Royal Enfield: Νέο ορόσημο με πάνω από 1.000.000 πωλήσεις μοτοσυκλετών το 2024

Ρεκόρ παραγωγής για την ινδική εταιρεία και ιστορικό ρεκόρ πωλήσεων
Royal Enfield ρεκόρ παραγωγής και πωλήσεων 2024
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

17/4/2025

Ένα ιστορικό για την ίδια ορόσημο-ρεκόρ έπιασε η Royal Enfield τη χρονιά που μας πέρασε με τις πάνω από 1.000.000 μοτοσυκλέτες που πούλησε το 2024.

Όπως είχατε διαβάσει και εδώ λίγους μήνες πριν, το 2024 ήταν η χρονιά που η Royal Enfield θα έφτανε ή και θα ξεπερνούσε σε παραγωγή το ένα εκατομμύριο μοτοσυκλέτες. Έτσι καθώς διανύουμε τον 4ο μήνα του 2025, η RE επιβεβαίωσε αυτό που είχαμε προβλέψει καταφέρνοντας όχι μόνο να φτάσει αλλά και να ξεπεράσει το ένα εκατομμύριο στις μοτοσικλέτες που πούλησε σε όλον τον κόσμο.

Με μία λακωνική ανάρτηση στα κοινωνικά της δίκτυα, η εταιρεία δήλωσε: “Αυτό το εκπληκτικό κατόρθωμα δεν θα ήταν δυνατό χωρίς την υποστήριξη των συνεργατών μας, των αντιπροσώπων μας και κυρίως των πελατών μας. Σας οφείλουμε την επιτυχία αυτής της μάρκας. Σας ευχαριστούμε”.

Την παραπάνω δήλωση έρχονται να επιβεβαιώσουν και τα οικονομικά αποτελέσματα της RE, με το οικονομικό έτος 2024 για τους Ινδούς να λήγει στις 31 Μαρτίου 2025. Έναντι του 2023, οι πωλήσεις μοτοσυκλετών αυξήθηκαν κατά 11% και έφτασαν στο 1,09 εκατ. μονάδες.

Το εκπληκτικό, αν κάτσει και το σκεφτεί κανείς, με την Royal Enfield, είναι ότι παράγει αποκλειστικά μοτοσυκλέτες, ανάμεσα στις οποίες δεν έχει κανένα μοντέλο κάτω από 350 κυβικά! Στην αύξηση των πωλήσεων βοήθησαν οι νέες μοτοσυκλέτες που παρουσίασε η εταιρεία τους τελευταίους μήνες, όπως και οι εξαγωγές στον υπόλοιπο κόσμο που αυξήθηκαν κατά 37% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά.

Η Enfield Cycle Company, όπως αρχικά ονομαζόταν η εταιρεία, ιδρύθηκε το 1901 στο Ηνωμένο Βασίλειο και είναι ο παλαιότερος κατασκευαστής μοτοσυκλετών στον κόσμο με συνεχή παραγωγή. Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός της “μετανάστευσης” της εταιρείας από το Ηνωμένο Βασίλειο στην Ινδία και θα το δούμε επιγραμματικά παρακάτω.

Μετά την ανεξαρτησία της Ινδίας το 1947, η ινδική κυβέρνηση χρειαζόταν αξιόπιστες μοτοσυκλέτες για την αστυνομία και το στρατό της. Το 1952, η ινδική κυβέρνηση δοκίμασε μερικές μοτοσυκλέτες της εταιρείας και βρήκε το Royal Enfield Bullet (το οποίο είναι σε συνεχή παραγωγή από το 1932 έως και σήμερα!) ξεχωριστό για την αντοχή και τις επιδόσεις του, έτσι παρήγγειλε 800 τέτοιες μοτοσυκλέτες.

Για να καλύψει την τεράστια ζήτηση, η Enfield συνεργάστηκε με την Madras Motors, μία ινδική εταιρεία και δημιουργήσαν τη Enfield India Ltd, με έδρα το Chennai. Το 1971 το εργοστάσιο στο Ηνωμένο Βασίλειο κλείνει και η παραγωγή μεταφέρεται εξολοκλήρου στην Ινδία. Το 1994, το γκρουπ Eicher Motors εξαγοράζει την Enfield India και το brand μετονομάστηκε σε Royal Enfield για να αρχίσει από εκεί και έπειτα η μεταμόρφωση της RE από μια σχεδόν τοπική εταιρεία με ιστορικό όνομα και ετήσια παραγωγή περίπου 25.000 μοτοσυκλετών σε έναν παγκόσμιο κατασκευαστή, από τους μεγαλύτερους στον κόσμο, ειδικά στους κυβισμούς 350-650. Χωρίς παπιά, χωρίς σκούτερ και χωρίς μοτοσυκλέτες σε κυβισμούς από 50 έως και 300 κ.εκ.!

Η εταιρεία διατηρεί πλέον τρεις σταθμούς παραγωγής – όλοι στην Ινδία – με τους δύο από αυτούς να ανοίγουν την τελευταία δεκαετία, δείχνοντας ξεκάθαρα την ανάπτυξη της εταιρείας. Πλέον έχει επίσης και μονάδα συναρμολόγησης στην Ταϊλάνδη (και άλλες πέντε Αργεντινή, Κολομβία, Βραζιλία, Μπαγκλαντές και Νεπάλ) που ξεκίνησε να λειτουργεί πριν από λίγο καιρό. Σήμερα, η Royal Enfield είναι μία παγκόσμια εταιρεία μοτοσυκλετών με 100% ινδικές ρίζες.

