Honda Super Cub - Αλλαγή ονόματος για το επόμενο "50άρι" παπί
Τα ονόματα που κατοχύρωσε η Honda την Ιαπωνία
Από τον
Θοδωρή Ξύδη
6/12/2024
Ελαφρώς διαφορετικό όνομα αναμένεται να έχει το νέο "50άρι" στρογγυλοφάναρο παπί της Honda στην Ιαπωνία ώστε να διαχωρίζει τη θέση του από το ισχυρότερο μοντέλο.
Οι νέες προδιαγραφές ρύπων που θα ισχύουν από τη νέα χρονιά στην αγορά της Ιαπωνίας θα σημάνουν το τέλος των πενηνταριών, λογικά για όλους τους κατασκευαστές και σίγουρα για τη Honda που σταματά την παραγωγή του Super Cub των 50 κ.εκ.
Οι Ιάπωνες θα δώσουν τέλος και σε άλλα μοντέλα τους με μοτέρ αυτής της χωρητικότητας καθώς η εξέλιξή τους για να πιάσουν τις νέες αυστηρότερες προδιαγραφές ρύπων είναι οικονομικά ασύμφορη.
Ωστόσο, η δημοφιλής κατηγορία κυβισμού στην Ιαπωνία δεν θα εξαφανιστεί με τους κατασκευαστές να εφοδιάζουν τα μοντέλα της με μεγαλύτερου κυβισμού μοτέρ, έως 125 κ.εκ., τα οποία όμως θα περιορίζουν τη μέγιστη ισχύ τους στους 5,4 ίππους.
Δεν αποκλείεται λοιπόν το Super Cub 50 να είναι επί της ουσίας ένα Super Cub 110 με περιορισμό στην ισχύ του, με το ιαπωνικό Young Machine να αναφέρει ότι η Honda έχει πραγματοποιήσει ήδη σχετικές δοκιμές. Για τα ιαπωνικά "μοτοποδήλατα" η νομοθεσία δεν υποχρεώνει τον κατασκευαστή να τοποθετήσει ABS και αυτό θα συγκρατήσει το κόστος σε παρόμοιο επίπεδο, κάτι που αναμένεται να κάνουν και οι ακτινωτές ζάντες με τα ατσάλινα στεφάνια στη θέση των χυτών αλουμινίου του Super Cub 110.
Παράλληλα, η Honda κατέθεσε προς κατοχύρωση και τρία νέα ονόματα. Εδώ μην περιμένετε μεγάλες αλλαγές αφού το όνομα για το παπί που θα ανήκει στην κατηγορία των μοτοποδηλάτων θα είναι Cub Lite σύμφωνα με τις πατέντες, ενώ το συνθετικό "Lite" θα προστεθεί και στο σκούτερ Dio, το οποίο στην Ευρώπη έρχεται ως Vision.
Τέλος και η επαγγελματική έκδοση Super Cub 50 Pro θα αποκτήσει το ίδιο συνθετικό στο όνομά της, ενώ το ιαπωνικό περιοδικό αναφέρει ότι η Honda δεν αποκλείεται να δώσει κάποια από τα νέα "50άρια" μοντέλα της και σε άλλους κατασκευαστές ώστε να τα πωλούν με το δικό τους όνομα.
H πολυτιμότερη MV Agusta όλων των εποχών - Έπιασε 5πλάσιο ποσό από τις εκτιμήσεις σε δημοπρασία
Με πρώην ιδιοκτήτη τον John Surtees! - Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1965 - Την οδήγησαν Hailwood - Agostini
Από τον
Θοδωρή Ξύδη
28/4/2026
Η κορυφαία των MotoGP της εποχής της έπιασε ένα ποσό που έκανε τους ειδικούς εκτιμητές να μοιάζουν με ερασιτέχνες στον τελευταίο χτύπο του σφυριού στη δημοπρασία που διοργάνωσε ο οίκος Bohnams.
Σπάνια βλέπει κανείς εργοστασιακή αγωνιστική MV Agusta να προσφέρεται σε δημοπρασία, αφού όσες έχουν απομείνει είτε βρίσκονται σε κάποιο μουσείο, είτε σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Η προσφορά είναι εξαιρετικά σπάνια λοιπόν και η ζήτηση τεράστια, όμως ακόμη και αυτό δεν προϊδέασε κανένα για το ποσό που χρειάστηκε τελικά να δοθεί για να αλλάξει χέρια η 500άρα αγωνιστική Agusta του 1965, για την οποία σας μιλήσαμε πριν από δύο περίπου μήνες.
