Νεκροταφείο 4.000 μοτοσυκλετών στις ΗΠΑ – Μαζεύει και δεν πουλάει! [VIDEO]

Ένα χάος από ανταλλακτικά που δεν θα έπρεπε να σαπίζουν
Νεκροταφείο 4.000 μοτοσυκλετών στις ΗΠΑ – Μαζεύει και δεν πουλάει!
Από το

motomag

19/11/2024

Στην Αλαμπάμα, αυτό το περίεργο φιλέτο των ΗΠΑ που από την μία είναι γνωστό για τους Rednecks και την δεκαετία του ’90 είχε ακόμη μπαρ στα οποία πάλευαν αλυσοδεμένες αρκούδες μέχρι το 1996 να βγάλουν νόμο για την απαγόρευσή της πρακτικής (όχι 1866, ούτε 1976) είναι ταυτόχρονα και το μέρος που εφευρέθηκαν οι υαλοκαθαριστήρες και έχει μία μακρά ιστορία στην αυτοκίνηση που αγνοείται από το ευρύ κοινό.

Στα νότια, κοντά στα σύνορα με την Φλόριντα, βρίσκεται και μία φάρμα 20 στρεμμάτων μέσα στην οποία υπάρχουν πάνω από 4.000 μοτοσυκλέτες, πολλές από τις οποίες θα μπορούσαν να κυκλοφορήσουν ξανά και αρκετές από αυτές με πράγματα που μπορεί κανείς να βρει στην ίδια την φάρμα!

Προς το παρόν όμως γίνονται το σπίτι της πανίδας της φάρμας, κυρίως των φιδιών δηλαδή καθώς ο ιδιοκτήτης δεν αφήνει τα ανταλλακτικά να φύγουν με την πρακτική της αλλοπρόσαλλης τιμής. Κοιτά πρώτα τον αγοραστή, μετά το ανταλλακτικό που βρήκε και έπειτα σκαρφίζεται μία τιμή, συνήθως πολύ περισσότερο από αυτό που θα έβρισκε κανείς στο Ebay. Το αποτέλεσμα είναι να γίνονται πολλές βόλτες απλά για να ξεβιδώνονται εξατμίσεις, μπλοκ κινητήρων κτλ τα οποία μεταφέρονται έως την πόρτα του σπιτιού και εγκαταλείπονται εκεί καθώς δεν έχουν συμφωνήσει σε τιμή.

Το ίδιο έπαθε και ένας Youtuber που έκανε viral την φάρμα το 2024 αλλά τελικά κατάφερε να διαπραγματευτεί την αγορά μερικών scooter της δεκαετίας του ΄80 που δεν θα περίμενε κανείς να βρει στις ΗΠΑ, πόσο μάλλον να υπάρχουν και ανταλλακτικά.

 

Ιταλία: Δικαστική ανατροπή στη νομοθεσία για οδήγηση και ναρκωτικά

Το Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας ανέτρεψε νόμο του Matteo Salvini και δικαίωσε 39χρονο που είχε κατηγορηθεί για οδήγηση μετά από χρήση κάνναβης
drug test
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

3/2/2026

Τον Δεκέμβρη του 2024 ο Ιταλός υπουργός Μεταφορών, Matteo Salvini, είχε εισάγει μια σημαντική αλλαγή στο άρθρο 187 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας που αφορούσε οδήγηση και ναρκωτικές ουσίες. Η αλλαγή περιγράφεται γλαφυρά από τον τίτλο του άρθρου 187, όπου η ‘οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών’ αντικαταστάθηκε από ‘οδήγηση μετά τη χρήση ναρκωτικών’.

Η επιλογή της φρασεολογίας αυτής άνοιγε παραθυράκια για ενδεχομένως άδικες διώξεις, κυρίως όσον αφορά στην ανίχνευση ουσιών που αφήνουν ίχνη στον ανθρώπινο οργανισμό για μέρες μετά τη λήψη τους. Αυτό το ζήτημα μάλιστα δεν αφορά μόνο στη χρήση ναρκωτικών ουσιών, αλλά θα μπορούσε να βάλει σε μπελάδες και λήπτες φαρμακευτικών αγωγών.

Η ανατροπή του νόμου αυτού ήρθε πριν λίγες μέρες μέσω του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ιταλίας, στο οποίο προσέφυγε 39χρονος οδηγός που είχε κατηγορηθεί για ‘οδήγηση μετά από χρήση ναρκωτικών’ μετά από έλεγχο που του έγινε όταν ενεπλάκη σε ατύχημα επιστρέφοντας από τη δουλειά του. Ο κατηγορούμενος είχε καπνίσει κάνναβη 48 ώρες πριν τον έλεγχο, ωστόσο βρέθηκε αντιμέτωπος με πολύ σοβαρές κατηγορίες βάσει του άρθρου 187.

Στο δικαστήριο η απόφαση ήταν σαφής: για να τιμωρηθεί ο οδηγός θα πρέπει να επιβεβαιωθεί επιστημονικώς πως το είδος και η ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας που ανιχνεύτηκε στο σώμα του προκαλεί ψυχοσωματικές αλλαγές, δηλαδή απλά και μόνο η εύρεση ιχνών στον οργανισμό δεν αρκεί για καταδίκη.

Ωστόσο πρέπει να τονίσουμε πως εμπλέκεται αρκετή υποκειμενικότητα στο θέμα, καθώς δεν υπάρχουν ιατρικώς καθορισμένα όρια στη μετρήσιμη ποσότητα των απαγορευμένων ουσιών που μπορούν να επηρεάσουν την ικανότητα του οδηγού.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το δικαστήριο έκανε λόγο γι’ αυτό ακριβώς το θέμα, αναφέροντας πως σκοπός της νομοθεσίας είναι να προστατεύσει την οδική ασφάλεια και πως ένας οδηγός που φαίνεται να έχει διαύγεια σκέψης και δεν οδηγούσε επικίνδυνα δεν μπορεί να διωχθεί βάσει αυτής της διάταξης του ΚΟΚ.

Με την απόφαση αυτή λοιπόν ουσιαστικά ανατρέπεται η αλλαγή στο άρθρο 187 που είχε κάνει ο Salvini.

Εν τέλει, το ασαφές όριο μεταξύ της ανίχνευσης ναρκωτικών ουσιών στον οργανισμό και της οδήγησης υπό την επήρεια ανάγει το όλο θέμα στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή, ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση αποφάσισε υπέρ του κατηγορούμενου.