Η Ελβετία αίρει την απαγόρευση αγώνων ταχύτητας σε ασφάλτινες πίστες μετά από 71 χρόνια! [VIDEO]

Απαγόρευση που είχε θεσπιστεί μετά από το φρικιαστικό ατύχημα με 84 νεκρούς στο Le Mans 1955
Αρχίζουν ξανά οι αγώνες πίστας στην Ελβετία
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

27/1/2026

Μετά από 71 χρόνια, η Ελβετία δίνει ξανά το πράσινο φως στους αγώνες ταχύτητας σε ασφάλτινες πίστες. Η ομοσπονδιακή απαγόρευση, που είχε επιβληθεί το 1955 μετά την επική τραγωδία του εικοσιτετράωρου αγώνα αυτοκινήτων Le Mans του 1955 στη γαλλική πίστα Circuit de la Sarthe, καταργείται από την 1η Ιουνίου. Από εδώ και πέρα, η αρμοδιότητα για την έγκριση διοργανώσεων και εγκαταστάσεων περνά στα καντόνια.

Από την 1η Ιουνίου οι αγώνες αυτοκινήτου και μοτοσυκλέτας θα μπορούν ξανά να διοργανωθούν σε ελβετικό έδαφος. Η απαγόρευση είχε θεσπιστεί το 1955, μετά το φρικτό δυστύχημα στις 24 Ώρες του Λε Μαν, όταν η Mercedes 300 SLR του Pierre Levegh εκτοξεύθηκε στις εξέδρες, σκοτώνοντας 84 ανθρώπους και τραυματίζοντας άλλους 120.

Το τρομερό ατύχημα συνέβει το απόγευμα της 11ης Ιουνίου 1955, στο τέλος του 35ου γύρου, τη στιγμή που αναμενόταν τα πρώτα pit-stop. Έχοντας λάβει εντολή από την ομάδα της Jaguar να μπει στα πιτ, ο Mike Hawthorn φρέναρε απότομα μπροστά από την Austin-Healey του Lance Macklin. Ο Macklin φρέναρε επίσης δυνατά, βγήκε προς το δεξί άκρο της πίστας σηκώνοντας σκόνη και στη συνέχεια το αυτοκίνητό του εκτινάχθηκε ξανά προς το κέντρο, ακριβώς στην πορεία της Mercedes-Benz του Pierre Levegh, που βρισκόταν στην 6η θέση, έναν γύρο πίσω. Κινούμενος με περίπου 240 χλμ, ο δεξιός εμπρός τροχός της Mercedes ανέβηκε πάνω στην αριστερή πίσω γωνία της Austin-Healey, εκτοξεύοντας το αυτοκίνητο του Levegh στον αέρα.

Το αυτοκίνητο προσέκρουσε σε ένα χωμάτινο ανάχωμα ύψους περίπου 1,20 μ., το μοναδικό εμπόδιο ανάμεσα στους θεατές και την πίστα, και διαλύθηκε. Κινητήρας, ψυγείο, αναρτήσεις εκτοξεύονται μέσα στο πλήθος διανύοντας σχεδόν 100 μέτρα. Όσοι είχαν ανέβει σε σκάλες ή πρόχειρες εξέδρες για καλύτερη θέα βρέθηκαν ακριβώς στην πορεία των φονικών συντριμμιών. Το υπόλοιπο αυτοκίνητο, πάνω στο ανάχωμα, τυλίχθηκε στις φλόγες, με τη φωτιά να ενισχύεται από το μαγνήσιο του αμαξώματος -δεν μπορούσαν να το σβήσουν για μέρες. Ο Levegh σκοτώθηκε ακαριαία.

Το απίστευτο τώρα είναι πως οι αγωνοδίκες αποφάσισαν... να συνεχιστεί ο αγώνας, θεωρώντας ότι μια μαζική αποχώρηση του τεράστιου πλήθους θα μπλόκαρε τους δρόμους και θα εμπόδιζε την πρόσβαση των ιατρικών και σωστικών συνεργείων! 

Δεκατρία λεπτά αργότερα, η MG του Dick Jacobs έχασε τον έλεγχο στην έξοδο της Maison Blanche, ανατράπηκε και κατέληξε ανάποδα, τυλιγμένη στις φλόγες. Ο Jacobs επέζησε, αλλά τραυματίστηκε σοβαρά και δεν αγωνίστηκε ποτέ ξανά. 

Αν και το πολύνεκρο δυστύχημα συνέβη στη Γαλλία, το σοκ ήταν τεράστιο σε όλη την Ευρώπη, ενώ στην Ελβετία πολιτικοί, εκκλησιαστικοί φορείς αλλά και η κοινή γνώμη ζήτησαν πλήρη διακοπή των αγώνων ταχύτητας στη χώρα. Μετά από τριετή συζήτηση, η κυβέρνηση επέβαλε ολική απαγόρευση το 1958. Εξαιρέθηκαν μόνο αγώνες όπως motocross, αναβάσεις και slalom, που θεωρούνταν λιγότερο επικίνδυνοι.

