Η πρώτη γυναίκα νικήτρια στο Iron Butt Rally

Η Wendy Crockett μας βάζει τα γυαλιά
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

5/7/2019

Το Iron Butt Rally, για όσους δεν γνωρίζουν, είναι ένας αγώνας αντοχής που φέρνει τους αναβάτες στα όριά τους. Πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1984, όταν μια παρέα 10 αρκετά θαρραλέων και χιλιομετροφάγων αναβατών αποφάσισαν να διανύσουν17.600 χιλιόμετρα, διασχίζοντας τις Ηνωμένες Πολιτείες μέσα σε 11 μέρες. Αν φαντάζεστε πως το rally περιλαμβάνει αχανείς ευθείες και χαλαρό cruising πάνω σε μια Harley κάνετε μεγάλο λάθος. Είναι κάτι παραπάνω από αυτό, καθώς ο νικητής δεν είναι αυτός που θα καλύψει πρώτος τα 17.600 χιλιόμετρα, αλλά αυτός που θα το κάνει μέσα στο χρονικό όριο, περνώντας από συγκεκριμένα σημεία και μαζεύοντας πειστήρια ότι πέρασε από εκεί. Για την ακρίβεια οι διοργανωτές έχουν θέσει διάφορα checkpoints στο χάρτη, που το καθένα προσφέρει διαφορετικούς βαθμούς με βάση το πόσο δύσκολη είναι η πρόσβασή τους. Συνεπώς, πέρα απ’ τη κούραση του να καλύπτει ο αναβάτης τουλάχιστον 1.760 χιλιόμετρα καθημερινά, πρέπει να υπολογίζει και τα σημεία απ’ τα οποία θα περάσει ώστε να συλλέξει τους περισσότερους βαθμούς.

Στο παρελθόν έχουν λάβει μέρος αρκετές γυναίκες στο rally, αλλά καμία δεν είχε καταφέρει μέχρι τώρα  να στεφθεί νικήτρια. Φέτος όμως, η Wendy Crockett το κατάφερε! Σύντροφός της για αυτό τον αγώνα ήταν το Yamaha FJR 1300 που έχει απ’ το 2005 και έχει γράψει πάνω στη σέλα του πάνω από  320.000 χιλιόμετρα. Έτσι, είχε στο δυναμικό της όλη την απαραίτητη προϋπηρεσία για να λάβει μέρος σε αυτό το Rally, όμως δεν ήταν η πρώτη φορά.

Η Crockett έλαβε μέρος για πρώτη φορά στο Rally το 2014 και έκτοτε συνέχισε να παίρνει μέρος κάθε χρόνο μέχρι να πετύχει το στόχο της. Παράλληλα, φρόντισε να τονίσει πως για να νικήσει κανείς στο rally, σημασία έχει το τσαγανό και το πείσμα και όχι τόσο τι μοτοσυκλέτα χρησιμοποιείς... Εξάλλου, το πείσμα των γυναικών είναι γνωστό τους γνώρισμα και όταν μια γυναίκα βάλει κάτι στο μυαλό της, το πιθανότερο είναι να το καταφέρει αργά ή γρήγορα… Τώρα ξέρετε τι να απαντήσετε την επόμενη φορά που θα πει η σύντροφός σας ότι πόνεσαν... τα μαλακά της μόρια απ’ τα μεγάλα ταξίδια, απλά θέλει προσοχή μην την εξαγριώσετε και βάλει στόχο να πουλήσετε την αγαπημένη σας…

H πολυτιμότερη MV Agusta όλων των εποχών - Έπιασε 5πλάσιο ποσό από τις εκτιμήσεις σε δημοπρασία

Με πρώην ιδιοκτήτη τον John Surtees! - Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1965 - Την οδήγησαν Hailwood - Agostini
MV Agusta Bonhams 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

28/4/2026

Η κορυφαία των MotoGP της εποχής της έπιασε ένα ποσό που έκανε τους ειδικούς εκτιμητές να μοιάζουν με ερασιτέχνες στον τελευταίο χτύπο του σφυριού στη δημοπρασία που διοργάνωσε ο οίκος Bohnams.

Σπάνια βλέπει κανείς εργοστασιακή αγωνιστική MV Agusta να προσφέρεται σε δημοπρασία, αφού όσες έχουν απομείνει είτε βρίσκονται σε κάποιο μουσείο, είτε σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Η προσφορά είναι εξαιρετικά σπάνια λοιπόν και η ζήτηση τεράστια, όμως ακόμη και αυτό δεν προϊδέασε κανένα για το ποσό που χρειάστηκε τελικά να δοθεί για να αλλάξει χέρια η 500άρα αγωνιστική Agusta του 1965, για την οποία σας μιλήσαμε πριν από δύο περίπου μήνες.

