικού τμήματος της MV Agusta και ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης της την έκανε δικιά του το 2005 απευθείας από τον Βρετανό θρύλο.

Τα εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας που κατάφερε να αποσπάσει το ποσό του 1.115.594 ευρώ, το μεγαλύτερο που έχει δοθεί ποτέ για MV Agusta, έχουν άγνωστο αγωνιστικό ιστορικό, ενώ πιστεύεται ότι με αυτή αγωνίστηκε το 1965 τόσο ο Ago όσο και ο Hailwood και ως σύνολο είναι σύμφωνη με τις προδιαγραφές που χρησιμοποιούσε η εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta στα μέσα της δεκαετίας του 1960. 

Αν και είχε αποχωρήσει τέσσερα χρόνια πριν από την ομάδα, ο Surtees την αγόρασε γιατί, όπως έγραψε και σε σχετική επιστολή του προς τον άνθρωπο που την αγόρασε από αυτόν, πρόκειται για "...μια εξέλιξη του ίδιου τύπου μηχανής που οδηγούσα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1960". Η συγκεκριμένη μάλιστα ήταν και η μοναδική που κράτησε το εργοστάσιο ως ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα από τις 4κύλινδρες εκείνης της εποχής και έπειτα πούλησε, εκτός από εκείνες που κατέληξαν στο μουσείο της MV Agusta, το οποίο και πιστοποίησε τη γνησιότητά της.

MV Agusta Bonhams 2026

Η μοτοσυκλέτα πέρασε από σχολαστική ανακατασκευή διατηρώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των γνήσιων εξαρτημάτων της, εκτός από το κάλυμμα της σέλας που αντικαταστάθηκε και τα δύο αμορτισέρ που είναι αντιγραφές των αυθεντικών. Ξεχωρίζει επίσης από το τετραγωνικής διατομής ψαλίδι, το οποίο ήταν μία από τις τελευταίες αναβαθμίσεις που έκανε η MV Agusta σε αυτή τη μηχανή -το προηγούμενο ήταν οβάλ.

Στην επιστολή ο Surtees αναφέρει επίσης πως όλες οι λεπτομέρειες, όπως οι πλήμνες, οι ακτίνες, οι ζάντες, μαζί με την υπόλοιπη μοτοσυκλέτα, είναι όλα πρωτότυπα.

Ο μοναδικός στην ιστορία Παγκόσμιος Πρωταθλητής MotoGP που έχει καταφέρει να κερδίσει και τον αντίστοιχο τίτλο στη Formula 1 χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα σε επιδείξεις σε όλη την Ευρώπη και στη Νέα Ζηλανδία και την οδήγησε τελευταία φορά στη συνάντηση Spa Francorchamps Revival το 2006. Δεν θα πρέπει επίσης να συγχέεται με τις ρέπλικες που έφτιαξε ο Surtees έπειτα και από τη σχετική άδεια που του παραχώρησε η MV Agusta. Η μοτοσυκλέτα είναι λειτουργική, αλλά θα χρειαστεί εκ νέου συντήρηση για να οδηγηθεί καθώς έμεινε ανενεργή για μεγάλη χρονική περίοδο. 

Σε κάθε περίπτωση το ποσό που έπιασε στη δημοπρασία η 4κύλινδρη MV Agusta δικαιώνει το προσωνύμιό "Ferrari των μοτοσυκλετών" που έχει κερδίσει από το κοινό, όχι μόνο για τα 37 Παγκόσμια Πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει. Το κοινό πάθος που είχαν οι Domenico Agusta και Enzo Ferrari για τους αγώνες αλλά και το γεγονός ότι κατασκεύαζαν μοντέλα για τον δρόμο ώστε να τα πουλήσουν για να χρηματοδοτήσουν τα αγωνιστικά τους όνειρα ήταν ίσως το κύριο από τα συστατικά που συντέλεσαν στο χτίσιμο του μύθου της MV Agusta και την έφεραν στη συνείδηση του κοινού στο ίδιο επίπεδο με τη συμπατριώτισσά της Ferrari, για τα αγωνιστικά της οποίας ξοδεύονται αστρονομικά ποσά στις δημοπρασίες.