Royal Enfield - Έρχεται νέο ιστορικό ρεκόρ παραγωγής για τους Ινδούς

Η κατακόρυφη άνοδος μέσα σε μια 10ετία - Η ιστορία της εταιρείας από το σήμερα στο χθες
Royal Enfield - Πάνε για νέο ρεκόρ παραγωγής οι Ινδοί - Η ιστορία της εταιρείας
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

26/7/2024

Από "εσωστρεφή" εταιρεία με ιστορικό όνομα, σε παγκόσμιο κατασκευαστή με κυριαρχικές βλέψεις, η υπεραιωνόβια Royal Enfield συνεχίζει να γράφει τη δική της ξεχωριστή ιστορία ατενίζοντας ένα όλο και πιο ευοίωνο μέλλον.

Σε ένα ακόμη ορόσημο παραγωγής, ασύλληπτο πριν από μία περίπου δεκαετία για τα δεδομένα της, αναμένεται να φτάσει φέτος η Royal Enfield, ο παλαιότερος κατασκευαστής μοτοσυκλετών στον κόσμο με αδιάκοπη παραγωγή -συμπεριλαμβανομένης και της βρετανικής κληρονομιάς του- από την ίδρυσή, πριν από 123 χρόνια, έως και σήμερα.

Εκμεταλλευόμενη πλήρως και με σεμιναριακό τρόπο τις τάσεις που επικρατούν παγκοσμίως στους δύο τροχούς και υπό τη σκέπη του κολοσσού Eicher Group, η Royal Enfield έχει βγει για τα καλά από το καβούκι της και το 2024 θα είναι λογικά η χρονιά που θα φτάσει -και ίσως ξεπεράσει- σε παραγωγή το ένα εκατομμύριο μοτοσυκλέτες!

Royal Enfield - Πάνε για νέο ρεκόρ παραγωγής οι Ινδοί - Η ιστορία της εταιρείας

Ένα ορόσημο που είναι εντός των δυνατοτήτων της εταιρείας αφού και το 2023 έκλεισε επίσης με ιστορικό ρεκόρ για τους Ινδούς, με 920.000 πωλήσεις μοτοσυκλετών και άνοδο της τάξης του 16% έναντι της προηγούμενης χρονιάς.

Αυτός ο όγκος παραγωγής φέρνει τη Royal Enfield ανάμεσα στους μεγαλύτερους κατασκευαστές μοτοσυκλετών στον κόσμο ακόμη και εντός δεκάδας, αν βγουν από την εξίσωση τα παπιά και τα scooter, αλλά και οι μοτοσυκλέτες έως 250 κ.εκ. 

Οι παραπάνω είναι κυβισμοί και κατηγορίες που η ινδική εταιρεία δεν είχε ποτέ παρουσία και ούτε σκοπεύει να αποκτήσει, τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον, και αυτό κάνει το επίτευγμα της ακόμη πιο εντυπωσιακό. Ειδικά αν αναλογιστεί κανείς ότι στην εγχώρια αγορά της Ινδίας τα μοντέλα με τις υψηλότερες πωλήσεις είναι μεταξύ 100 και 160 κ.εκ., και οτιδήποτε πάνω από 250 κ.εκ. θεωρείται premium.

Στην ινδική αγορά, η Royal Enfield έχει πάνω από το 90% της πίτας στα 250-750 κ.εκ. και σε αυτούς τους κυβισμούς θα παραμείνει και στο μέλλον τόσο στην Ινδία όσο και στον υπόλοιπο κόσμο όπου δραστηριοποιείται ήδη σε περισσότερες από 40 χώρες, έχει παρουσία και στη Λατινική Αμερική, ενώ είναι ο μοναδικός Ινδός κατασκευαστής μοτοσυκλετών που δραστηριοποιείται και στη Β. Αμερική.

Για να πετύχει βέβαια αυτά τα νούμερα η Royal Enfield πραγματοποίησε "κοσμογονικές" για την ίδια αλλαγές στη στρατηγική της αλλά και στον τρόπο που κατασκευάζει μοτοσυκλέτες τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, χωρίς όμως να χάσει την ταυτότητά της. Αντίθετα την ενίσχυσε και την ανέδειξε αποκτώντας στην πορεία εκατοντάδες χιλιάδες φίλους σε όλο τον κόσμο. 

Royal Enfield - Πάνε για νέο ρεκόρ παραγωγής οι Ινδοί - Η ιστορία της εταιρείας

Από τα μόλις δύο μοντέλα οι Ινδοί έχουν πλέον μια ευρεία γκάμα που απαρτίζεται από 8 μοτοσυκλέτες, οι οποίες θα φτάσουν στο άμεσο μέλλον στις 14 με απώτερο μάλιστα στόχο τις 20 συνολικά.

Μοτοσυκλέτα που ανέδειξε την εικόνα της εταιρείας και πρωτοστατεί στις πωλήσεις της είναι το adventure Himalayan, το οποίο παρουσιάστηκε το 2015 και βρίσκεται πλέον στη δεύτερη γενιά του. Mια γενιά που φέρνει μαζί της και το νέο Sherpa μοτέρ των Ινδών, το πρώτο υγρόψυκτο στην ιστορία τους, όπως και την πρώτη TFT οθόνη με δυνατότητα συνδεσιμότητας.

Οι Bullet και Classic είναι ο "στυλοβάτης" της Royal Enfield εκείνες που την κράτησαν ζωντανή για όσο διάστημα χρειάστηκε και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ταυτότητάς της όπως και το εν σειρά δικύλινδρο Interceptor. Από την άλλη, τα επίσης δικύλινδρα 650 Shotgun και Super Meteor σκιαγραφούν την άποψη των Ινδών στα cruiser με το μονοκύλινδρο Meteor να αποτελεί την πιο προσιτή επιλογή και το HNTR να τραβά εντελώς διαφορετική πορεία και να συνδυάζει περισσότερα μοντέρνα στοιχεία -γραφικά και διχρωμίες ρεζερβουάρ- στη διαχρονική σχεδίασή του.

Άνθρωποι κλειδιά στην άνοδο της Royal Enfield είναι ο τωρινός διευθύνων σύμβουλός της εταιρείας Balakrishnan Govindarajan, ο Siddhartha Lal (CEO της εταιρείας την περίοδο 2000-2004) και ο πατέρας του, Vikram Lal, ο Ινδός δισεκατομμυριούχος επιχειρηματίας ο οποίος το 1994 εξαγόρασε τη Royal Enfield μέσω ομίλου της Eicher Motors, του ομίλου που ίδρυσε ο ίδιος και προήρθε από την οικογενειακή επιχείρηση του πατέρα του, την Eicher India.

O Govindarajan εντάχθηκε στο δυναμικό της Royal Enfield το 1994, όταν η παραγωγή δεν ξεπερνούσε τις 25.000 μοτοσυκλέτες τον χρόνο -ένα νούμερο που δεν θα άλλαζε σημαντικά για τουλάχιστον μία ακόμη 10ετία- στο μοναδικό τότε εργοστάσιο της εταιρείας στο Tiruvottiyur. 

Ο Govindarajan βρήκε τους κατάλληλους συμπαραστάτες στα πρόσωπα των δύο Lal που ήθελαν να επενδύσουν και να αναπτύξουν την εταιρεία, και από τα μέσα της 10ετίας του 2000 στόχευσε στην αύξηση της παραγωγής ώστε να δημιουργηθούν οι απαραίτητες οικονομίες κλίμακας και να περάσει η Royal Enfield στο επόμενο επίπεδο. 

Εκτός από τις μεγάλες επενδύσεις με τις ευλογίες των Lal, που επικεντρώθηκαν πρώτα στη Royal και έπειτα στα τρακτέρ του ομίλου, η σημαντικότερη ίσως συνεισφορά του Govindarajan ήταν στη βελτίωση της ποιότητας κατασκευής με τον παράλληλο εκσυγχρονισμό του εργοστασίου και των μεθόδων παραγωγής της εταιρείας, όπως και η προσοχή στον νευραλγικό ποιοτικό έλεγχο των εξαρτημάτων και των μοτοσυκλετών στο σύνολό τους.

