Η Dainese απέκτησε την TCX

Επέκταση γκάμας και όχι μόνο
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

1/10/2020

Η είδηση πως το Group της Dainese, το οποίο έχει και την ιταλική εταιρεία κρανών AGV, απέκτησε την εξίσου ιταλική εταιρεία TCX είναι ιδιαίτερα σημαντική. Τουλάχιστον επιχειρηματικά απ' όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως.

Κι αυτό, διότι η TCX δεν είναι απλώς ένα brand name που ασχολείται με τις μπότες μοτοσυκλετών. Είχαμε την ευκαιρία να βρεθούμε στο εργοστάσιό της στην Montebelluna της Ιταλίας πριν αρκετά χρόνια, όπου σε ένα διήμερο tour μας έδειξαν όλες τις δραστηριότητες της εταιρείας.

Ανάμεσά τους είναι η κατασκευή υποδημάτων για κάθε είδους ειδικές δυνάμεις (πυροσβέστες, αστυνομικούς, στρατιώτες κ.τ.λ.) αλλά και υποδημάτων ασφαλείας για εργάτες εργοστασίων και εργοταξίων. Ταυτόχρονα έχει μηχανήματα τελευταίας τεχνολογίας για την κατασκευή carbon και συνθετικών εξαρτημάτων και στο εργοστάσιό της είδαμε να κατασκευάζει carbon τμήματα για τα hi-end ποδοσφαιρικά παπούτσια της Nike, φανάρια για την Mercedes-Benz και carbon καθίσματα για την Ferrari 599! Κάτι που δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό, είναι πως αυτό το εργοστάσιο πριν αρχίσει να βγάζει την δική του μάρκα, έφτιαχνε εξαρτήματα και για την Dainese! Μαζί και κάποιοα παπούτσια ειδικού σκοπού, για σώματα ασφαλείας...

Προς το παρόν δεν υπάρχουν λεπτομέρειες της συμφωνίας που να μας δίνει καθαρή εικόνα αν ο όμιλος τις Dainese αγόρασε τα πάντα ή απλώς τον μοτοσυκλετιστικό κλάδο της TCX. Διότι η TCX ως εταιρεία έχει πολύ μεγάλη εμπορική αξία, λόγω του εργοστασίου της και του τμήματος R&D. Η πλειοψηφία των υπόλοιπων εταιρειών ρουχισμού για μοτοσυκλέτες δεν έχει καν εργοστάσιο! Είναι γραφεία με σχεδιαστές και τμήματα μάρκετινγκ/πωλήσεων και την κατασκευή των προϊόντων τους αναλαμβάνουν εργοστάσια στην Ασία- σε κάποιες περιπτώσεις εργοστάσια που ανήκουν σε άλλους επιχειρηματίες. Οι ιταλοί δημοσιογράφοι λένε πως η TCX θα συνεχίσει να πουλά τα προϊόντα της με το δικό της λογότυπο και δεν θα απορροφηθεί από την Dainese. Από την μεριά του ο CEO της Dainese κύριος Cristiano Silei αρκέστηκε να πει πως οι δύο εταιρείες μοιράζονται το ίδιο πάθος για καινοτομία και ασφάλεια και πως ανυπομονεί να δουλέψει με τους ανθρώπους της TCX. Αυτό δεν λέει βέβαια τίποτα ως προς το είδος της συμφωνίας εξαγοράς.  Σε κάθε περίπτωση, συνεχίζουμε να βλέπουμε μεγάλους γάμους Ιταλικών εταιρειών, όπως εκείνος μεταξύ Pirelli και Brembo, κάτι που είναι μεν απαραίτητο για την επιβίωσή τους, αλλά την ίδια στιγμή περιορίζει όλο και περισσότερο τις επιλογές του κοινού και την εμπορική ανεξαρτησία του κάθε κλάδου.

Για την ιστορία, η TCX πωλείται για δεύτερη φορά μέσα σε μία δεκαετία. Οι αρχικοί εταίροι αποχώρησαν με ρήτρα να μην κατασκευάζουν μπότες ή παπούτσια για ένα μεγάλο διάστημα, το οποίο έληξε και πλέον συνεχίζουν εκείνη την παλιά τους τέχνη με το όνομα Eleveit. Η TCX είχε αρχικά ξεκινήσει ως Oxtar, αλλά έμπλεξε σε ένα δικαστικό αγώνα με την Alpinestars για την χρήση του σήματος και του ονομάτος την οποία και έχασαν. Έτσι ξεκίνησαν την TCX που προχώρησε πολύ γρήγορα -και στην χώρα μας- μέχρι που η καθίζηση σε όλο τον κλάδο και η παγκόσμια ύφεση τους οδήγησε σε πώληση. Η εξαγορά από χρηματοπιστωτικό όμιλο έφερε την απαραίτητη εξυγίανση και τώρα πωλείται -με το απαραίτητο κέρδος- στον επόμενο, τον παλιό πελάτη τους, την Dainese!

