Kawasaki: Πρώτη ιαπωνική εταιρεία με Advanced Rider Assistance System της Bosch

Στόχος η ασφάλεια του αναβάτη
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

25/11/2019

Το γεγονός ότι η Bosch εργάζεται τα τελευταία χρόνια στη μεταφορά τεχνογνωσίας των ηλεκτρονικών βοηθημάτων από τα αυτοκίνητα στις μοτοσυκλέτες, δεν αποτελεί κάποια “ηχηρή” είδηση. Μάλιστα, γνωρίζουμε πως η εταιρεία συνεργάζεται τόσο με την Ducati όσο και με την KTM για την ανάπτυξη και εξέλιξη του Hardware αλλά και των προγραμμάτων που είναι απαραίτητα για την εφαρμογή του Adavanced Riders Assistance System (ARAS).

Στην περσινή EICMA είχαμε δει το Multistrada της Ducati εφοδιασμένο με τα πρωτότυπα ραντάρ, ενώ το σύστημα δεν έχει περάσει ακόμη στις μοτοσυκλέτες παραγωγής. Το ίδιο συνέβη και το προηγούμενο καλοκαίρι που είδαμε την KTM να δοκιμάζει ένα πρωτότυπο 1290 Adventure T, με ενσωματωμένο ραντάρ στο κάτω μέρος του προβολέα. Το ARAS εξελίσσεται και είναι σίγουρο πως θα έρθει στον κόσμο των μοτοσυκλετών. Το θέμα είναι ποια εταιρεία θα εφοδιάσει πρώτη τις μοτοσυκλέτες της με αυτό. Γνωρίζουμε πως η ΚΤΜ έχει δηλώσει ότι το 2021 τα μοντέλα της θα αρχίσουν να εξοπλίζονται με αυτό το σύστημα και στο παρελθόν υπήρξε πρωτοπόρος στην εφαρμογή του Cornering ABS, γεγονός που αυξάνει τις πιθανότητες να έχει άλλη μια πρωτιά στο τομέα των νέων τεχνολογιών. Η Ducati από την άλλη παραμένει σιωπηλή, ενώ τώρα η Kawasaki φαίνεται πως μπαίνει δυναμικά στο παιχνίδι, όπως προκύπτει από δελτίου τύπου που εξέδωσε, διεκδικώντας μάλιστα και τον τίτλο πως οι μοτοσυκλέτες της θα είναι οι πρώτες ιαπωνικές, εφοδιασμένες με ARAS.

Στο παρελθόν είχαμε δει πατέντες της Kawasaki για το ότι εργαζόταν πάνω σε αυτόν το τομέα, χωρίς όμως να υπάρχουν πληροφορίες για το αν το αναπτύσσει μόνη της ή όχι. Πλέον έχει ανακοινωθεί επίσημα η συνεργασία της με την Bosch και η προσθήκη του ARAS θα εισάγει περισσότερες τεχνολογίες στις μοτοσυκλέτες της. Αυτό προκύπτει από το Hardware που πρέπει να έχει η μοτοσυκλέτα για την ύπαρξη του συστήματος, όπως ο ηλεκτρονικός έλεγχος του γκαζιού (ride by wire) και ο ηλεκτρονικός έλεγχος του φρένου (brake by wire). Σε συνεργασία με τα ραντάρ, καθιστούν δυνατή τη χρήση του Adaptive Cruise Control (ACC), που σε αντίθεση με το κλασσικό cruise control δεν ρυθμίζεται μόνο η ταχύτητα αλλά και η απόσταση που επιθυμεί να έχει ο αναβάτης απ’ το προπορευόμενο όχημα. Όπως είχαμε αναφέρει και στο παρελθόν η πρώτη γενιά του ACC δεν λειτουργούσε αλάνθαστα, αφού στις ανοιχτές στροφές σε δρόμους με μπαριέρες οι αισθητήρες μπέρδευαν τα προστευτικά του δρόμου με άλλο όχημα που επιχειρούσε να μπει ανάμεσα στη μοτοσυκλέτα και το αυτοκίνητο μπροστά, με αποτέλεσμα να φρενάρει για την αποφυγή ατυχήματος. Το φαινόμενο αυτό έχει μειωθεί σημαντικά και οδεύει στο να τελειοποιηθεί όσο το σύστημα εξελίσσεται. Ακόμη, μέσω του ηλεκτρονικού ελέγχου του φρένου, η μοτοσυκλέτα θα έχει τη δυνατότητα να εφοδιαστεί με hill-assist (λειτουργία που ενεργοποιεί το φρένο όταν η μοτοσυκλέτα βρίσκεται σε ανηφόρα για να μην το πατά μόνιμα ο αναβάτης και πατά σταθερά και με τα δύο πόδια στην άσφαλτο) αν χρησιμοποιεί μονάδα IMU.