Royal Enfield - Πάνε για νέο ρεκόρ παραγωγής οι Ινδοί - Η ιστορία της εταιρείας

Με πτυχίο μηχανικού μηχανολόγου, ο νεαρός τότε Siddhartha Lal, ως CEO συνέβαλε και αυτός με τη σειρά του στη βελτίωση των μοτοσυκλετών της RE, κάνοντας στη σέλα τους πολλά χιλιόμετρα, ενώ είχε συμβολή στην ανάπτυξη και μιας πιο ομαδικής εταιρικής κουλτούρας. "Butts on Seats" (Πισινοί στις σέλες), είναι άλλωστε μια φράση που χρησιμοποιείται συχνά εσωτερικά από τους Ινδούς, μια αρχή που δείχνει τη γενικότερη φιλοσοφία τους και στην προσέγγισή νέων αναβατών. Στη Royal Enfield θέλουν οι μοτοσυκλέτες τους να οδηγούνται γιατί είναι σίγουροι ότι οι αναβάτες θα καταλήξουν έπειτα να τις αγοράσουν, με test rides να είναι διαθέσιμα σε όλες τις αγορές όπως και στην Ελλάδα.

Οι μεγάλες αλλαγές και επενδύσεις οδήγησαν στον διπλασιαμό της παραγωγής μέχρι το 2010, ενώ μια πενταετία αργότερα είχε ξεπεράσει το μισό εκατομμύριο. Η κατακόρυφη αύξηση της παραγωγής οφείλεται στα δύο νέα εργοστάσια της εταιρείας σε Oragadam (2013) και Vallam (2017) με ένα ακόμη να ολοκληρώνεται φέτος-βάσει όσων έχουν ανακοινωθεί- στο Cheyyar, που θα ανεβάσει την παραγωγή ένα ακόμη επίπεδο.

Τα μέγιστα στην προσπάθεια των Ινδών να επεκταθούν παγκοσμίως έχουν συνεισφέρει και τα δύο τεχνολογικά κέντρα που διαθέτουν πλέον, ένα στην Ινδία και ένα στο Leicestershire της Αγγλίας όπως και η εξαγορά της βρετανικής Harris Performance Products το 2015. Η Harris φημήζεται για τα πλαίσια που σχεδιάζει και κατασκευάζει από το 1972 αλλά και για την αγωνιστική της εμπλοκή που είχε φτάσει τη 10ετία του '90 έως και την κορυφαία κλάση των 500 κ.εκ. του Παγκόσμιου Πρωταθλήματος MotoGP.

Royal Enfield - Πάνε για νέο ρεκόρ παραγωγής οι Ινδοί - Η ιστορία της εταιρείας

Όλα τα εργοστάσια βρίσκονται στην πόλη Chennai (πρώην Madras), στην έδρα της Royal Enfield, εκεί όπου το 1955 στο Tiruvottiyur ξεκίνησε το δεύτερο κεφάλαιο στην ιστορία της εταιρείας. Τρία χρόνια νωρίτερα η τοπική Madras Motors είχε αναλάβει να εφοδιάσει τον ινδικό στρατό με Bullet 350 και 500 κυβικών με τις μοτοσυκλέτες να καταφθάνουν στην Ινδία το 1953. 

Σκληροτράχηλες και εύκολες στη συντήρησή τους οι μοτοσυκλέτες κέρδισαν τους Ινδούς, και το 1955 η Madras Motors και η Royal Enfield προχώρησαν στη σύσταση της Enfield India με αρχικό στόχο να συναρμολογούνται στο Tiruvottiyur οι μοτοσυκλέτες της. Από το 1962 οι μοτοσυκλέτες κατασκευάζονταν πλέον εξολοκλήρου στην Ινδία.

Η βρετανική κληρονομιά
Το πρώτο κεφάλαιο της Royal Enfield είναι φυσικά βρετανικό με την αρχή να γίνεται το 1891 από τους Bob Walker Smith και Albert Eadie στο Redditch της Αγγλίας και την εξαγορά της George Townsend & Co. που κατασκεύαζε τότε βελόνες και είχε μόλις ξεκινήσει να κατασκευάζει και ποδήλατα.

Royal Enfield - Πάνε για νέο ρεκόρ παραγωγής οι Ινδοί - Η ιστορία της εταιρείας

Δύο χρόνια μετά, η εταιρεία έφτασε σε συμφωνία με την κρατική εταιρεία κατασκευής τουφεκιών Royal Small Arms Factory of Enfield -γνωστή και ως σκέτο Enfield- για την προμήθεια εξαρτημάτων. Αυτή η επιτυχία της την οδήγησε στη μετονομασία της σε Enfield Manufacturing Company Ltd., ενώ Enfield ονομάστηκε και το πρώτο ποδήλατό της. 

Το 1894 τα ποδήλατα ξεκίνησαν να ονομάζονται Royal Enfield έπειτα και από την άδεια που πήρε η εταιρεία από το Βρετανικό Στέμμα, ενώ τότε ξεκίνησε και το σήμα κατατεθέν σλόγκαν "Made Like A Gun" (Φτιαγμένο Σαν Όπλο).