Η απόφαση για την κατάργηση της απαγόρευσης για μηχανοκίνητους αγώνες σε ασφάλτινες πίστες ελήφθη από το ελβετικό κοινοβούλιο το 2022, με ισχύ όμως από την 1η Ιουνίου 2026.

Με το τέλος της ομοσπονδιακής απαγόρευσης, η ευθύνη περνά πλέον στα καντόνια, τα οποία θα αποφασίζουν για την έγκριση διοργανώσεων αλλά και για την κατασκευή μόνιμων εγκαταστάσεων -ενδεχομένως και την αξιοποίηση του Circuit de Lignières.

Στην ιστορία του ελβετικού μηχανοκίνητου αθλητισμού ξεχωρίζει η πίστα του Bremgarten, στενή γρήγορη και γεμάτη δέντρα, ενεργή από τη δεκαετία του ’30 έως τα ’50, στο Bethlehem, στα βόρεια της Βέρνης. Εκεί διεξήχθη το πρώτο Ελβετικό Grand Prix το 1934. Στο Bremgarten, την 1η Ιουλίου 1948, κατά τις δοκιμές για το Grand Prix εκείνης της χρονιάς -που αφορούσε τόσο μοτοσυκλέτες όσο και μονοθέσια- έχασαν τη ζωή τους στη στροφή Eymatt ο θρυλικός Omobono Tenni και ο μεγάλος Achille Varzi.

Ετικέτες

Έξυπνες κάμερες: Αναβλήθηκε για δεύτερη φορά ο διαγωνισμός για την προμήθειά τους – Ξανά προσφυγές για τον ίδιο λόγο!

Η προμήθεια 1.000 καμερών από το υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης αρχίζει να μοιάζει με το γεφύρι της Άρτας
camera
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

8/7/2026

Δεν πρόλαβε να περάσει ένας μήνας από τότε που το υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης επαναπροκήρυξε τον διαγωνισμό για την “Προμήθεια, εγκατάσταση, λειτουργία και συντήρηση δικτύου Καμερών Καταγραφής Παραβάσεων Κ.Ο.Κ.”, δηλαδή των περίφημων 1.000 έξυπνων καμερών που θα τοποθετούνταν σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη.

Την πρώτη φορά ο διαγωνισμός ματαιώθηκε μετά από προδικαστικές προσφυγές εταιρειών που ήθελαν να συμμετάσχουν, θεωρώντας πως είναι ασαφείς οι προδιαγραφές του, ενώ προέκυψαν υπόνοιες πως πρόκειται για φωτογραφικό διαγωνισμό που οδηγούσε σε συγκεκριμένο κατασκευαστή.

Η εκ νέου προκήρυξή του είχε ως καταληκτική ημερομηνία υποβολής προσφορών την 27η Ιουλίου 2026, ωστόσο ούτε αυτή η προθεσμία πρόκειται να τηρηθεί, καθώς ξανά κατατέθηκαν δύο προσφυγές από εταιρείες που ήθελαν να λάβουν μέρος στον διαγωνισμό.

Η απόφαση της Ενιαίας Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων (ΕΑΔΗΣΥ) για τις εν λόγω νέες προσφυγές ήταν πως είναι βάσιμες και κατά συνέπεια προέβη σε αναστολή διενέργειάς του έως ότου εκδοθεί η οριστική απόφαση επί των προσφυγών.

Απ’ ότι φαίνεται και στη νέα προκήρυξη δεν άλλαξαν και πολλά από την πρώτη στο τεχνικό της σκέλος, γεγονός που οδήγησε τις εταιρείες Maycon και Aktor Κατασκευές στο να προσφύγουν εναντίον του και να δικαιωθούν από την ΕΑΔΗΣΥ που έκρινε πως, “α) οι υπό κρίση προσφυγές δεν παρίστανται προδήλως απαράδεκτες, β) ενδέχεται να υφίσταται βλάβη των προσφευγουσών από την προσβαλλόμενη διακήρυξη και τους όρους αυτής και γ) οι λόγοι των υπό κρίση προσφυγών δεν παρίστανται καταρχήν προδήλως αβάσιμοι, δεδομένου ότι η οριστική απόφαση περί της βασιμότητας των προσφυγών χρήζει περαιτέρω εξέτασης.”

Έχουμε γράψει πολλά για το θέμα και πιθανότατα δεν έχει νόημα να επαναλαμβανόμαστε όταν το υπουργείο δείχνει κάθε καλή διάθεση να επιβεβαιώσει κάθε κακή σκέψη που μπορεί κάποιος να κάνει για την ιστορία αυτή.

Εδώ ως Κράτος δεν μπορούμε επί χρόνια να ολοκληρώσουμε έναν διαγωνισμό για πινακίδες κυκλοφορίας, σε αυτό το τόσο περίπλοκο και ακριβότερο ζήτημα περιμέναμε αποτελέσματα;