Η Continental καταργεί τον άνθρακα και το αργό πετρέλαιο από την παγκόσμια παραγωγή ελαστικών της

Από τον Ιανουάριο του 2026 όλα τα εργοστάσια της εταιρείας λειτουργούν με εναλλακτικές πηγές ενέργειας, μειώνοντας δραστικά τις εκπομπές CO₂
Continental
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

3/3/2026

Η Continental ολοκλήρωσε ένα βήμα στη στρατηγική βιωσιμότητάς της, εξαλείφοντας πλήρως τη χρήση άνθρακα και ορυκτών καυσίμων από την παραγωγή ελαστικών, υιοθετώντας ένα μείγμα ανανεώσιμων και χαμηλότερων εκπομπών ενεργειακών πηγών σε όλες τις μονάδες της.

Η Continental ανακοίνωσε πως από τον Ιανουάριο του 2026 όλα τα εργοστάσια παραγωγής ελαστικών της εταιρείας παγκοσμίως έχουν στραφεί σε εναλλακτικές πηγές ενέργειας για την παραγωγή ατμού που απαιτείται στις διαδικασίες κατασκευής και θέρμανσης.

Οι νέες ενεργειακές λύσεις περιλαμβάνουν βιομάζα, βιοαέριο και ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές, ενώ για τη διασφάλιση σταθερής ενεργειακής τροφοδοσίας χρησιμοποιούνται επίσης υγραέριο (LPG) και φυσικό αέριο. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 2020, επτά από τις 19 μονάδες παραγωγής βασίζονταν ακόμη σε άνθρακα και αργό πετρέλαιο για την παραγωγή ατμού, εξασφαλίζοντας υψηλή θερμική απόδοση σε περιοχές με περιορισμένες ενεργειακές υποδομές. Σήμερα, η εταιρεία έχει στραφεί σε πιο οικολογικές μορφές ενέργειας, έπειτα από μακροχρόνιες επενδύσεις προς αυτό τον στόχο.

Μείωση εκπομπών και ενίσχυση ανθεκτικότητας

Όπως δήλωσε ο Dr. Bernhard Trilken, επικεφαλής της Παραγωγικής διαδικασίας και των Logistics της εταιρείας, ο άνθρακας και τα ορυκτά έλαια αποτελούν πλέον παρελθόν για την εταιρεία, με το μέλλον να βασίζεται όλο και περισσότερο στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Η στρατηγική αυτή, που συνδυάζει διαφορετικές ενεργειακές πηγές, ιδανικά παραγόμενες επιτόπου, καθιστά την παραγωγή πιο ανεξάρτητη και ανθεκτική.

Η παραγωγή ελαστικών απαιτεί σημαντικά ποσά ενέργειας, κυρίως για θερμικές διεργασίες όπως ο βουλκανισμός, που προσδίδει στο καουτσούκ τις ελαστικές του ιδιότητες. Ενώ παραδοσιακά η διαδικασία βασιζόταν σε ατμό παραγόμενο από ορυκτά καύσιμα, νέες προηγμένες ηλεκτρικές τεχνολογίες καθιστούν πλέον τη διαδικασία πιο ευέλικτη, πράσινη και ενεργειακά αποδοτική.

Continental

Από το 2020, η Continental προμηθεύεται αποκλειστικά ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές και επεκτείνει συνεχώς τις δικές της εγκαταστάσεις παραγωγής πράσινης ενέργειας. Το 2025 η ένταση εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στην παραγωγή μειώθηκε κατά περισσότερο από 10% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος και κατά περίπου 70% σε σχέση με το 2019. Συνολικά, τα τελευταία τέσσερα χρόνια η εταιρεία έχει μειώσει κατά περίπου 180.000 τόνους τις εκπομπές CO₂ από την παραγωγή ελαστικών.

Παραδείγματα από όλο τον κόσμο

Η μετάβαση διαφοροποιείται ανάλογα με τις τοπικές υποδομές και αγορές ενέργειας. Στο Gqeberha της Νότιας Αφρικής, όπου ο άνθρακας αποτελούσε βασικό στοιχείο παραγωγής ατμού, η μονάδα έχει πλέον στραφεί στη βιομάζα, με το LPG να καλύπτει τις υπόλοιπες ανάγκες. Στην Kalutara της Σρι Λάνκα, η λειτουργία δεύτερου λέβητα βιομάζας επέτρεψε την πλήρη κατάργηση των ορυκτών ελαίων, με τον ατμό να παράγεται αποκλειστικά από βιομάζα. Στην Otrokovice της Τσεχίας, σε συνεργασία με τον τοπικό πάροχο ενέργειας, η παραγωγή ατμού μετατοπίστηκε από τον άνθρακα σε βιομάζα και φυσικό αέριο, ωφελώντας και τις τοπικές κοινότητες μέσω πιο καθαρού συστήματος τηλεθέρμανσης.

Η στρατηγική αυτή έχει αναγνωριστεί και διεθνώς, καθώς ο ανεξάρτητος οργανισμός CDP απένειμε στην Continental βαθμολογία A- το 2025 για τη διαφάνεια και τις επιδόσεις της στη μείωση εκπομπών CO₂.

Για έναν κατασκευαστή που δραστηριοποιείται σε παγκόσμια κλίμακα και εξοπλίζει εκατομμύρια οχήματα, από αυτοκίνητα μέχρι μοτοσυκλέτες, η πλήρης απεξάρτηση από τον άνθρακα αποτελεί μια ουσιαστική κίνηση προς μια πιο βιώσιμη βιομηχανία ελαστικών με ένα ελαφρύτερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα.