Νέα καρμπιρατέρ για δίχρονα προδιαγραφών Euro 5 από την Dell’Orto

Το φιλί της ζωής για τα μικρά δίχρονα
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

18/8/2021

Οι δίχρονοι κινητήρες έχουν “δαιμονοποιηθεί” από τους “οικολόγους” για τον καπνό που βγάζουν από την εξάτμισή τους και οι διαρκώς αυστηρότερες προδιαγραφές ρύπων έκαναν πανάκριβη την προσαρμογή τους σε αυτές, με αποτέλεσμα οι περισσότερες εταιρείες να σταματήσουν την παραγωγή τους. Φυσικά εξαιρέσεις υπάρχουν, όπως τα αγωνιστικά enduro και motocross της KTM/Husqvarna/GasGas που συνεχίζουν να παράγονται χάρη στη χρήση των υπερσύγχρονο ηλεκτρονικών συστημάτων τροφοδοσίας που διαθέτουν, όμως και πάλι πρόκειται για ειδικές περιπτώσεις και για μοτοσυκλέτες που χρησιμοποιούνται για ειδικό σκοπό και φυσικά δεν είναι φτηνές, ούτε να τις κατασκευάσεις, ούτε να τις αγοράσεις.

Τώρα όμως, έρχεται η Dell’Orto να δώσει ελπίδες για την επιβίωση των δίχρονων κινητήρων ευρείας παραγωγής, καθώς εξέλιξε ένα καρμπυρατέρ για μικρού κυβισμού δίχρονους κινητήρες 50 κυβικών, υποσχόμενη πως επιτρέπει στους κατασκευαστές να περάσουν τις προδιαγραφές Euro 4 και Euro 5 χωρίς πρόβλημα.

Ο λόγος που στόχευσαν στους μικρού κυβισμού δίχρονους κινητήρες αφορά ξεκάθαρα την… πραγματικότητα. Τα 50άρια χρειάζονται γκάζι και ροπή και όπως ξέρουμε οι δίχρονοι κινητήρες μπορούν να βγάλουν θεωρητικά έως και διπλάσια δύναμη και ροπή από έναν αντίστοιχου κυβισμού τετράχρονο κινητήρα. Την ίδια στιγμή όμως τα 50αρια πρέπει να είναι φτηνά, οπότε η χρήση πανάκριβων, περίπλοκων, ηλεκτρονικά ελεγχόμενων ψεκασμών, που θα έχουν αντίστοιχα πανάκριβα και περίπλοκα συστήματα διαχείρισης των ρύπων στην εξάτμιση δεν έχει λογική.

Η ιδανική συνταγή για αυτή την κατηγορία κυβισμού θα ήταν ένας δίχρονος κινητήρα με καρμπιρατέρ, που έχει διπλάδια απόδοση από έναν τετράχρονο και πολύ μικρότερο κατασκευαστικό κόστος λόγω της απλότητας του σχεδιασμού τους (δεν έχει κεφαλή με εκκεντροφόρους, αλυσίδες, τεντωτήρες κ.τ.λ) και αυτό ακριβώς έκανε η Dell’Orto.

Το μυστικό του νέου καρμπυρατέρ είναι πως στέλνει τη βενζίνη σε μορφή μικροσκοπικών σταγονιδίων πριν την ανάμιξή της με τον αέρα.

Οι διαθέσιμες διαστάσεις είναι δύο, στα 16mm για δίχρονους κινητήρες που είναι προσανατολισμένοι στη χαμηλή κατανάλωση και στα 24mm για τις σπορ εκδόσεις.

 

Πηγή: Motorrad Magazine

H πολυτιμότερη MV Agusta όλων των εποχών - Έπιασε 5πλάσιο ποσό από τις εκτιμήσεις σε δημοπρασία

Με πρώην ιδιοκτήτη τον John Surtees! - Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1965 - Την οδήγησαν Hailwood - Agostini
MV Agusta Bonhams 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

28/4/2026

Η κορυφαία των MotoGP της εποχής της έπιασε ένα ποσό που έκανε τους ειδικούς εκτιμητές να μοιάζουν με ερασιτέχνες στον τελευταίο χτύπο του σφυριού στη δημοπρασία που διοργάνωσε ο οίκος Bohnams.

Σπάνια βλέπει κανείς εργοστασιακή αγωνιστική MV Agusta να προσφέρεται σε δημοπρασία, αφού όσες έχουν απομείνει είτε βρίσκονται σε κάποιο μουσείο, είτε σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Η προσφορά είναι εξαιρετικά σπάνια λοιπόν και η ζήτηση τεράστια, όμως ακόμη και αυτό δεν προϊδέασε κανένα για το ποσό που χρειάστηκε τελικά να δοθεί για να αλλάξει χέρια η 500άρα αγωνιστική Agusta του 1965, για την οποία σας μιλήσαμε πριν από δύο περίπου μήνες.

