Το πρωτότυπο Bi-Turbo 250 V2 της Honda

Μια ιστορία που θυμίζει Suzuki Recursion
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

23/10/2018

Το Young Machine κατά καιρούς ξεθάβει τεχνολογικούς θησαυρούς από τα μουσεία των ιαπωνικών εργοστασίων, όπως το VT 250 Turbo της Honda με του 53 ίππους και τα 200km/h τελικής ταχύτητας. Η ιστορία του VT 250 Turbo μας ταξιδεύει πίσω στο 1984, όταν οι πρώτες μοτοσυκλέτες Turbo είχαν ήδη μπει σε παραγωγή. Συγκεκριμένα η Honda πουλούσε από το 1981 το CX 500 Turbo, μόνο που το μοντέλο αυτό ήταν για τις αγορές των ΗΠΑ και της Ευρώπης και δεν ήταν διαθέσιμο στην ιαπωνική αγορά. Για την Ιαπωνική αγορά (και όχι μόνο για αυτή…) σκέφτηκε να φτιάξει το VT 250 Turbo.

Θυμίζουμε πως στην Ιαπωνία εκείνη την εποχή η νομοθεσία έκανε σχεδόν απαγορευτική την απόκτηση μιας μοτοσυκλέτας άνω των 400cc για τους περισσότερους Ιάπωνες, ενώ υπήρχαν και περιορισμοί στην μέγιστη απόδοση και την τελική ταχύτητα των μοτοσυκλετών. Τα 250 κυβικά έπρεπε να βγάζουν έως 45 ίππους, τα 400 κυβικά έως 53 ίππους και από εκεί και πάνω δεν επιτρεπόταν ιπποδύναμη άνω των 98 ίππων. Επίσης, ανεξαρτήτως κυβισμού, όλες οι μοτοσυκλέτες δεν επιτρεπόταν να ξεπερνούν τα 180km/h τελικής ταχύτητας. Κάποιοι από αυτούς τους νόμους ισχύουν έως σήμερα στην Ιαπωνία.

Με όλους αυτούς τους περιορισμούς πάνω από το κεφάλι της, η Honda πειραματίστηκε με αυτή την Turbo έκδοση του V2 κινητήρα των 250 κυβικών του VT 250. Πρόθεσή της ήταν να το παρουσιάσει ως ανταγωνιστή των τετρακύλινδρων σπορ μοτοσυκλετών των 400cc και γι΄αυτό η ιπποδύναμή του ήταν στους 53 ίππους, όσο δηλαδή και το μέγιστο επιτρεπόμενο όριο.

 Όμως η τελική του πρωτότυπου δεν περιοριζόταν στα 180km/h και το VT 250 Turbo είχε ταχύμετρο που οι ενδείξεις του έφταναν έως τα 240km/h. Δυστυχώς η Honda δεν κατάφερε να πείσει τις αρμόδιες επιτροπές του ιαπωνικού κράτους πως αυτή η μοτοσυκλέτα ανήκει στην κατηγορία των 400 κυβικών λόγω απόδοσης και όχι στην κατηγορία των 250 κυβικών. Έτσι η ευκαιρία να δούμε σε παραγωγή έναν από τους μικρότερους κινητήρες turbo στην ιστορία, έλαβε άδοξο τέλος για γραφειοκρατικούς λόγους. Αυτή η ιστορία έχει αρκετές ομοιότητες με τον κινητήρα turbo της Suzuki που παρουσίασε πριν τέσσερα χρόνια με το πρωτότυπο Recursion, υποσχέθηκε ότι θα το έχει στην παραγωγή μέσα στο 2018 και τελικά φαίνεται ότι… θα το φάει η μαρμάγκα!

Πωλείται η πίστα Chuckwalla στην Καλιφόρνια

Ανησυχία στους φίλους των Track Days για το μέλλον των διοργανώσεων
Chuckwalla
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

29/1/2026

Η Chuckwalla Valley Raceway, μία από τις πιο αγαπημένες και καλοδιατηρημένες πίστες της Νότιας Καλιφόρνιας, βγήκε πρόσφατα προς πώληση έναντι 26 εκατομμυρίων δολαρίων. Η είδηση προκαλεί ανησυχία στους λάτρεις των track days, όχι μόνο λόγω του υψηλού τιμήματος, αλλά και επειδή εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση που αλλάζει ριζικά το τοπίο των αμερικανικών πιστών.

Η Chuckwalla, με μήκος 2,68 μιλίων (4,31 χλμ.) και έκταση άνω των 1.000 στρεμμάτων, αποτελεί εδώ και χρόνια έναν από τους βασικούς πυλώνες των track days του Λος Άντζελες. Μαζί με τις πίστες Willow Springs και Buttonwillow, σχηματίζει το τρίγωνο στο οποίο στηρίζεται η καθημερινότητα χιλιάδων οδηγών που αναζητούν ασφαλή χώρο για να εξελίξουν τις ικανότητές τους και να διασκεδάσουν με γρήγορη οδήγηση στην πίστα. Η απόσταση των τριών ωρών από το Λος Άντζελες δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο για τη δημοφιλία της, ενώ η ποιότητα των εγκαταστάσεων και η συνέπεια στη λειτουργία της την καθιέρωσαν ως σημείο αναφοράς.

Ωστόσο, η πώληση της Chuckwalla έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος συμμετοχής σε track days στις Η.Π.Α. αυξάνεται δραματικά. Η πρόσφατη εξαγορά του Willow Springs από επενδυτικό fund και η μετατροπή του Circuit of the Americas σε πίστα αποκλειστικά για μέλη (!) αποτελούν ενδείξεις μιας νέας πραγματικότητας: οι πίστες μετατρέπονται σταδιακά σε κλειστά κλαμπ υψηλού κόστους. Στο Willow Springs, για παράδειγμα, η τιμή συμμετοχής σε track day έχει σχεδόν διπλασιαστεί, ενώ τα κόστη ενοικίασης έχουν τριπλασιαστεί, διώχνοντας πολλούς διοργανωτές.

Το μοντέλο λειτουργίας αλλάζει. Οι πίστες που κάποτε βασίζονταν στη συχνή ενοικίαση και στη μαζική συμμετοχή, στρέφονται πλέον σε συνδρομητικά σχήματα με υψηλά αρχικά κόστη και ετήσιες εισφορές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στο ultra-exclusive Thermal Club, η συμμετοχή απαιτεί εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια (250.0000 κόστος εγγραφής, ετήσια συνδρομή δεκάδων χιλιάδων δολαρίων) και υποχρεωτική αγορά κατοικίας ή οικοπέδου εντός του συγκροτήματος με τυπικό κόστος 2-5 εκατομμύρια δολάρια! Η λογική είναι ξεκάθαρη: σταθερά έσοδα, περιορισμένη χρήση, υψηλή αποκλειστικότητα.

Σύμφωνα με στελέχη του χώρου, η πίεση στα λειτουργικά κόστη -κυρίως στην ασφάλιση- ωθεί τις πίστες σε αυτό το μοντέλο. Παράλληλα, η είσοδος ιδιωτικών επενδυτικών σχημάτων αλλάζει τις προτεραιότητες: η αξία του ακινήτου και η μελλοντική μεταπώληση αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από την προσβασιμότητα και την κοινότητα των οδηγών.

Η Chuckwalla μέχρι σήμερα λειτουργούσε με τον παραδοσιακό τρόπο: ανοιχτή σε διοργανωτές, ομάδες και ιδιώτες. Ωστόσο, οι πιθανότητες να παραμείνει έτσι μετά την πώληση θεωρούνται περιορισμένες. Η τελευταία δεκαετία υπήρξε “χρυσή εποχή” για τους φίλους των track days στη Νότια Καλιφόρνια. Προσιτές τιμές, πολλές επιλογές και μια κουλτούρα που άνθισε μακριά από την εμπορευματοποίηση. Σήμερα, όμως, το χόμπι γίνεται ολοένα και πιο ακριβό, πιο αποκλειστικό και λιγότερο προσβάσιμο.

Το μέλλον της Chuckwalla θα δείξει αν η πίστα θα παραμείνει ένας ζωντανός χώρος για την κοινότητα ή αν θα ακολουθήσει την πορεία των υπόλοιπων εγκαταστάσεων που μετατράπηκαν σε κλειστά κλαμπ για λίγους.