Πέντε χρόνια μετά, το 1898, η εταιρεία κατασκεύασε το πρώτο της τετράκυκλο χρησιμοποιώντας δύο πλαίσια από τα ποδήλατά της και ένα μοτέρ De Dion, ενώ η εταιρεία άλλαξε ξανά το όνομά της σε The Enfield Cycle Co. Ltd., το οποίο και κράτησε για τις επόμενες επτά 10ετίες.

Η πρώτη Royal Enfield μοτοσυκλέτα παρουσιάστηκε το 1901 και είχε σχεδιαστεί από τον Smith και τον Γάλλο Jules Gobiet. Το μοτέρ του 1,5 ίππου βρισκόταν μπροστά από τον λαιμό του σκελετού και η δύναμη έφτανε στον πίσω τροχό μέσω ενός τεράστιου σε μήκος δερμάτινου ιμάντα.

Το 1909 ακολούθησε η πρώτη V2 μοτοσυκλέτα της εταιρείας με κινητήρα Motosacoche 297 κ.εκ., ενώ το 1914 η μεγαλύτερη V2 μοτοσυκλέτα που κατασκεύαζε έφερε μοτέρ έξι ίππων και 770 κ.εκ. Αυτή ήταν και η μοτοσυκλέτα που "είδε δράση" στον 1ο ΠΠ, με τη Royal Enfield να προμηθεύει τον βρετανικό, τον βέλγικο, τον γαλλικό, τον αμερικάνικο αλλά και τον ρώσικο στρατό.

Μετά τον πόλεμο η εταιρεία συνεχίζει να μεγαλώνει και να εξελίσσει μοτοσυκλέτες φτάνοντας το 1930 να έχει συνολικά 11 μοντέλα, από τα 225 έως και τα 976 κ.εκ. Ο σταθμός στην ιστορία της έρχεται δύο χρόνια αργότερα όταν το 1932 παρουσιάστηκε η πρώτη Bullet στην ιστορία στο Λονδίνο, σε τρεις διαφορετικούς κυβισμούς: 250, 350 και 500 κ.εκ. Αυτό είναι και το μακροβιότερο όνομα μοτοσυκλέτας την ιστορία των δύο τροχών αφού εξακολουθεί να υπάρχει μέχρι και σήμερα με την ίδια την μοτοσυκλέτα να έχει αλλάξει πολλές φορές από τότε.

Royal Enfield - Πάνε για νέο ρεκόρ παραγωγής οι Ινδοί - Η ιστορία της εταιρείας

Ακολουθεί η εμπλοκή της στον 2ο ΠΠ με την προμήθεια μοτοσυκλετών, γεννητριών, ποδηλάτων αλλά και εξαρτημάτων για αντιαεροπορικά όπλα. Πιο διάσημη μοτοσυκλέτα της αυτή την περίοδο ήταν ο δίχρονος "Ιπτάμενος Ψύλλος" (Flying Flea) των 126 κ.εκ. που χρησιμοποιήθηκε από τον στρατό για να πέφτει με αλεξίπτωτο από αεροπλάνο.

Η βρετανική Royal Enfield συνέχισε να κατασκευάζει μοτοσυκλέτες μετά τον πόλεμο κάνοντας το πέρασμα και στην Ινδία, παρουσιάζοντας το 1960 το Interceptor που έμεινε στην παραγωγή έως το 1970. Ωστόσο η άνοδος των ιαπωνικών εργοστασίων εκείνη την περίοδο αλλά και η δυσκολία των Βρετανών να καλύψουν τη ζήτηση για τις μοτοσυκλέτες τους στην Ευρώπη αλλά και στην άλλη μεριά του Ατλαντικού οδήγησαν στο κλείσιμο της εταιρείας με το οριστικό λουκέτο να μπαίνει το 1970. Επτά χρόνια μετά η πρώτη ινδική Royal Enfield "αποβιβάστηκε" στη Μ.Βρετανία...

Ετικέτες

Norton Manx R - H βρετανική superbike για τον δρόμο αποκαλύπτεται - Με πρωτιά στις ηλεκτρονικά ελεγχόμενες αναρτήσεις

Πλήρη τεχνικά και λεπτομέρειες - "Μόνο" 206 ίπποι αλλά 13,25 kg.m ροπής! - Έμφαση στην απόδοση σε πραγματικές συνθήκες
Norton Manx R πλήρη τεχνικά χαρακτηριστικά 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

7/5/2026

Λίγες ημέρες απομένουν για να οδηγήσουμε εδώ στο ΜΟΤΟ τη νέα Norton Manx R των 1.200 κ.εκ. και η βρετανική εταιρεία μας έδωσε το πράσινο φως για να αποκαλύψουμε τα πλήρη τεχνικά της superbike που φτιάχτηκε με στόχο να ενθουσιάσει τον αναβάτη της πρώτα στον δρόμο και έπειτα στην πίστα.

Πολλά και ενδιαφέροντα ήταν αυτά που διαβάσατε στη συνέντευξη που παραχώρησε ο τεχνικός διευθυντής της Norton, Brian Gillen, στον μόνιμο συνεργάτη του περιοδικού Alan Cathcart, η οποία και δημοσιεύτηκε στο τεύχος #675. Ο Βρετανός άφησε την MV Agusta έπειτα από 17 χρόνια για να αναλάβει την τεχνική ηγεσία της αναγεννημένης βρετανικής εταιρείας στις αρχές του 2024, αλλάζοντας στρατόπεδα έπειτα από το πολύ... στενό μαρκάρισμα που δέχτηκε από τον γενικό διευθυντή της TVS, Sudarshan Venu, στην οποία και ανήκει εδώ και αρκετό καιρό η βρετανική εταιρεία. 

Αυτό που σίγουρα δεν βρήκατε εκεί ήταν τα πλήρη τεχνικά χαρακτηριστικά της νέας Norton Manx R, με την κουβέντα μεταξύ Cathcart και Gillen να περιστρέφεται, μεταξύ άλλων, και στη συνειδητή επιλογή του CTO της Norton να δώσει έμφαση στην αίσθηση και την απόδοση που προσφέρει ο νέος V4 των 72 μοιρών στον δρόμο, με τα 200 επιπλέον κ.εκ. έναντι των superbike του λίτρου να συνεισφέρουν προς αυτήν την κατεύθυνση, αφού στον δρόμο η τιμή της ροπής, αλλά και το πού εμφανίζεται αυτή παίζουν πολύ πιο σημαντικό ρόλο από τη μέγιστη ισχύ.

Norton Manx R πλήρη τεχνικά χαρακτηριστικά 2026

Όχι ότι ο 1200άρης V4 υστερεί με τους 203 ίππους που κάνουν την εμφάνισή τους στις 11.500 σ.α.λ., αλλά τα 13,25 χιλιογραμμόμετρα ροπής είναι κορυφαία τιμή με το 75% (σχεδόν 10 kg.m) να κάνει μάλιστα την εμφάνισή του ήδη από τις 5.000, περίπου εκεί που "ξυπνάνε" τα 4κύλινδρα 1000άρια. Οι Βρετανοί κάνουν λόγο για κορυφαία στην κατηγορία των superbikes απόδοση κάτω από τις 10.000 σ.α.λ. και αυτό μένει να το δούμε αφού σε λίγες ημέρες o Φελούκας θα βρεθεί στη σέλα του Manx R, σε μία γνώριμη πλέον πίστα για αυτόν στη Σεβίλλη, εκεί ακριβώς που οδήγησε και το νέο GSX-R1000 στην εξαιρετική δημοσιογραφική παρουσίαση/6ωρο αγώνα που έκανε η ιαπωνική εταιρεία! 

Με την άφιξή του στο Solihull της Αγγλίας, ο Gillen άλλαξε σχεδόν τα πάντα σε σχέση με project που βρήκε να ετοιμάζεται και τώρα η Norton κάνει λόγο για μία μοτοσυκλέτα που χαρακτηρίζεται για την "προσιτή της απόδοση", όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, αλλά και καθημερινή χρηστικότητα. Από μία superbike; Αυτό και αν έχει ενδιαφέρον!

