Η ηλεκτρική Zeus της Curtiss

Όνομα και πράγμα
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

12/7/2019

Την ώρα που το ΜΟΤΟ βρίσκεται στην χώρα των καουμπόηδων και σας μεταφέρει αποκλειστικά τις πρώτες εντυπώσεις από την Livewire της Harley Davidson, μια ακόμη εταιρεία προτείνει τη δική της ηλεκτρική εκδοχή. Η Curtiss, ή Confederate όπως λεγόταν μέχρι το 2017, έχει κάνει ήδη τα πρώτα της βήματα στην ηλεκτροκίνηση. Το κεφαλαίο για την έρευνα και εξέλιξη σε αυτόν το τομέα, το εξασφάλισε απ' τη δημιουργία της τελευταίας μοτοσυκλέτας της με κινητήρα εσωτερικής καύσης, την Warhawk, που είναι μια χειροποίητη hot rod η οποία κυκλοφόρησε σε μόλις 35 μονάδες με κόστος 105.000 δολάρια.

Το 2018, η Curtiss παρουσίασε την πρώτη πρωτότυπη ηλεκτρική της μοτοσυκλέτα, την Hera (Ήρα). Τώρα, ένα χρόνο αργότερα, το concept πήρε “σάρκα και οστά”, αλλάζοντας τόσο εμφάνιση όσο και όνομα. Πλέον η Ήρα μπήκε στο χειρουργικό τραπέζι και έγινε Zeus (Δίας), καθώς η αλλαγή δεν ήταν μόνο στο όνομα αλλά και σε πολλούς άλλους, πιο ουσιαστικούς τομείς. Αρχικά, το πλαίσιό της άλλαξε ριζικά και πλέον είναι ατσάλινο σωληνωτό. Το πιρούνι είναι τύπου girder και ακολουθεί την αρχιτεκτονική του πλαισίου. καθώς αποτελείται από σωλήνες κράματος αλουμινίου 6061. Το ψαλίδι είναι και αυτό σωληνωτό και κατασκευασμένο απ’ το ίδιο κράμα, όπως και το πιρούνι ώστε να διατηρηθεί το βάρος όσο το δυνατόν πιο χαμηλά.

Στον ηλεκτρικό κινητήρα υπάρχουν αντίστοιχα πολλές αλλαγές, κυρίως στην διάταξη των μπαταριών. Συγκριτικά πάντα με την Hera, οι μπαταρίες του Zeus είναι κυλινδρικές αντί για ορθογώνιες. Επίσης, είναι τοποθετημένες κατά μήκος της μοτοσυκλέτας με κάθε μια απ’ αυτές να έχει μικρότερη κλίση θυμίζοντας διάταξη V8 από κινητήρα εσωτερικής καύσης, κάτι που υπερτονίζεται και απ' τις ψύκτρες τους. Όλες αυτές οι αλλαγές έγιναν ώστε η Curtiss να τιμήσει τον Glenn Curtiss, δημιουργό της πρώτης αμερικάνικης V2 μοτοσυκλέτας αλλά και μιας V8, με την οποία έσπασε το ρεκόρ ταχύτητας, το 1907 με 196km/h τελική ταχύτητα.

Ο κινητήρας που τροφοδοτούν με ρεύμα οι μπαταρίες, είναι ο P400 R της YASA και όχι της Zero Motorycles, που αρχικά είχε ακουστεί ότι θα συνεργαστεί με την Curtiss. Ζυγίζει μόλις 24 κιλά και παράγει 214hp αιχμής, ένα νούμερο πραγματικά εντυπωσιακό αλλά τελείως πλασματικό καθώς ισχύει μόνο για την εκκίνηση, ενώ έπειτα η ιπποδύναμη περιορίζεται στους 100 ίππους. Η μέγιστη τιμή της ροπής του P400 R φτάνει στιγμιαία τα 37,7kgm, όμως έπειτα περιορίζεται στα 20kgm. Οι ζάντες είναι 18 ιντσών εμπρός και πίσω και είναι κατασκευασμένες από carbon. Για όσους θέλουν να αποκτήσουν την Zeus, θα πρέπει να έχουν διαθέσιμο το διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των 75.000 δολαρίων (περίπου 66.700 ευρώ) στον τραπεζικό τους λογαριασμό. Τόσα ζητά η Curtiss από όσους θέλουν να κάνουν δική μια μοτοσυκλέτα, που αποτελεί φόρο τιμής στον Glenn Curtiss, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί μια σοβαρή επιλογή ανάμεσα στις ηλεκτρικές μοτοσυκλέτες υψηλών επιδόσεων, όπως αντίστοιχα είναι και η Vector της Arc. Το κόστος της Livewire απ’ την άλλη είναι περίπου το μισό απ’ αυτό της Zeus και είναι ένας απ’ τους πολλούς άσσους που κρύβει η πρώτη ηλεκτρική Harley Davidson, της οποία τα μυστικά θα αναλύσουμε στο τεύχος του Αυγούστου του ΜΟΤΟ.

Δημοπρασία της θρυλικής MV Agusta 500c 1965 των Agostini - Hailwood

Ένα πολύτιμο κομμάτι ιστορίας σε τιμή που θα πλησιάσει τις 250.000 ευρώ
MV Agusta - Δημοπρασία θρύλου
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

13/2/2026

Ο οίκος Bonhams βγάζει σε δημοπρασία μια ιστορική και δαφνοστεφανωμένη αγωνιστική μοτοσυκλέτα, την τετρακύλινδρη MV Agusta 500 του 1965 που σημάδεψε την αλλαγή σκυτάλης στην κορυφή, από τον πρώην απλησίαστο Mike “the bike” Hailwood, στον τότε ανερχόμενο 22χρονο αστέρα και κατόπιν θρύλο των αγώνων Giacomo Agostini ο οποίος θα κατακτούσε 7 συνεχόμενους Παγκόσμιους Τίτλους με τις μοτοσυκλέτες του κόμη Agusta.

Ο κόμης Agusta είχε αναγνωρίσει σωστά το μεγάλο ταλέντο του “Ago”, ενώ ο Hailwood που μέχρι τότε κέρδιζε χωρίς ανταγωνισμό καβάλα στις κόκκινες-ασημί ιταλικές μοτοσυκλέτες -για 4 χρόνια είχε μόνο νίκες, χάνοντας την πρωτιά μόλις σε 3 αγώνες! Στο ντεμπούτο του στην τετρακύλινδρη Agusta ο Ιταλός τερμάτισε 2ος πίσω από τον Hailwood στους πρώτους 5 αγώνες του 1965, κερδίζοντας τον 6ο, και κάνοντας τον “Mike the bike” να αλλάξει στρατόπεδο, για να περάσει στη Honda. Άδικος κόπος, η δύση του Hailwood είχε ξεκινήσει, με την εποχή του Agostini να κρατάει γερά για τα επόμενα 7 χρόνια.

MV Agusta 500

Η τετρακύλινδρη μοτοσυκλέτα των 497 κ.εκ. του 1965 είχε δυο εκκεντροφόρους επικεφαλής, 4 βαλβίδες στον κύλινδρο, και συμπίεση 10,4:1. Ο κινητήρας τροφοδοτούνταν από 4 Dell’Orto 28άρια καρμπιρατέρ, ο συμπλέκτης ήταν ξηρός πολύδισκος, και το κιβώτιο είχε 5 σχέσεις. Η ανακοινώσιμη απόδοση έφτανε τους 65 hp / 10.500 rpm και η τελική ταχύτητα τα 261 χλμ/ώρα. Το συμβατικό πιρούνι ήταν 38 mm, και πίσω έφερε δυο αμορτισέρ Girling. Ταμπούρα ήταν τα φρένα εμπρός-πίσω, στα 230 και 220 mm αντίστοιχα, και στους τροχούς 19 ιντσών η μοτοσυκλέτα φορούσε ελαστικά 100/90 Roadrunner της Avon. To βάρος έφτανε τα μόλις 138,8 κιλά με υγρά!

Ago

Τη μοτοσυκλέτα της δημοπρασίας οδήγησε τόσο ο Agostini, όσο και ο και Hailwood, συμβάλλοντας στη σχεδόν απόλυτη κυριαρχία της MV Agusta στα Παγκόσμια Πρωταθλήματα εκείνης της περιόδου.

Ago and Mike

Η τετρακύλινδρη διάταξη προσέφερε κορυφαία απόδοση, δίνοντας στην MV Agusta σαφές πλεονέκτημα απέναντι στους μονοκύλινδρους και δικύλινδρους ανταγωνιστές της. Ο κινητήρας τοποθετούνταν σε ελαφρύ σωληνωτό πλαίσιο, ενώ η μοτοσυκλέτα συνεχίζει να θεωρείται -δικαίως- και σήμερα μία από τις σημαντικότερες και ομορφότερες GP μοτοσυκλέτες που κατασκευάστηκαν ποτέ.

Η χρυσή εποχή του Giacomo Agostini με την MV Agusta

Ago

Το 1964 ο κόμης Agusta είχε στραμμένο το βλέμμα του σε έναν νεαρό Ιταλό αναβάτη: τον Giacomo Agostini, ο οποίος είχε ξεχωρίσει με τη Moto Morini και υπέγραψε με την MV Agusta. Δεν μπορούσε ακόμη να ανταγωνιστεί τον Mike Hailwood, που κέρδιζε σχεδόν όλους τους αγώνες και συχνά έριχνε γύρο σε όλους τους υπόλοιπους αναβάτες -εκτός από τον Agostini. Η MV Agusta έστειλε τον Ago στη Φινλανδία, όπου είχε ακόμη πιθανότητες για τον τίτλο των 350cc, καθώς ο πρωτοπόρος Jim Redman (Honda) δεν μπορούσε να ξεκινήσει λόγω τραυματισμού. Ο Agostini συμμετείχε και στον αγώνα των 500cc στη Φινλανδία -και τον κέρδισε .

Η πρώιμη επιτυχία του τον οδήγησε στην εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta για το 1965, όπου θα αγωνιζόταν στις κατηγορίες 350cc και 500cc για την επόμενη δεκαετία. Στα 22 του, ξεκίνησε εντυπωσιακά, τερματίζοντας δεύτερος και στις δύο κατηγορίες πίσω από τον teammate και μέντορά του, Mike Hailwood.

MV Agusta 500

Το 1966 ο Hailwood μετακινήθηκε στη Honda, αφήνοντας τον Agostini ως πρώτο αναβάτη της MV Agusta. Αν και έχασε τον τίτλο των 350cc, ο Ago κατέκτησε το πρώτο του Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στα 500cc, κερδίζοντας δραματικά τον τελευταίο αγώνα της χρονιάς όταν ο Hailwood εγκατέλειψε. Το 1967 οι δύο μονομάχησαν ξανά, με τον Agostini να διατηρεί οριακά τον τίτλο -ισοβαθμώντας σε βαθμούς και νίκες με τον Hailwood, αλλά υπερισχύοντας χάρη σε περισσότερες δεύτερες θέσεις.

Κι αν μέχρι τότε υπήρχε κάποια ισορροπία δυνάμεων μεταξύ Ago και Hailwood, τα επόμενα χρόνια ο Agostini πέρασε σε άλλο επίπεδο, κυριαρχώντας απόλυτα όπου κι αν αγωνιζόταν. Το 1968 ο “Ago” κέρδισε όλους τους αγώνες που έτρεξε σε 350cc και 500cc, ενώ το 1969 επανέλαβε τον ίδιο άθλο, και το 1970 το έκανε ξανά!

Το σερί έσπασε στο Isle of Man TT του 1971, όταν η MV Agusta του Ago έμεινε στον πρώτο γύρο του Junior TT. Μέχρι τότε είχε κερδίσει… 58 (!) συνεχόμενους αγώνες -26 στα 350cc και 32 στα 500cc. Αν εξαιρέσουμε λίγες εγκαταλείψεις το ’71 και ’72, ο Agostini κέρδισε κάθε αγώνα που τερμάτισε σε διάστημα πέντε ετών, με μόλις δύο εξαιρέσεις!

Ago

Ο Agostini αποσύρθηκε το 1977, αφήνοντας πίσω του εξωπραγματικά στατιστικά:

  • Επτά συνεχόμενα Παγκόσμια Πρωταθλήματα 500cc (1966–1972)
  • Επτά συνεχόμενα Πρωταθλήματα 350cc (1968–1974)
  • Ένα ακόμη Πρωτάθλημα 500cc το 1975 με Yamaha, φτάνοντας τα 15 συνολικά.

Και όλα ξεκίνησαν, με τη μοτοσυκλέτα που ο οίκος Bonhams βγάζει τώρα σε δημοπρασία, και που αναμένεται να πωληθεί στα 180.000-250.000 ευρώ.