Πρόκειται για τη μοτοσυκλέτα με την οποία ο Mike Hailwood κέρδισε το τελευταίο από τα τέσσερα σερί πρωταθλήματα για την Agusta στην κορυφαία κατηγορία πριν αποχωρήσει για τη Honda, αφήνοντας το No.1 στους αναβάτες των Ιταλών στον ομόσταυλό του και ανερχόμενο τότε GIacomo Agostini, τον οποίο και άφησε εκείνη τη χρονιά στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης.

Η γνήσια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα αγοράστηκε από τον John Surtees τη 10ετία του 1980 όταν πωλήθηκαν τα υπάρχοντα του αγωνιστικού τμήματος της MV Agusta και ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης της την έκανε δικιά του το 2005 απευθείας από τον Βρετανό θρύλο.

Τα εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας που κατάφερε να αποσπάσει το ποσό του 1.115.594 ευρώ, το μεγαλύτερο που έχει δοθεί ποτέ για MV Agusta, έχουν άγνωστο αγωνιστικό ιστορικό, ενώ πιστεύεται ότι με αυτή αγωνίστηκε το 1965 τόσο ο Ago όσο και ο Hailwood και ως σύνολο είναι σύμφωνη με τις προδιαγραφές που χρησιμοποιούσε η εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta στα μέσα της δεκαετίας του 1960. 

Αν και είχε αποχωρήσει τέσσερα χρόνια πριν από την ομάδα, ο Surtees την αγόρασε γιατί, όπως έγραψε και σε σχετική επιστολή του προς τον άνθρωπο που την αγόρασε από αυτόν, πρόκειται για "...μια εξέλιξη του ίδιου τύπου μηχανής που οδηγούσα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1960". Η συγκεκριμένη μάλιστα ήταν και η μοναδική που κράτησε το εργοστάσιο ως ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα από τις 4κύλινδρες εκείνης της εποχής και έπειτα πούλησε, εκτός από εκείνες που κατέληξαν στο μουσείο της MV Agusta, το οποίο και πιστοποίησε τη γνησιότητά της.

MV Agusta Bonhams 2026

Η μοτοσυκλέτα πέρασε από σχολαστική ανακατασκευή διατηρώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των γνήσιων εξαρτημάτων της, εκτός από το κάλυμμα της σέλας που αντικαταστάθηκε και τα δύο αμορτισέρ που είναι αντιγραφές των αυθεντικών. Ξεχωρίζει επίσης από το τετραγωνικής διατομής ψαλίδι, το οποίο ήταν μία από τις τελευταίες αναβαθμίσεις που έκανε η MV Agusta σε αυτή τη μηχανή -το προηγούμενο ήταν οβάλ.

Στην επιστολή ο Surtees αναφέρει επίσης πως όλες οι λεπτομέρειες, όπως οι πλήμνες, οι ακτίνες, οι ζάντες, μαζί με την υπόλοιπη μοτοσυκλέτα, είναι όλα πρωτότυπα.

Ο μοναδικός στην ιστορία Παγκόσμιος Πρωταθλητής MotoGP που έχει καταφέρει να κερδίσει και τον αντίστοιχο τίτλο στη Formula 1 χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα σε επιδείξεις σε όλη την Ευρώπη και στη Νέα Ζηλανδία και την οδήγησε τελευταία φορά στη συνάντηση Spa Francorchamps Revival το 2006. Δεν θα πρέπει επίσης να συγχέεται με τις ρέπλικες που έφτιαξε ο Surtees έπειτα και από τη σχετική άδεια που του παραχώρησε η MV Agusta. Η μοτοσυκλέτα είναι λειτουργική, αλλά θα χρειαστεί εκ νέου συντήρηση για να οδηγηθεί καθώς έμεινε ανενεργή για μεγάλη χρονική περίοδο. 

Σε κάθε περίπτωση το ποσό που έπιασε στη δημοπρασία η 4κύλινδρη MV Agusta δικαιώνει το προσωνύμιό "Ferrari των μοτοσυκλετών" που έχει κερδίσει από το κοινό, όχι μόνο για τα 37 Παγκόσμια Πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει. Το κοινό πάθος που είχαν οι Domenico Agusta και Enzo Ferrari για τους αγώνες αλλά και το γεγονός ότι κατασκεύαζαν μοντέλα για τον δρόμο ώστε να τα πουλήσουν για να χρηματοδοτήσουν τα αγωνιστικά τους όνειρα ήταν ίσως το κύριο από τα συστατικά που συντέλεσαν στο χτίσιμο του μύθου της MV Agusta και την έφεραν στη συνείδηση του κοινού στο ίδιο επίπεδο με τη συμπατριώτισσά της Ferrari, για τα αγωνιστικά της οποίας ξοδεύονται αστρονομικά ποσά στις δημοπρασίες.