Όμιλος Piaggio: Έχασε τη δίκη με την Zhongneng

Η κόντρα για τα πνευματικά δικαιώματα
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

30/9/2019

Η διαμάχη μεταξύ του ιταλικού κολοσσού και του κινέζικου εργοστασίου, ξεκίνησε πριν από σχεδόν δέκα χρόνια στις 19 Νοεμβρίου του 2010, όταν η Piaggio κατηγόρησε την Zhongneng πως έχει αντιγράψει το σχεδιασμό ενός σκούτερ της. Αιτία ήταν η κατοχύρωση των σχεδίων της κινέζικης εταιρείας για τη δημιουργία ενός σκούτερ, που έμοιαζε με το LX του 2005 της Vespa, το οποίο μάλιστα όπως αναφέρεται και στα πρακτικά της απόφασης είχε βασιστεί σε ένα μοντέλο της ιταλικής εταιρείας, που κυκλοφορούσε από το 1945 έως το 1946. Έτσι, η Piaggio προσέφυγε στο Γραφείο Πνευματικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) με σκοπό να δικαιωθεί και να εισπράξει μια μεγάλη αποζημίωση, διαφυλάσσοντας παράλληλα τα δικαιώματά της. Να θυμίσουμε επίσης, ότι κάτι αντίστοιχο είχε γίνει με την γερμανική εταιρεία Kumpan που κατασκευάζει ηλεκτρικά scooters και που η Piaggio την ανάγκασε να αποσύρει όλα τα εκθέματά της από το περίπτερό της στην περσινή EICMA!

Η ιστορία “τράβηξε” μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2019 και μετά από πολλές αναβολές, βγήκε η απόφαση του δικαστηρίου η οποία δικαίωσε την Zhongneng. Η Piaggio πήγε για μαλλί και βγήκε κουρεμένη στην προσπάθειά της να διαφυλάξει τα πνευματικά της δικαιώματα, ενώ όπως αποδείχθηκε αυτά δεν είχαν καταπατηθεί. Αυτό μπορούμε να το διαπιστώσουμε τόσο απ’ τις φωτογραφίες όσο και από τα πρακτικά της απόφασης, που απαριθμούν πάνω από 100 σημεία στα οποία διαφέρουν τα δύο σκούτερ μεταξύ τους και είναι παραπάνω από αρκετά για να ακυρώσουν τις κατηγορίες της Piaggio. Μερικά απ’ τα πιο ευδιάκριτα σημεία που διαφέρουν είναι το “τούνελ” της ποδιάς, το οποίο δεν υπάρχει καθόλου στο κινέζικο σκούτερ, ενώ δύο άλλα εντοπίζονται στο σχεδιασμό των φωτιστικών σωμάτων αλλά και στις καμπύλες που χαρακτηρίζουν το ιταλικό σκούτερ, ενώ αυτό της Zhongeng διαθέτει περισσότερες γωνίες και ακμές. Για όσους θέλουν να δουν αναλυτικά τα έγγραφα της απόφασης μπορούν να τα βρουν εδώ. Το "ζουμί" της υπόθεσης είναι πως η Piaggio έχασε τη δίκη και καλείται τώρα να πληρώσει όλα τα δικαστικά έξοδα, αν το ζητήσει η Zhongneng.

 

Έξυπνες κάμερες: Ματαίωση διαγωνισμού λόγω προσφυγών – Αμφίβολη και η αξιοπιστία τους

Υπόνοιες για “φωτογραφικό διαγωνισμό” υπέρ συγκεκριμένης εταιρείας
camera
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

25/5/2026

Στις 9 Ιουνίου 2026 έληγε κανονικά η προθεσμία υποβολής προσφορών για τον ηλεκτρονικό διαγωνισμό προμήθειας καμερών Τροχαίας με τεχνητή νοημοσύνη, δηλαδή το περίφημο “Ενιαίο Εθνικό Σύστημα Ψηφιακής Καταγραφής & Διαχείρισης Ελέγχων & Προστίμων Τροχαίας-Ελληνικής Αστυνομίας” με κωδικό διαγωνισμού ΟΠΣ 5225710.

Ωστόσο με ανακοίνωση που εκδόθηκε στην ιστοσελίδα Κοινωνία της Πληροφορίας, ο διαγωνισμός αυτός ματαιώθηκε εξαιτίας προσφυγών στην Ενιαία Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων (ΕΑΔΗΣΥ) σχετικά με τους όρους του.

