Thrust DSR 200 LC 2025 - Ήρθε με το ισχυρότερο μοτέρ των 18,5 ίππων - Πού μπορείτε να το οδηγήσετε

Πλούσιος εξοπλισμός σε λογική τιμή – Με traction control και TFT οθόνη αφής επτά ιντσών
Thrust DSR 200 διαθέσιμο στην Ελλάδα
Από το

motomag

12/11/2025

Μετά την ανακοίνωση της τιμής του η εισαγωγική της Thrust Motor στην ελληνική αγορά μας ενημερώνει πως το σκούτερ DSR 200 LC ABS+TCS βρίσκεται πλέον στη χώρα μας και είναι διαθέσιμο και για test ride.

Τα σκούτερ με κινητήρες κοντά στα 200 κ.εκ. πολλαπλασιάζονται τον τελευταίο καιρό με τη συγκεκριμένη κατηγορία κυβισμού να "ζωντανεύει" ξανά, για πολύ καλούς λόγους, με μοντέλα που παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον λόγω των πλεονεκτημάτων που προσφέρουν.

Τα 200άρια σκούτερ βρίσκονται σε επιδόσεις μεταξύ των ισχυρότερων, μεγαλύτερων και βαρύτερων 250-300 και των 125-150 και συνήθως μοιράζονται με τα τελευταία διαστάσεις πλαίσιο και βάρος υπερτερώντας σε απόδοση, κάτι που γίνεται ακόμη πιο αισθητό με δεύτερο άτομο στη σέλα. Έχουν επίσης τους απαραίτητους χώρους για δύο άτομα και αυτό τα ανάγει σε μια χρηστική "χρυσή τομή" που προσφέρει περισσότερες "ελευθερίες" από ότι περιορισμούς με σημαντικότερη την άνετη κίνηση σε αυτοκινητόδρομο, ειδικά με δεύτερο άτομο στη σέλα. Έτσι μπορούν να βγουν και εκτός των τειχών της πόλης.

Thrust DSR 200 διαθέσιμο στην Ελλάδα

Το DSR 200 ABS+TCS ανήκει σε αυτήν την κατηγορία και είναι η ισχυρότερη έκδοση που τοποθετείται πάνω από εκείνη με τον κινητήρα των 125 κ.εκ., διαθέσιμη στην τιμή των 2.695 ευρώ.

Ο κινητήρας του DSR 200 είναι 174 κ.εκ. και αποδίδει 18,5 ίππους και 1,75 kg.m ροπής στις 8.500 και 6.500 σ.α.λ. αντίστοιχα, με το βάρος, πλήρες υγρών, να βρίσκεται χαμηλά, στα 138 κιλά και το ρεζερβουάρ να έχει χωρητικότητα 10,5 λίτρων. Το ύψος της σέλας βρίσκεται στα 770 χλστ. και το μεταξόνιο είναι 1.375 χλστ. Με μήκος και πλάτος στα 1.375 χλστ. και ζάντες 14 και 13 ιντσών εμπρός και πίσω αντίστοιχα το DSR 200 δεν έχει διαφορές σε σχέση με το 125άρι και υπόσχεται υψηλό επίπεδο ευελιξίας στο αστικό τοπίο, όπως και καλή προστασία από νερά και αέρα λόγω της GT φύσης του.

Στον στάνταρ εξοπλισμό του σκούτερ περιλαμβάνεται σχάρα για τοποθέτηση βαλίτσας, οθόνη αφής TFT με διαγώνιο στις επτά ίντσες με GPS, κάμερα καταγραφής στο εμπρός μέρος, keyless σύστημα εκκίνησης, full LED φώτα και traction control, ενώ προσφέρεται σε χρώμα κόκκινο, γκρι και λευκό. 

Το DSR 200 ABS+TCS είναι διαθέσιμο για Test Ride στο κοινό της Αττικής, στην αντιπροσωπεία της Thrust Motor Αγίας Παρασκευής, Μεσογείων 527 και συνοδεύεται από δύο χρόνια εγγύηση ή 20.000 χλμ., όποιο έρθει πρώτο.

H πολυτιμότερη MV Agusta όλων των εποχών - Έπιασε 5πλάσιο ποσό από τις εκτιμήσεις σε δημοπρασία

Με πρώην ιδιοκτήτη τον John Surtees! - Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1965 - Την οδήγησαν Hailwood - Agostini
MV Agusta Bonhams 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

28/4/2026

Η κορυφαία των MotoGP της εποχής της έπιασε ένα ποσό που έκανε τους ειδικούς εκτιμητές να μοιάζουν με ερασιτέχνες στον τελευταίο χτύπο του σφυριού στη δημοπρασία που διοργάνωσε ο οίκος Bohnams.

Σπάνια βλέπει κανείς εργοστασιακή αγωνιστική MV Agusta να προσφέρεται σε δημοπρασία, αφού όσες έχουν απομείνει είτε βρίσκονται σε κάποιο μουσείο, είτε σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Η προσφορά είναι εξαιρετικά σπάνια λοιπόν και η ζήτηση τεράστια, όμως ακόμη και αυτό δεν προϊδέασε κανένα για το ποσό που χρειάστηκε τελικά να δοθεί για να αλλάξει χέρια η 500άρα αγωνιστική Agusta του 1965, για την οποία σας μιλήσαμε πριν από δύο περίπου μήνες.

Πρόκειται για τη μοτοσυκλέτα με την οποία ο Mike Hailwood κέρδισε το τελευταίο από τα τέσσερα σερί πρωταθλήματα για την Agusta στην κορυφαία κατηγορία πριν αποχωρήσει για τη Honda, αφήνοντας το No.1 στους αναβάτες των Ιταλών στον ομόσταυλό του και ανερχόμενο τότε GIacomo Agostini, τον οποίο και άφησε εκείνη τη χρονιά στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης.

Η γνήσια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα αγοράστηκε από τον John Surtees τη 10ετία του 1980 όταν πωλήθηκαν τα υπάρχοντα του αγωνιστικού τμήματος της MV Agusta και ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης της την έκανε δικιά του το 2005 απευθείας από τον Βρετανό θρύλο.

Τα εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας που κατάφερε να αποσπάσει το ποσό του 1.115.594 ευρώ, το μεγαλύτερο που έχει δοθεί ποτέ για MV Agusta, έχουν άγνωστο αγωνιστικό ιστορικό, ενώ πιστεύεται ότι με αυτή αγωνίστηκε το 1965 τόσο ο Ago όσο και ο Hailwood και ως σύνολο είναι σύμφωνη με τις προδιαγραφές που χρησιμοποιούσε η εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta στα μέσα της δεκαετίας του 1960. 

Αν και είχε αποχωρήσει τέσσερα χρόνια πριν από την ομάδα, ο Surtees την αγόρασε γιατί, όπως έγραψε και σε σχετική επιστολή του προς τον άνθρωπο που την αγόρασε από αυτόν, πρόκειται για "...μια εξέλιξη του ίδιου τύπου μηχανής που οδηγούσα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1960". Η συγκεκριμένη μάλιστα ήταν και η μοναδική που κράτησε το εργοστάσιο ως ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα από τις 4κύλινδρες εκείνης της εποχής και έπειτα πούλησε, εκτός από εκείνες που κατέληξαν στο μουσείο της MV Agusta, το οποίο και πιστοποίησε τη γνησιότητά της.

MV Agusta Bonhams 2026

Η μοτοσυκλέτα πέρασε από σχολαστική ανακατασκευή διατηρώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των γνήσιων εξαρτημάτων της, εκτός από το κάλυμμα της σέλας που αντικαταστάθηκε και τα δύο αμορτισέρ που είναι αντιγραφές των αυθεντικών. Ξεχωρίζει επίσης από το τετραγωνικής διατομής ψαλίδι, το οποίο ήταν μία από τις τελευταίες αναβαθμίσεις που έκανε η MV Agusta σε αυτή τη μηχανή -το προηγούμενο ήταν οβάλ.

Στην επιστολή ο Surtees αναφέρει επίσης πως όλες οι λεπτομέρειες, όπως οι πλήμνες, οι ακτίνες, οι ζάντες, μαζί με την υπόλοιπη μοτοσυκλέτα, είναι όλα πρωτότυπα.

Ο μοναδικός στην ιστορία Παγκόσμιος Πρωταθλητής MotoGP που έχει καταφέρει να κερδίσει και τον αντίστοιχο τίτλο στη Formula 1 χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα σε επιδείξεις σε όλη την Ευρώπη και στη Νέα Ζηλανδία και την οδήγησε τελευταία φορά στη συνάντηση Spa Francorchamps Revival το 2006. Δεν θα πρέπει επίσης να συγχέεται με τις ρέπλικες που έφτιαξε ο Surtees έπειτα και από τη σχετική άδεια που του παραχώρησε η MV Agusta. Η μοτοσυκλέτα είναι λειτουργική, αλλά θα χρειαστεί εκ νέου συντήρηση για να οδηγηθεί καθώς έμεινε ανενεργή για μεγάλη χρονική περίοδο. 

Σε κάθε περίπτωση το ποσό που έπιασε στη δημοπρασία η 4κύλινδρη MV Agusta δικαιώνει το προσωνύμιό "Ferrari των μοτοσυκλετών" που έχει κερδίσει από το κοινό, όχι μόνο για τα 37 Παγκόσμια Πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει. Το κοινό πάθος που είχαν οι Domenico Agusta και Enzo Ferrari για τους αγώνες αλλά και το γεγονός ότι κατασκεύαζαν μοντέλα για τον δρόμο ώστε να τα πουλήσουν για να χρηματοδοτήσουν τα αγωνιστικά τους όνειρα ήταν ίσως το κύριο από τα συστατικά που συντέλεσαν στο χτίσιμο του μύθου της MV Agusta και την έφεραν στη συνείδηση του κοινού στο ίδιο επίπεδο με τη συμπατριώτισσά της Ferrari, για τα αγωνιστικά της οποίας ξοδεύονται αστρονομικά ποσά στις δημοπρασίες.