Έχοντας διατηρήσει την περιεχόμενη γωνία, τον κυβισμό και τις διαστάσεις του κυλίνδρου (82x56,8), ο νέος V4 με τον έναν αντικραδασμικό άξονα, δεν έχει άλλη σχέση με το V4SV που υπήρχε πριν. Είναι ελαφρύτερος σε σχέση με αυτόν που ήταν επίσης 1.200 κ.εκ., είναι ισχυρότερος, ενώ καταναλώνει και μικρότερες ποσότητες βενζίνης για να παράξει περισσότερο έργο, με το βάρος του να βρίσκεται στα 73,3 κιλά. Η περιεχόμενη γωνία των 72 μοιρών βρίσκεται μεταξύ των 65 μοιρών του κινητήρα του Aprilia RSV4 και των 90 του με τα χαρακτηριστικά της ανάφλεξης να δίνουν και εδώ "ακανόνιστη" ανάφλεξή όπως και σε έναν V2 90 μοιρών, προς ενίσχυση της μηχανικής πρόσφυσης. Τα σώματα ψεκασμού των εμπρός και των πίσω κυλίνδρων ελέγχονται ανεξάρτητα, κάτι που σύμφωνα με τη Norton βελτιώνει την οδηγισιμότητα στις χαμηλές ταχύτητες, ενώ επιτρέπει και ακριβέστερο έλεγχο στις ποσότητες βενζίνης που καταναλώνονται και δίνει και τη δυνατότητα απενεργοποίησης των πίσω κυλίνδρων όταν ανέβουν οι θερμοκρασίες. Το κιβώτιο είναι φυσικά έξι σχέσεων και μαζί με το quickshifter ο κινητήρας εφοδιάζεται και με σύστημα rev-match που εξισώνει τις στροφές κινητήρα και άξονα κιβωτίου στα κατεβάσματα.

Norton Manx R πλήρη τεχνικά χαρακτηριστικά 2026

Πλαίσιο για πραγματικές συνθήκες
Η Norton ισχυρίζεται ότι το πλαίσιο της μοτοσυκλέτας που αποτελείται από χυτά τμήματα σχεδιάστηκε με στόχο να προσφέρει την αίσθηση που ψάχνει ένας αναβάτης σε δημόσιο δρόμο και όχι σε ακραία οδήγηση σε περιβάλλον πίστας. Με δεδομένο ότι οι αναβάτες που μπορούν να οδηγήσουν στο όριο μια σύγχρονη superbike σε πίστα είναι μετρημένοι στα δάκτυλα, η απόφαση των Βρετανών μοιάζει σωστή και όπως λένε και οι ίδιοι είναι σύμφωνη και με την αγωνιστική κληρονομιά από τα κατορθώματά τους στο Isle of Man TT.

Το αλουμινένιο πλαίσιο του Manx R είναι δύο δοκών και αποτελείται από πέντε χυτά τμήματα που έχουν κολληθεί μεταξύ τους και έπειτα έχουν κατεργαστεί σε CNC ως ενιαίο σύνολο. Οι δοκοί συνοδεύουν απευθείας τον λαιμό με τη βάση του μονόμπρατσου ψαλιδιού, ενώ η τελική κατεργασία σε CNC δίνει τη δυνατότητα στη Norton για ακόμη πιο ακριβή έλεγχο των προβλεπόμενων στρεβλώσεων του πλαισίου που απαιτούνται ώστε ο αναβάτης να έχει τη σωστή αίσθηση για το επίπεδο πρόσφυσης στα δύο άκρα της μοτοσυκλέτας, "σε τυπικές ταχύτητες δρόμου", σύμφωνα με τους Βρετανούς. Για τα δεδομένα των κορυφαίων superbike το βάρος βρίσκεται σχετικά ψηλά στα 210 κιλά χωρίς υγρά, όμως η γεωμετρία της μοτοσυκλέτας είναι σύμφωνη με την κατηγορία με το μεταξόνιο στα 1.435 χλστ., την κάστερ στις 24,1 μοίρες και το ίχνος στα 94,5 χλστ. Η χωρητικότητα του ρεζερβουάρ βρίσκεται στα 14,5 λίτρα και η απόσταση από το έδαφος είναι 133 χλστ.