Οι προσφυγόντες καταγγέλλουν πως ο διαγωνισμός θέτει πολύ συγκεκριμένες τεχνικές προδιαγραφές που πρακτικά “φωτογραφίζουν” συγκεκριμένο προϊόν. Θυμίζουμε πως οι πρώτες τέτοιες έξυπνες κάμερες που μπήκαν σε ελληνικούς δρόμους ήταν της ιταλικής εταιρείας Tattile, ωστόσο οι προδιαγραφές του διαγωνισμού φέρονται να περιγράφουν δύο συγκεκριμένα μοντέλα καμερών της γαλλικής Macq.

Οι προσφυγές κατά του διαγωνισμού έφτασαν ως τις κατασκευές που θα τις στηρίζουν, καθώς και η προμήθεια 1.000 γαλβανισμένων χαλύβδινων ιστών συνοδεύεται από τεχνικές προδιαγραφές που ουσιαστικά φωτογραφίζουν συγκεκριμένες κάμερες. Θεωρητικά η απόκτηση των ιστών αυτών θα έπρεπε να γίνει με βάση το είδος των καμερών που θα αποκτηθούν, άρα το λογικό θα ήταν ο διαγωνισμός να διεξαχθεί όταν θα είναι καθορισμένη η μάρκα και το μοντέλο των καμερών, ωστόσο εδώ συμβαίνει το αντίθετο. Οι καταγγέλλοντες τον διαγωνισμό μιλούν για προδιαγραφές δεν περιορίζονται σε ποιοτικές ή λειτουργικές απαιτήσεις του ιστού, όπως αντοχή, ασφάλεια κλπ, αλλά ορίζουν συγκεκριμένη γεωμετρία, διάμετρο, ύψος, πάχος, βάρη και τρόπο στήριξης.

Λες και ήξεραν από πριν ακριβώς τον κατασκευαστή και τα μοντέλα των καμερών που θα επιλεγούν, θα σκεφτεί ο καχύποπτος νους.

Παράλληλα, είχε προηγηθεί εμπλοκή από τον Μάρτιο και στον διαγωνισμό για προμήθεια 600 φορητών καμερών που προορίζονται να μπουν σε λεωφορεία, καθώς η ΕΑΔΗΣΥ φέρεται να έχει μπλοκάρει και αυτόν μετά από προσφυγή εταιρείας που συμμετείχε, ζητώντας να επανατεθούν με σαφήνεια οι προδιαγραφές του. Κρίθηκε πως ο αρχικός διαγωνισμός περιείχε δυσανάλογες τεχνικές απαιτήσεις, ασαφή και μη μετρήσιμα κριτήρια αξιολόγησης, ενώ η απαίτηση συνεργασίας με υφιστάμενο σύστημα δεν συνοδευόταν από δημοσιευμένες προδιαγραφές, δημιουργώντας και εδώ υποψίες για “φωτογραφικό διαγωνισμό” που ωθεί σε προμήθεια από συγκεκριμένο κατασκευαστή.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά το πρόγραμμα ανάπτυξης των έξυπνων καμερών με υποστήριξη τεχνητής νοημοσύνης δέχτηκε ένα σημαντικό πλήγμα που θα καθυστερήσει αρκετά την υλοποίησή του, καθώς η προμήθεια και εγκατάσταση των καμερών είναι απλώς η αρχή. Για να δουλέψει σωστά το πολυδιαφημισμένο αυτό σύστημα απαιτείται η εγκατάσταση ηλεκτρονικών υποδομών με τεχνητή νοημοσύνη και η δικτύωση όλων των καμερών σε αυτό, καθώς και η σχετική εκπαίδευση των αστυνομικών που θα το χειρίζονται.

Είναι ηλίου φαεινότερο πως δεν υπάρχουν ρεαλιστικές πιθανότητες να επιβεβαιωθούν οι αρχικές κυβερνητικές εξαγγελίες για λειτουργία μέσα στο 2026, παρότι η ίδια η κυβέρνηση είχε χωρίσει την προμήθεια σε διαφορετικούς επιμέρους διαγωνισμούς ώστε να επιταχυνθεί η διαδικασία.

