Τα best seller του 2020 έως σήμερα

Αναλυτικά οι πωλήσεις του τετραμήνου 2020
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

18/5/2020

Πριν λίγες ημέρες είχαμε στα χέρια μας τη γενική εικόνα της αγοράς των δικύκλων έως το τέλος Απριλίου, όπου το βασικό μήνυμα ήταν άκρως ενθαρρυντικό παρά την λογική και αναμενόμενη πτώση λόγω lockdown. Τώρα, ο Σ.Ε.Α.Α.  μας έστειλε και τα αναλυτικά στοιχεία με τις εταιρείες και τα μοντέλα που αγόρασαν οι Έλληνες το πρώτο τετράμηνο του 2020. Συνολικά πουλήθηκαν 7.007 δίκυκλα, εκ των οποίων scooter ήταν τα 3.884, παπιά ήταν τα 1.702, μοτοσυκλέτες ήταν τα 1.290 και ATV ήταν τα 98 εξ αυτών.

Ενδιαφέρον έχουν και οι πωλήσεις ανά κατηγορία κυβισμού, όπου 2.551 δίκυκλα είχαν κινητήρες μεταξύ 50-125cc και τα περισσότερα από αυτά είναι παπιά. Στην επόμενη κατηγορία των 250-500cc  είχαμε 1.543 ταξινομήσεις, ενώ στην κατηγορία των 250-500 κυβικών όπου είναι τα περισσότερα δημοφιλή μοντέλα των scooter, οι ταξινομήσεις έφτασαν τις 2.059. Στα πάνω από 750 κυβικά όπου είναι κυρίως οι μοτοσυκλέτες και κάποια ελάχιστα ATV, είχαμε 454 ταξινομήσεις. Στο σύνολο των 7.007 ταξινομήσεων υπάρχουν και 25 τρίτροχα και τετράτροχα οχήματα με ηλεκτρικούς κινητήρες ή μικρά αυτοκινητάκια που ταξινομούνται ως δίκυκλα από το Υπουργείο.

Σε επίπεδο εταιρειών, η SYM κρατά την πρώτη θέση με 1.649 ταξινομήσεις και την ακολουθεί η Honda με 1.117 και στην τρίτη θέση η Piaggio με 1.063. Δημοφιλέστερο δίκυκλο της ελληνικής αγοράς είναι το scooter SYM Symphony ST 200 με 467 πωλήσεις. Δεύτερο είναι το παπί Daytona DY 125 RS με 367 πωλήσεις και τρίτο το Yamaha Crypton S με 309 πωλήσεις. Στις μοτοσυκλέτες, οι δύο εκδόσεις του Yamaha Tracer 900 πούλησαν αθροιστικά 95 αντίτυπα. Ακολουθεί από κοντά το Honda CB500X με 90 πωλήσεις και τρίτο είναι το Zontes (Daytona) T310 με 79 πωλήσεις.

   

Ιταλία: Δικαστική ανατροπή στη νομοθεσία για οδήγηση και ναρκωτικά

Το Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας ανέτρεψε νόμο του Matteo Salvini και δικαίωσε 39χρονο που είχε κατηγορηθεί για οδήγηση μετά από χρήση κάνναβης
drug test
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

3/2/2026

Τον Δεκέμβρη του 2024 ο Ιταλός υπουργός Μεταφορών, Matteo Salvini, είχε εισάγει μια σημαντική αλλαγή στο άρθρο 187 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας που αφορούσε οδήγηση και ναρκωτικές ουσίες. Η αλλαγή περιγράφεται γλαφυρά από τον τίτλο του άρθρου 187, όπου η ‘οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών’ αντικαταστάθηκε από ‘οδήγηση μετά τη χρήση ναρκωτικών’.

Η επιλογή της φρασεολογίας αυτής άνοιγε παραθυράκια για ενδεχομένως άδικες διώξεις, κυρίως όσον αφορά στην ανίχνευση ουσιών που αφήνουν ίχνη στον ανθρώπινο οργανισμό για μέρες μετά τη λήψη τους. Αυτό το ζήτημα μάλιστα δεν αφορά μόνο στη χρήση ναρκωτικών ουσιών, αλλά θα μπορούσε να βάλει σε μπελάδες και λήπτες φαρμακευτικών αγωγών.

Η ανατροπή του νόμου αυτού ήρθε πριν λίγες μέρες μέσω του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ιταλίας, στο οποίο προσέφυγε 39χρονος οδηγός που είχε κατηγορηθεί για ‘οδήγηση μετά από χρήση ναρκωτικών’ μετά από έλεγχο που του έγινε όταν ενεπλάκη σε ατύχημα επιστρέφοντας από τη δουλειά του. Ο κατηγορούμενος είχε καπνίσει κάνναβη 48 ώρες πριν τον έλεγχο, ωστόσο βρέθηκε αντιμέτωπος με πολύ σοβαρές κατηγορίες βάσει του άρθρου 187.

Στο δικαστήριο η απόφαση ήταν σαφής: για να τιμωρηθεί ο οδηγός θα πρέπει να επιβεβαιωθεί επιστημονικώς πως το είδος και η ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας που ανιχνεύτηκε στο σώμα του προκαλεί ψυχοσωματικές αλλαγές, δηλαδή απλά και μόνο η εύρεση ιχνών στον οργανισμό δεν αρκεί για καταδίκη.

Ωστόσο πρέπει να τονίσουμε πως εμπλέκεται αρκετή υποκειμενικότητα στο θέμα, καθώς δεν υπάρχουν ιατρικώς καθορισμένα όρια στη μετρήσιμη ποσότητα των απαγορευμένων ουσιών που μπορούν να επηρεάσουν την ικανότητα του οδηγού.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το δικαστήριο έκανε λόγο γι’ αυτό ακριβώς το θέμα, αναφέροντας πως σκοπός της νομοθεσίας είναι να προστατεύσει την οδική ασφάλεια και πως ένας οδηγός που φαίνεται να έχει διαύγεια σκέψης και δεν οδηγούσε επικίνδυνα δεν μπορεί να διωχθεί βάσει αυτής της διάταξης του ΚΟΚ.

Με την απόφαση αυτή λοιπόν ουσιαστικά ανατρέπεται η αλλαγή στο άρθρο 187 που είχε κάνει ο Salvini.

Εν τέλει, το ασαφές όριο μεταξύ της ανίχνευσης ναρκωτικών ουσιών στον οργανισμό και της οδήγησης υπό την επήρεια ανάγει το όλο θέμα στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή, ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση αποφάσισε υπέρ του κατηγορούμενου.