Πρόκειται για τη μοτοσυκλέτα με την οποία ο Mike Hailwood κέρδισε το τελευταίο από τα τέσσερα σερί πρωταθλήματα για την Agusta στην κορυφαία κατηγορία πριν αποχωρήσει για τη Honda, αφήνοντας το No.1 στους αναβάτες των Ιταλών στον ομόσταυλό του και ανερχόμενο τότε GIacomo Agostini, τον οποίο και άφησε εκείνη τη χρονιά στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης.
Η γνήσια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα αγοράστηκε από τον John Surtees τη 10ετία του 1980 όταν πωλήθηκαν τα υπάρχοντα του αγωνιστικού τμήματος της MV Agusta και ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης της την έκανε δικιά του το 2005 απευθείας από τον Βρετανό θρύλο.
Τα εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας που κατάφερε να αποσπάσει το ποσό του 1.115.594 ευρώ, το μεγαλύτερο που έχει δοθεί ποτέ για MV Agusta, έχουν άγνωστο αγωνιστικό ιστορικό, ενώ πιστεύεται ότι με αυτή αγωνίστηκε το 1965 τόσο ο Ago όσο και ο Hailwood και ως σύνολο είναι σύμφωνη με τις προδιαγραφές που χρησιμοποιούσε η εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta στα μέσα της δεκαετίας του 1960.
Αν και είχε αποχωρήσει τέσσερα χρόνια πριν από την ομάδα, ο Surtees την αγόρασε γιατί, όπως έγραψε και σε σχετική επιστολή του προς τον άνθρωπο που την αγόρασε από αυτόν, πρόκειται για "...μια εξέλιξη του ίδιου τύπου μηχανής που οδηγούσα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1960". Η συγκεκριμένη μάλιστα ήταν και η μοναδική που κράτησε το εργοστάσιο ως ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα από τις 4κύλινδρες εκείνης της εποχής και έπειτα πούλησε, εκτός από εκείνες που κατέληξαν στο μουσείο της MV Agusta, το οποίο και πιστοποίησε τη γνησιότητά της.
Η μοτοσυκλέτα πέρασε από σχολαστική ανακατασκευή διατηρώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των γνήσιων εξαρτημάτων της, εκτός από το κάλυμμα της σέλας που αντικαταστάθηκε και τα δύο αμορτισέρ που είναι αντιγραφές των αυθεντικών. Ξεχωρίζει επίσης από το τετραγωνικής διατομής ψαλίδι, το οποίο ήταν μία από τις τελευταίες αναβαθμίσεις που έκανε η MV Agusta σε αυτή τη μηχανή -το προηγούμενο ήταν οβάλ.
Στην επιστολή ο Surtees αναφέρει επίσης πως όλες οι λεπτομέρειες, όπως οι πλήμνες, οι ακτίνες, οι ζάντες, μαζί με την υπόλοιπη μοτοσυκλέτα, είναι όλα πρωτότυπα.
Ο μοναδικός στην ιστορία Παγκόσμιος Πρωταθλητής MotoGP που έχει καταφέρει να κερδίσει και τον αντίστοιχο τίτλο στη Formula 1 χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα σε επιδείξεις σε όλη την Ευρώπη και στη Νέα Ζηλανδία και την οδήγησε τελευταία φορά στη συνάντηση Spa Francorchamps Revival το 2006. Δεν θα πρέπει επίσης να συγχέεται με τις ρέπλικες που έφτιαξε ο Surtees έπειτα και από τη σχετική άδεια που του παραχώρησε η MV Agusta. Η μοτοσυκλέτα είναι λειτουργική, αλλά θα χρειαστεί εκ νέου συντήρηση για να οδηγηθεί καθώς έμεινε ανενεργή για μεγάλη χρονική περίοδο.
Σε κάθε περίπτωση το ποσό που έπιασε στη δημοπρασία η 4κύλινδρη MV Agusta δικαιώνει το προσωνύμιό "Ferrari των μοτοσυκλετών" που έχει κερδίσει από το κοινό, όχι μόνο για τα 37 Παγκόσμια Πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει. Το κοινό πάθος που είχαν οι Domenico Agusta και Enzo Ferrari για τους αγώνες αλλά και το γεγονός ότι κατασκεύαζαν μοντέλα για τον δρόμο ώστε να τα πουλήσουν για να χρηματοδοτήσουν τα αγωνιστικά τους όνειρα ήταν ίσως το κύριο από τα συστατικά που συντέλεσαν στο χτίσιμο του μύθου της MV Agusta και την έφεραν στη συνείδηση του κοινού στο ίδιο επίπεδο με τη συμπατριώτισσά της Ferrari, για τα αγωνιστικά της οποίας ξοδεύονται αστρονομικά ποσά στις δημοπρασίες.