Οι δε κάμερες που έχουν ήδη τοποθετηθεί σε πιλοτική λειτουργία εκτελούν προς το παρόν μέρος των λειτουργιών που δυνητικά θα έχουν, καθώς δεν είναι συνδεδεμένες με σέρβερ τεχνητής νοημοσύνης μέσω των οποίων υποτίθεται πως θα εκδίδονται και θα αποστέλλονται αυτόματα οι κλήσεις για παραβάτες – γιατί απλούστατα αυτό το δίκτυο δεν υπάρχει ακόμη.

Κι αν ακόμη αυτό στηθεί όπως αρχικά προβλεπόταν όμως, ήδη από αυτό το πρώτο βρεφικό διάστημα λειτουργίας των λιγοστών νέων έξυπνων καμερών δεν απουσιάζουν τα προβλήματα αξιοπιστίας.

Μόλις πριν λίγες μέρες έγινε γνωστή προσφυγή οδηγού για πρόστιμο 350 ευρώ που δέχτηκε από κάμερα που διέγνωσε πως δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας στο αυτοκίνητό του, ενώ ο ίδιος λέει πως φορούσε αλλά η κάμερα ξεγελάστηκε γιατί τα ρούχα του ήταν σκουρόχρωμα.

Υπάρχουν δε ακόμη αρκετές καταγγελίες για κλήσεις που κόπηκαν για ανύπαρκτα παραπτώματα, όπως ξύσιμο κεφαλιού που ερμηνεύτηκε ως ομιλία στο κινητό, συσκευή ατμίσματος (vape) που επίσης θεωρήθηκε ως κινητό τηλέφωνο, ενώ στην κορυφή ως τώρα μάλλον είναι η βεβαίωση προστίμου για μη χρήση ζώνης από συνεπιβάτη που … δεν υπήρχε καν στο αυτοκίνητο!

Πηγές της Αστυνομίας φέρονται να έχουν δηλώσει σε τηλεοπτικά δίκτυα πως απαιτείται ανθρώπινος έλεγχος για να φιλτράρει τις καταγραφές παραβάσεων από τις κάμερες, καθώς σε αρκετές περιπτώσεις η αρχική ένδειξη της κάμερας αποδείχθηκε λανθασμένη. Κατά κάποια δημοσιεύματα του ημερήσιου Τύπου που επικαλούνται αστυνομικές πηγές, το ποσοστό λανθασμένης ετυμηγορίας από τις κάμερες φτάνει ως και πάνω από 90%, ενώ αποτυγχάνει να λάβει υπόψη την παρουσία τροχονόμου που ενδεχομένως να ρυθμίζει την κυκλοφορία με διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι τα φανάρια.

Όλες αυτές οι αστοχίες θα πρέπει οπωσδήποτε να μας βάλουν σε σκέψεις, διότι όταν το σύστημα έξυπνων καμερών θα είναι σε πλήρη λειτουργία (αν και όποτε), αυτές οι κλήσεις δεν θα περνούν από ανθρώπινο βλέμμα και θα έρχονται κατευθείαν στα εισερχόμενα του παραβάτη, δημιουργώντας ένα πολύ επικίνδυνο πρόβλημα. Όταν ο νέος ΚΟΚ σου παίρνει δίπλωμα για το παραμικρό, το λάθος του συστήματος δεν έχει μόνο επίπτωση σε χρήμα – βλέπε πρόστιμο που αν δικαιωθείς θα πάρεις πίσω – αλλά και στην καθημερινή κινητικότητα του οδηγού. Αν λ.χ. η δουλειά του εξαρτάται από το όχημα με οποιονδήποτε τρόπο, η απώλεια του διπλώματος για ένα χρονικό διάστημα έχει βαρύτερες συνέπειες και θα ήταν τραγικό αν αποδειχθεί πως η παράβαση ήταν προϊόν τεχνητής ανοησίας αντί νοημοσύνης.

Επιπλέον, ένας υπαρκτός κίνδυνος είναι να πλημμυριστούν οι αρμόδιες υπηρεσίες με προσφυγές οδηγών που δέχτηκαν άδικα πρόστιμα από κάμερες.

Μπορεί το “κράτος-σερίφης” να γράφει όμορφα στις τηλεοπτικές κάμερες, αλλά τι γίνεται όταν το αφήγημα καταρρέει στην πράξη; Διότι αρχίζει να φαίνεται πως η ακολουθούμενη πολιτική στο ζήτημα αυτό θυμίζει φαρ ουέστ: πρώτα πυροβολούμε και μετά ερευνούμε.