MV Agusta: Ξανά στους Castiglioni

Από το

Μαύρο Σκύλο

1/9/2010

Στις 6 Αυγούστου 2010 ανακοινώθηκε η συμφωνία με την οποία η MV Agusta Motor S.p.A επανήλθε σε ποσοστό 100% στα χέρια του εξηνταπεντάχρονου Claudio Castiglioni Προέδρου της MV και του γιου του Giovanni, από την Harley-Davidson.
Τον Ιούλιο του 2008 είχε πουληθεί η οικογενειακή εταιρεία στην HD αντί του ποσού των 70 εκατομμυρίων ευρώ. Σε αυτό το ποσό περιλαμβανόταν η αποπληρωμή υφιστάμενων δανείων ύψους 45 εκατομμυρίων και επιπρόσθετα η καταβολή ενός ποσού της τάξης των 40 εκατομμυρίων στον Claudio Castiglioni το 2016, εάν όμως πετύχαιναν κάποιοι οικονομικοί στόχοι. Τώρα μετά την απόκτηση του 100% των μετοχών, μέσω της οικογενειακής της οικογενειακής εταιρείας χαρτοφυλακίου – αντί του ποσού των 5 ευρώ (!) – της MV Agusta Motor η οποία περιλαμβάνει και την Cagiva, o Claudio Castiglioni θα συνεχίσει να είναι Πρόεδρός της και μαζί με τον 29 ετών γιο του Giovanni, Διευθύνοντα Σύμβουλο, θα διοικούν την εταιρεία. O Giovanni, είχε εργαστεί στην MV Agusta το 2002 σαν υπεύθυνος επικοινωνίας, τώρα θα αφήσει την επιχείρηση μόδας που έχει για να ασχοληθεί πλήρως και καθημερινά με την MV.
Η Harley αποχώρησε έχοντας επενδύσει 60 εκατομμύρια δολάρια για να εξυγιάνει τον ισολογισμό της MV Agusta, να αναπτύξει τα δυο νέα μοντέλα του 2010, την καινούρια F4 και τις Brutale 990R και 1190R αλλά και για την εξέλιξη της τρικύλινδρης F3 των 675 κυβικών.
Ο Keith Wandell που ανέλαβε πέρυσι στις 15 Οκτωβρίου τη διοίκηση της Harley, αποφάσισε, εξαιτίας των οικονομικών προβλημάτων της που προκλήθηκαν από την ύφεση, να κλείσει την Buell και να πουλήσει την MV. “ Η απόφασή μας να παραχωρήσουμε την MV αντανακλά τη στρατηγική μας να επικεντρώσουμε τις προσπάθειες και τις επενδύσεις μας αποκλειστικά στην Harley-Davidson, γιατί θεωρούμε ότι αυτό είναι το καλύτερο για την μακρόχρονή ανάπτυξή μας” είπε ο Wandell ανακοινώνοντας την πώληση της MV στην οικογένεια Castiglioni, μόλις για τρία ευρώ ή πέντε δολάρια. Αυτό δείχνει την επιθυμία του να τελειώνει η εποχή της εμπλοκής της Harley με την MV, ενώ η απόφαση του προηγούμενου προέδρου της Jim Ziemer θεωρείται ένα στρατηγικό σφάλμα του Milwaukee, που η Harley πρέπει να πληρώσει. Ένας άλλος λόγος για την επιστροφή της MV στους Castiglioni είναι ο όρος στη συμφωνία του 2008 που είχε βάλει ο Claudio για την υποχρέωση της Harley να του καταβάλει το ποσό των 40 εκατομμυρίων δολαρίων στην περίπτωση που πωλούσε την MV Agusta σε άλλον αγοραστή. Για την MV Agusta είχαν ενδιαφερθεί τρία ιταλικά Funds αλλά και ο πρώην πρόεδρος της Ducati Federico Minoli, όπως έχει παραδεχθεί.
“Πραγματικά δεν περίμενα να ξαναβρεθώ σε αυτή τη θέση” είπε ο Claudio Castiglioni μετά την υπογραφή της συμφωνίας “Ήμουν αποφασισμένος να μην αφήσω την εταιρεία να καταλήξει στα χέρια των καρχαριών των funds που δεν καταλαβαίνουν τι αντιπροσωπεύει το όνομα της MV”
Τo 2009 η MV παρήγαγε 3.000 μοτοσυκλέτες, έχοντας 34 εκατομμύρια τζίρο και γράφοντας ζημιές 29 εκατομμυρίων, στην πρώτη χρονιά που ανήκε στον έλεγχο της Harley. Για φέτος η παραγωγή θα φθάσει μόνο τις 4.500 μοτοσυκλέτες και οι ζημιές τα 60 εκατομμύρια. Θα πρέπει να αυξήσουν πολύ την παραγωγή τους οι 250 εργαζόμενοι στην εταιρεία για να γίνει βιώσιμη. Ο Claudio πιστεύει ότι το κλειδί για την επιτυχία της MV είναι η τρικύλινδρη F3 που θα πωλείται στη τιμή των 10-11.000€, ενώ θα ακολουθήσει και μια πιο προσιτή έκδοση Brutale που μέσα στο εργοστάσιο αποκαλούν Brutalina. Ο Castiglioni έκανε ακόμη μια σημαντική κίνηση φέρνοντας και τον Massimo Bordi στο δυναμικό της MV Agusta. Ο Bordi είχε εργαστεί στην Ducati επί είκοσι τρία χρόνια, αντικαθιστώντας τον Fabio Taglioni από το 1985, δημιουργώντας τους υγρόψυκτους τετραβάλβιδους Desmo και φθάνοντας να είναι ο γενικός διευθυντής της Ducati μέχρι το 2003. H 916 και δεκατέσσερα παγκόσμια πρωταθλήματα αποκτήθηκαν εκείνα τα χρόνια.