Άλλη μια λειτουργία που θα εισαχθεί είναι το αυτόματο σύστημα προειδοποίησης για πιθανή σύγκρουση με άλλο όχημα μέσω οπτικών ερεθισμάτων (συνήθως μέσα από λυχνίες που υπάρχουν στους καθρέπτες) ή ακουστικών για την αποφυγή του. Παραδείγματος χάριν, το σύστημα ενεργοποιείται και προειδοποιεί μέσω της λυχνίας του καθρέπτη τον αναβάτη όταν ένα όχημα πίσω του πλησιάζει με μεγάλη ταχύτητα και ο ίδιος δεν αντιδρά.

Η τελευταία λειτουργία που εισάγει το ARAS είναι το Blind-spot detection, όπου ελέγχοντας περιμετρικά το χώρο της μοτοσυκλέτας μέσω των ραντάρ, ειδοποιεί τον αναβάτη για οχήματα που μπορεί να βρίσκονται στην τυφλή γωνία των καθρεπτών.

Προς το παρόν, η Kawasaki δεν έχει ανακοινώσει ποια μοντέλα σκοπεύει να εξοπλίσει με το ARAS ούτε το πότε θα κυκλοφορήσουν στην αγορά. Μέσω του Yuji Horiuchi, Προέδρου της Motorcycles & Engine Company στην Kawasaki Heavy Insdustries, και του Geoff Liersch, Προέδρου της Bosch Two-Wheeler and Powersports Business Unit, έγινε ξεκάθαρο ότι η “πράσινη” εταιρεία θα είναι το πρώτο ιαπωνικό εργοστάσιο που οι μοτοσυκλέτες του θα χρησιμοποιούν το νέο ηλεκτρονικό βοήθημα και τα ραντάρ της Bosch, προσφέροντας πιο ασφαλή και άνετα ταξίδια.

Σίγουρα, η εισαγωγή των νεών τεχνολογιών μπορεί να μην εκφράζει τους αναβάτες που θέλουν τις μοτοσυκλέτες τους όσο πιο “αγνές” γίνεται -χωρίς ηλεκτρονικά βοηθήματα- όμως η αλήθεια είναι πως είναι ιδιαίτερα χρήσιμα ειδικά στους ελληνικούς δρόμους, που οι περισσότεροι έχουν τη προσοχή τους στο smartphone και όχι στην οδήγηση.

Ετικέτες

H πολυτιμότερη MV Agusta όλων των εποχών - Έπιασε 5πλάσιο ποσό από τις εκτιμήσεις σε δημοπρασία

Με πρώην ιδιοκτήτη τον John Surtees! - Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1965 - Την οδήγησαν Hailwood - Agostini
MV Agusta Bonhams 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

28/4/2026

Η κορυφαία των MotoGP της εποχής της έπιασε ένα ποσό που έκανε τους ειδικούς εκτιμητές να μοιάζουν με ερασιτέχνες στον τελευταίο χτύπο του σφυριού στη δημοπρασία που διοργάνωσε ο οίκος Bohnams.

Σπάνια βλέπει κανείς εργοστασιακή αγωνιστική MV Agusta να προσφέρεται σε δημοπρασία, αφού όσες έχουν απομείνει είτε βρίσκονται σε κάποιο μουσείο, είτε σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Η προσφορά είναι εξαιρετικά σπάνια λοιπόν και η ζήτηση τεράστια, όμως ακόμη και αυτό δεν προϊδέασε κανένα για το ποσό που χρειάστηκε τελικά να δοθεί για να αλλάξει χέρια η 500άρα αγωνιστική Agusta του 1965, για την οποία σας μιλήσαμε πριν από δύο περίπου μήνες.

Πρόκειται για τη μοτοσυκλέτα με την οποία ο Mike Hailwood κέρδισε το τελευταίο από τα τέσσερα σερί πρωταθλήματα για την Agusta στην κορυφαία κατηγορία πριν αποχωρήσει για τη Honda, αφήνοντας το No.1 στους αναβάτες των Ιταλών στον ομόσταυλό του και ανερχόμενο τότε GIacomo Agostini, τον οποίο και άφησε εκείνη τη χρονιά στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης.

Η γνήσια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα αγοράστηκε από τον John Surtees τη 10ετία του 1980 όταν πωλήθηκαν τα υπάρχοντα του αγωνιστικού τμήματος της MV Agusta και ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης της την έκανε δικιά του το 2005 απευθείας από τον Βρετανό θρύλο.

Τα εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας που κατάφερε να αποσπάσει το ποσό του 1.115.594 ευρώ, το μεγαλύτερο που έχει δοθεί ποτέ για MV Agusta, έχουν άγνωστο αγωνιστικό ιστορικό, ενώ πιστεύεται ότι με αυτή αγωνίστηκε το 1965 τόσο ο Ago όσο και ο Hailwood και ως σύνολο είναι σύμφωνη με τις προδιαγραφές που χρησιμοποιούσε η εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta στα μέσα της δεκαετίας του 1960. 

Αν και είχε αποχωρήσει τέσσερα χρόνια πριν από την ομάδα, ο Surtees την αγόρασε γιατί, όπως έγραψε και σε σχετική επιστολή του προς τον άνθρωπο που την αγόρασε από αυτόν, πρόκειται για "...μια εξέλιξη του ίδιου τύπου μηχανής που οδηγούσα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1960". Η συγκεκριμένη μάλιστα ήταν και η μοναδική που κράτησε το εργοστάσιο ως ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα από τις 4κύλινδρες εκείνης της εποχής και έπειτα πούλησε, εκτός από εκείνες που κατέληξαν στο μουσείο της MV Agusta, το οποίο και πιστοποίησε τη γνησιότητά της.

MV Agusta Bonhams 2026

Η μοτοσυκλέτα πέρασε από σχολαστική ανακατασκευή διατηρώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των γνήσιων εξαρτημάτων της, εκτός από το κάλυμμα της σέλας που αντικαταστάθηκε και τα δύο αμορτισέρ που είναι αντιγραφές των αυθεντικών. Ξεχωρίζει επίσης από το τετραγωνικής διατομής ψαλίδι, το οποίο ήταν μία από τις τελευταίες αναβαθμίσεις που έκανε η MV Agusta σε αυτή τη μηχανή -το προηγούμενο ήταν οβάλ.

Στην επιστολή ο Surtees αναφέρει επίσης πως όλες οι λεπτομέρειες, όπως οι πλήμνες, οι ακτίνες, οι ζάντες, μαζί με την υπόλοιπη μοτοσυκλέτα, είναι όλα πρωτότυπα.

Ο μοναδικός στην ιστορία Παγκόσμιος Πρωταθλητής MotoGP που έχει καταφέρει να κερδίσει και τον αντίστοιχο τίτλο στη Formula 1 χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα σε επιδείξεις σε όλη την Ευρώπη και στη Νέα Ζηλανδία και την οδήγησε τελευταία φορά στη συνάντηση Spa Francorchamps Revival το 2006. Δεν θα πρέπει επίσης να συγχέεται με τις ρέπλικες που έφτιαξε ο Surtees έπειτα και από τη σχετική άδεια που του παραχώρησε η MV Agusta. Η μοτοσυκλέτα είναι λειτουργική, αλλά θα χρειαστεί εκ νέου συντήρηση για να οδηγηθεί καθώς έμεινε ανενεργή για μεγάλη χρονική περίοδο. 

Σε κάθε περίπτωση το ποσό που έπιασε στη δημοπρασία η 4κύλινδρη MV Agusta δικαιώνει το προσωνύμιό "Ferrari των μοτοσυκλετών" που έχει κερδίσει από το κοινό, όχι μόνο για τα 37 Παγκόσμια Πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει. Το κοινό πάθος που είχαν οι Domenico Agusta και Enzo Ferrari για τους αγώνες αλλά και το γεγονός ότι κατασκεύαζαν μοντέλα για τον δρόμο ώστε να τα πουλήσουν για να χρηματοδοτήσουν τα αγωνιστικά τους όνειρα ήταν ίσως το κύριο από τα συστατικά που συντέλεσαν στο χτίσιμο του μύθου της MV Agusta και την έφεραν στη συνείδηση του κοινού στο ίδιο επίπεδο με τη συμπατριώτισσά της Ferrari, για τα αγωνιστικά της οποίας ξοδεύονται αστρονομικά ποσά στις δημοπρασίες.