Πρόκειται για τη μοτοσυκλέτα με την οποία ο Mike Hailwood κέρδισε το τελευταίο από τα τέσσερα σερί πρωταθλήματα για την Agusta στην κορυφαία κατηγορία πριν αποχωρήσει για τη Honda, αφήνοντας το No.1 στους αναβάτες των Ιταλών στον ομόσταυλό του και ανερχόμενο τότε GIacomo Agostini, τον οποίο και άφησε εκείνη τη χρονιά στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης.

Η γνήσια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα αγοράστηκε από τον John Surtees τη 10ετία του 1980 όταν πωλήθηκαν τα υπάρχοντα του αγωνιστικού τμήματος της MV Agusta και ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης της την έκανε δικιά του το 2005 απευθείας από τον Βρετανό θρύλο.

Τα εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας που κατάφερε να αποσπάσει το ποσό του 1.115.594 ευρώ, το μεγαλύτερο που έχει δοθεί ποτέ για MV Agusta, έχουν άγνωστο αγωνιστικό ιστορικό, ενώ πιστεύεται ότι με αυτή αγωνίστηκε το 1965 τόσο ο Ago όσο και ο Hailwood και ως σύνολο είναι σύμφωνη με τις προδιαγραφές που χρησιμοποιούσε η εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta στα μέσα της δεκαετίας του 1960. 

Αν και είχε αποχωρήσει τέσσερα χρόνια πριν από την ομάδα, ο Surtees την αγόρασε γιατί, όπως έγραψε και σε σχετική επιστολή του προς τον άνθρωπο που την αγόρασε από αυτόν, πρόκειται για "...μια εξέλιξη του ίδιου τύπου μηχανής που οδηγούσα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1960". Η συγκεκριμένη μάλιστα ήταν και η μοναδική που κράτησε το εργοστάσιο ως ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα από τις 4κύλινδρες εκείνης της εποχής και έπειτα πούλησε, εκτός από εκείνες που κατέληξαν στο μουσείο της MV Agusta, το οποίο και πιστοποίησε τη γνησιότητά της.

MV Agusta Bonhams 2026

Η μοτοσυκλέτα πέρασε από σχολαστική ανακατασκευή διατηρώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των γνήσιων εξαρτημάτων της, εκτός από το κάλυμμα της σέλας που αντικαταστάθηκε και τα δύο αμορτισέρ που είναι αντιγραφές των αυθεντικών. Ξεχωρίζει επίσης από το τετραγωνικής διατομής ψαλίδι, το οποίο ήταν μία από τις τελευταίες αναβαθμίσεις που έκανε η MV Agusta σε αυτή τη μηχανή -το προηγούμενο ήταν οβάλ.

Στην επιστολή ο Surtees αναφέρει επίσης πως όλες οι λεπτομέρειες, όπως οι πλήμνες, οι ακτίνες, οι ζάντες, μαζί με την υπόλοιπη μοτοσυκλέτα, είναι όλα πρωτότυπα.

Ο μοναδικός στην ιστορία Παγκόσμιος Πρωταθλητής MotoGP που έχει καταφέρει να κερδίσει και τον αντίστοιχο τίτλο στη Formula 1 χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα σε επιδείξεις σε όλη την Ευρώπη και στη Νέα Ζηλανδία και την οδήγησε τελευταία φορά στη συνάντηση Spa Francorchamps Revival το 2006. Δεν θα πρέπει επίσης να συγχέεται με τις ρέπλικες που έφτιαξε ο Surtees έπειτα και από τη σχετική άδεια που του παραχώρησε η MV Agusta. Η μοτοσυκλέτα είναι λειτουργική, αλλά θα χρειαστεί εκ νέου συντήρηση για να οδηγηθεί καθώς έμεινε ανενεργή για μεγάλη χρονική περίοδο. 

Σε κάθε περίπτωση το ποσό που έπιασε στη δημοπρασία η 4κύλινδρη MV Agusta δικαιώνει το προσωνύμιό "Ferrari των μοτοσυκλετών" που έχει κερδίσει από το κοινό, όχι μόνο για τα 37 Παγκόσμια Πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει. Το κοινό πάθος που είχαν οι Domenico Agusta και Enzo Ferrari για τους αγώνες αλλά και το γεγονός ότι κατασκεύαζαν μοντέλα για τον δρόμο ώστε να τα πουλήσουν για να χρηματοδοτήσουν τα αγωνιστικά τους όνειρα ήταν ίσως το κύριο από τα συστατικά που συντέλεσαν στο χτίσιμο του μύθου της MV Agusta και την έφεραν στη συνείδηση του κοινού στο ίδιο επίπεδο με τη συμπατριώτισσά της Ferrari, για τα αγωνιστικά της οποίας ξοδεύονται αστρονομικά ποσά στις δημοπρασίες.