Ιταλία: Δικαστική ανατροπή στη νομοθεσία για οδήγηση και ναρκωτικά

Το Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας ανέτρεψε νόμο του Matteo Salvini και δικαίωσε 39χρονο που είχε κατηγορηθεί για οδήγηση μετά από χρήση κάνναβης
drug test
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

3/2/2026

Τον Δεκέμβρη του 2024 ο Ιταλός υπουργός Μεταφορών, Matteo Salvini, είχε εισάγει μια σημαντική αλλαγή στο άρθρο 187 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας που αφορούσε οδήγηση και ναρκωτικές ουσίες. Η αλλαγή περιγράφεται γλαφυρά από τον τίτλο του άρθρου 187, όπου η ‘οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών’ αντικαταστάθηκε από ‘οδήγηση μετά τη χρήση ναρκωτικών’.

Η επιλογή της φρασεολογίας αυτής άνοιγε παραθυράκια για ενδεχομένως άδικες διώξεις, κυρίως όσον αφορά στην ανίχνευση ουσιών που αφήνουν ίχνη στον ανθρώπινο οργανισμό για μέρες μετά τη λήψη τους. Αυτό το ζήτημα μάλιστα δεν αφορά μόνο στη χρήση ναρκωτικών ουσιών, αλλά θα μπορούσε να βάλει σε μπελάδες και λήπτες φαρμακευτικών αγωγών.

Η ανατροπή του νόμου αυτού ήρθε πριν λίγες μέρες μέσω του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ιταλίας, στο οποίο προσέφυγε 39χρονος οδηγός που είχε κατηγορηθεί για ‘οδήγηση μετά από χρήση ναρκωτικών’ μετά από έλεγχο που του έγινε όταν ενεπλάκη σε ατύχημα επιστρέφοντας από τη δουλειά του. Ο κατηγορούμενος είχε καπνίσει κάνναβη 48 ώρες πριν τον έλεγχο, ωστόσο βρέθηκε αντιμέτωπος με πολύ σοβαρές κατηγορίες βάσει του άρθρου 187.

Στο δικαστήριο η απόφαση ήταν σαφής: για να τιμωρηθεί ο οδηγός θα πρέπει να επιβεβαιωθεί επιστημονικώς πως το είδος και η ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας που ανιχνεύτηκε στο σώμα του προκαλεί ψυχοσωματικές αλλαγές, δηλαδή απλά και μόνο η εύρεση ιχνών στον οργανισμό δεν αρκεί για καταδίκη.

Ωστόσο πρέπει να τονίσουμε πως εμπλέκεται αρκετή υποκειμενικότητα στο θέμα, καθώς δεν υπάρχουν ιατρικώς καθορισμένα όρια στη μετρήσιμη ποσότητα των απαγορευμένων ουσιών που μπορούν να επηρεάσουν την ικανότητα του οδηγού.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το δικαστήριο έκανε λόγο γι’ αυτό ακριβώς το θέμα, αναφέροντας πως σκοπός της νομοθεσίας είναι να προστατεύσει την οδική ασφάλεια και πως ένας οδηγός που φαίνεται να έχει διαύγεια σκέψης και δεν οδηγούσε επικίνδυνα δεν μπορεί να διωχθεί βάσει αυτής της διάταξης του ΚΟΚ.

Με την απόφαση αυτή λοιπόν ουσιαστικά ανατρέπεται η αλλαγή στο άρθρο 187 που είχε κάνει ο Salvini.

Εν τέλει, το ασαφές όριο μεταξύ της ανίχνευσης ναρκωτικών ουσιών στον οργανισμό και της οδήγησης υπό την επήρεια ανάγει το όλο θέμα στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή, ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση αποφάσισε υπέρ του κατηγορούμενου.