Πωλείται η πίστα Chuckwalla στην Καλιφόρνια

Ανησυχία στους φίλους των Track Days για το μέλλον των διοργανώσεων
Chuckwalla
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

29/1/2026

Η Chuckwalla Valley Raceway, μία από τις πιο αγαπημένες και καλοδιατηρημένες πίστες της Νότιας Καλιφόρνιας, βγήκε πρόσφατα προς πώληση έναντι 26 εκατομμυρίων δολαρίων. Η είδηση προκαλεί ανησυχία στους λάτρεις των track days, όχι μόνο λόγω του υψηλού τιμήματος, αλλά και επειδή εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση που αλλάζει ριζικά το τοπίο των αμερικανικών πιστών.

Η Chuckwalla, με μήκος 2,68 μιλίων (4,31 χλμ.) και έκταση άνω των 1.000 στρεμμάτων, αποτελεί εδώ και χρόνια έναν από τους βασικούς πυλώνες των track days του Λος Άντζελες. Μαζί με τις πίστες Willow Springs και Buttonwillow, σχηματίζει το τρίγωνο στο οποίο στηρίζεται η καθημερινότητα χιλιάδων οδηγών που αναζητούν ασφαλή χώρο για να εξελίξουν τις ικανότητές τους και να διασκεδάσουν με γρήγορη οδήγηση στην πίστα. Η απόσταση των τριών ωρών από το Λος Άντζελες δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο για τη δημοφιλία της, ενώ η ποιότητα των εγκαταστάσεων και η συνέπεια στη λειτουργία της την καθιέρωσαν ως σημείο αναφοράς.

Ωστόσο, η πώληση της Chuckwalla έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος συμμετοχής σε track days στις Η.Π.Α. αυξάνεται δραματικά. Η πρόσφατη εξαγορά του Willow Springs από επενδυτικό fund και η μετατροπή του Circuit of the Americas σε πίστα αποκλειστικά για μέλη (!) αποτελούν ενδείξεις μιας νέας πραγματικότητας: οι πίστες μετατρέπονται σταδιακά σε κλειστά κλαμπ υψηλού κόστους. Στο Willow Springs, για παράδειγμα, η τιμή συμμετοχής σε track day έχει σχεδόν διπλασιαστεί, ενώ τα κόστη ενοικίασης έχουν τριπλασιαστεί, διώχνοντας πολλούς διοργανωτές.

Το μοντέλο λειτουργίας αλλάζει. Οι πίστες που κάποτε βασίζονταν στη συχνή ενοικίαση και στη μαζική συμμετοχή, στρέφονται πλέον σε συνδρομητικά σχήματα με υψηλά αρχικά κόστη και ετήσιες εισφορές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στο ultra-exclusive Thermal Club, η συμμετοχή απαιτεί εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια (250.0000 κόστος εγγραφής, ετήσια συνδρομή δεκάδων χιλιάδων δολαρίων) και υποχρεωτική αγορά κατοικίας ή οικοπέδου εντός του συγκροτήματος με τυπικό κόστος 2-5 εκατομμύρια δολάρια! Η λογική είναι ξεκάθαρη: σταθερά έσοδα, περιορισμένη χρήση, υψηλή αποκλειστικότητα.

Σύμφωνα με στελέχη του χώρου, η πίεση στα λειτουργικά κόστη -κυρίως στην ασφάλιση- ωθεί τις πίστες σε αυτό το μοντέλο. Παράλληλα, η είσοδος ιδιωτικών επενδυτικών σχημάτων αλλάζει τις προτεραιότητες: η αξία του ακινήτου και η μελλοντική μεταπώληση αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από την προσβασιμότητα και την κοινότητα των οδηγών.

Η Chuckwalla μέχρι σήμερα λειτουργούσε με τον παραδοσιακό τρόπο: ανοιχτή σε διοργανωτές, ομάδες και ιδιώτες. Ωστόσο, οι πιθανότητες να παραμείνει έτσι μετά την πώληση θεωρούνται περιορισμένες. Η τελευταία δεκαετία υπήρξε “χρυσή εποχή” για τους φίλους των track days στη Νότια Καλιφόρνια. Προσιτές τιμές, πολλές επιλογές και μια κουλτούρα που άνθισε μακριά από την εμπορευματοποίηση. Σήμερα, όμως, το χόμπι γίνεται ολοένα και πιο ακριβό, πιο αποκλειστικό και λιγότερο προσβάσιμο.

Το μέλλον της Chuckwalla θα δείξει αν η πίστα θα παραμείνει ένας ζωντανός χώρος για την κοινότητα ή αν θα ακολουθήσει την πορεία των υπόλοιπων εγκαταστάσεων που μετατράπηκαν σε κλειστά κλαμπ για λίγους.