To Manx R έχει και τις πιο προηγμένες αναρτήσεις που έχουν τοποθετηθεί ποτέ σε Norton, οι οποίες εξελίχθηκαν σε συνεργασία με τη Marzocchi και είναι πλήρως ρυθμιζόμενες και προσαρμοσμένες στο βρετανικό superbike. Στη βασική έκδοση το ανεστραμμένο 45άρι πιρούνι και το αμορτισέρ της ιταλικής εταιρείας ρυθμίζονται με το χέρι, ενώ στις υπόλοιπες ηλεκτρικά με τις αποσβέσεις να ελέγχονται ηλεκτρονικά σε πραγματικό χρόνο αφού έχουν ενσωματωθεί γραμμικά ποτενσιόμετρα με ανεξάρτητη λειτουργία για τα δύο άκρα. Η τεχνολογία κάνει για πρώτη φορά την εμφάνισή της σε superbike δρόμου, με έλεγχο της ταχύτητας συμπίεσης και επαναφοράς κάθε τρία χιλιοστά του δευτερολέπτου. Στις εκδόσεις με την ηλεκτρονικά ελεγχόμενη ανάρτηση έχουμε επίσης επίστρωση DLC στο πιρούνι για περαιτέρω μείωση των τριβών. Ο αναβάτης έχει στη διάθεσή του τέσσερα προγράμματα λειτουργίας που αλλάζουν τα χαρακτηριστικά απόδοσης των αναρτήσεων ακόμη και εν κινήσει, ενώ τόσο το πιρούνι όσο και το αμορτισέρ ελέγχονται και κατά τη δυνατή επιβράδυνση/επιτάχυνση προσφέροντας χαρακτηριστικά αντιβύθισης.

Norton Manx R πλήρη τεχνικά χαρακτηριστικά 2026

Φρένα και τροχοί
Στον τομέα των φρένων η Norton επέλεξε επίσης από το πάνω ράφι τοποθετώντας τις ακτινικής τοποθέτησης αλουμινένιες δαγκάνες Brembo Hypure που συνεργάζονται με δίσκους 320 χλστ. Πίσω έχει τοποθετηθεί δίσκος 245 χλστ., ενώ στους τροχούς οι Βρετανοί έδωσαν μεγάλη προσοχή στη μείωση της μη αναρτώμενης μάζας και επέλεξαν τους ανθρακονημάτινους  Bullet Pro της Rotobox. Οι carbon τροχοί ντύνονται με Pirelli Diablo Supercorsa SP-V4.

Ηλεκτρονικό οπλοστάσιο
Η Bosch ήταν αυτή που ανέλαβε να προσαρμόσει τα ηλεκτρονικά της βοηθήματα στο Manx R έχοντας στο επίκεντρο την έξι αξόνων IMU 10.3ME. Ο αναβάτης έχει στη διάθεσή του έλεγχο φρένου κινητήρα Drag Torque Control, ρυθμιζόμενα Cornering ABS και Traction Control, σύστημα ελέγχου σούζας Total Wheelie Control (όχι ανύψωσης τροχού!), σύστημα ελέγχου ανύψωσης πίσω τροχού, σύστημα ελέγχου πλαγιολίσθησης πίσω τροχού Rear Slide Control, ηλεκτρονικά συνδυασμένη πέδηση, σύστημα συγκράτησης φρένων σε ανηφόρα/κατηφόρα Vehicle Hold Control, Launch Control και ενεργό cruise control που προσαρμόζει την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας στις στροφές! Όλα τα συστήματα ελέγχονται από TFT οθόνη αφής οχτώ ιντσών με Bluetooth, η οποία ενσωματώνει και λογισμικό για έλεγχο GoPro, εκτός από συνδεσιμότητα με κινητό. Τα προγράμματα λειτουργίας είναι τρία Rain, Road και Sport, συν δύο ακόμη για χρήση σε πίστα, τα οποία και μπορεί να εξατομικεύσει ο αναβάτης. Στον εξοπλισμό περιλαμβάνονται επίσης keyless σύστημα ενεργοποίησης/εκκίνησης, όπως και σύστημα που επιτρέπει την απομακρυσμένη απενεργοποίηση της μοτοσυκλέτας σε περίπτωση κλοπής, το οποίο στέλνει και μηνύματα στο κινητό.

Η βρετανική superbike θα είναι διαθέσιμη σε τέσσερεις εκδόσεις Manx R, Manx R Apex, Manx R Signature και Manx R First Edition, με την τιμή για τη βασική έκδοση στην Ευρώπη να ξεκινά από τα 23.250 ευρώ και για την έκδοση με τις ηλεκτρονικά ελεγχόμενες αναρτήσεις να βρίσκεται στα 29.750 ευρώ. H  Norton θα έρθει στην ελληνική αγορά από τη MUVUS, από την οποία αναμένουμε να μάθουμε και τις τιμές της μοτοσυκλέτας στην ελληνική αγορά.

Norton Manx R πλήρη τεχνικά χαρακτηριστικά 2026