Yamaha: Η πρώτη superbike με radar

Κατέθεσε τις σχετικές πατέντες
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

16/8/2021

Με την Ducati, την KTM και την BMW να έχουν ήδη παρουσιάσει on-off (Multistrada V4, 1290 SUPERADVENTURE S/R), touring και scooter (R1250RT, C650GT) μοντέλα που διαθέτουν radar και συστήματα προειδοποίησης τυφλών σημείων, έρχεται τώρα η Yamaha να καταθέσει πατέντες που αφορούν την εφαρμογή αυτής της τεχνολογίας στα Superbike.

Όπως βλέπουμε στα αντίστοιχα σχεδιαγράμματα που συνοδεύουν τις πατέντες, η επόμενη γενιά των R1 θα έχει καθρέπτες που θα δείχνουν προειδοποιητικά εικονίδια στον αναβάτη σχετικά με την παρουσία οχημάτων πίσω του και γύρω από τη μοτοσυκλέτα, αλλά και radar ανίχνευσης περιμετρικά της μοτοσυκλέτας.

Με την βοήθεια του αντίστοιχου λογισμικού, η επόμενη γενιά των R1 θα έχει την δυνατότητα να αντιλαμβάνεται τη σχετική ταχύτητα των υπόλοιπων οχημάτων στο δρόμο και να διαλέγει το κατάλληλο σενάριο προειδοποίησης του αναβάτη ή ακόμα και προετοιμασίας της μοτοσυκλέτας για ενδεχόμενο απότομο ελιγμό ή δυνατό φρενάρισμα (π.χ. να αλλάζει στιγμιαία τις αποσβέσεις των αναρτήσεων και την ευαισθησία του cornering ABS για μεγαλύτερη σταθερότητα του πλαισίου και καλύτερη απόδοση των φρένων στο απότομο φρενάρισμα).

Φυσικά το adaptive cruise control θα είναι ένα από τα καινούρια παιχνίδια που θα έχει στα χέρια του ο αναβάτης, ενώ στα σύμβολα που υπάρχουν στις πατέντες φαίνεται πως θα υπάρχει επίσης απευθείας ειδοποίηση SOS στην τοπικές αρχές σε περίπτωση που το σύστημα αντιληφθεί πως η μοτοσυκλέτα είχε ατύχημα, όπως επίσης θα δείχνει το όριο ταχύτητας στο συγκεκριμένο δρόμο που οδηγείς και φυσικά τα τηλεφωνήματα που δέχεσαι.      

Ιταλία: Δικαστική ανατροπή στη νομοθεσία για οδήγηση και ναρκωτικά

Το Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας ανέτρεψε νόμο του Matteo Salvini και δικαίωσε 39χρονο που είχε κατηγορηθεί για οδήγηση μετά από χρήση κάνναβης
drug test
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

3/2/2026

Τον Δεκέμβρη του 2024 ο Ιταλός υπουργός Μεταφορών, Matteo Salvini, είχε εισάγει μια σημαντική αλλαγή στο άρθρο 187 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας που αφορούσε οδήγηση και ναρκωτικές ουσίες. Η αλλαγή περιγράφεται γλαφυρά από τον τίτλο του άρθρου 187, όπου η ‘οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών’ αντικαταστάθηκε από ‘οδήγηση μετά τη χρήση ναρκωτικών’.

Η επιλογή της φρασεολογίας αυτής άνοιγε παραθυράκια για ενδεχομένως άδικες διώξεις, κυρίως όσον αφορά στην ανίχνευση ουσιών που αφήνουν ίχνη στον ανθρώπινο οργανισμό για μέρες μετά τη λήψη τους. Αυτό το ζήτημα μάλιστα δεν αφορά μόνο στη χρήση ναρκωτικών ουσιών, αλλά θα μπορούσε να βάλει σε μπελάδες και λήπτες φαρμακευτικών αγωγών.

Η ανατροπή του νόμου αυτού ήρθε πριν λίγες μέρες μέσω του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ιταλίας, στο οποίο προσέφυγε 39χρονος οδηγός που είχε κατηγορηθεί για ‘οδήγηση μετά από χρήση ναρκωτικών’ μετά από έλεγχο που του έγινε όταν ενεπλάκη σε ατύχημα επιστρέφοντας από τη δουλειά του. Ο κατηγορούμενος είχε καπνίσει κάνναβη 48 ώρες πριν τον έλεγχο, ωστόσο βρέθηκε αντιμέτωπος με πολύ σοβαρές κατηγορίες βάσει του άρθρου 187.

Στο δικαστήριο η απόφαση ήταν σαφής: για να τιμωρηθεί ο οδηγός θα πρέπει να επιβεβαιωθεί επιστημονικώς πως το είδος και η ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας που ανιχνεύτηκε στο σώμα του προκαλεί ψυχοσωματικές αλλαγές, δηλαδή απλά και μόνο η εύρεση ιχνών στον οργανισμό δεν αρκεί για καταδίκη.

Ωστόσο πρέπει να τονίσουμε πως εμπλέκεται αρκετή υποκειμενικότητα στο θέμα, καθώς δεν υπάρχουν ιατρικώς καθορισμένα όρια στη μετρήσιμη ποσότητα των απαγορευμένων ουσιών που μπορούν να επηρεάσουν την ικανότητα του οδηγού.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το δικαστήριο έκανε λόγο γι’ αυτό ακριβώς το θέμα, αναφέροντας πως σκοπός της νομοθεσίας είναι να προστατεύσει την οδική ασφάλεια και πως ένας οδηγός που φαίνεται να έχει διαύγεια σκέψης και δεν οδηγούσε επικίνδυνα δεν μπορεί να διωχθεί βάσει αυτής της διάταξης του ΚΟΚ.

Με την απόφαση αυτή λοιπόν ουσιαστικά ανατρέπεται η αλλαγή στο άρθρο 187 που είχε κάνει ο Salvini.

Εν τέλει, το ασαφές όριο μεταξύ της ανίχνευσης ναρκωτικών ουσιών στον οργανισμό και της οδήγησης υπό την επήρεια ανάγει το όλο θέμα στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή, ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση αποφάσισε υπέρ του κατηγορούμενου.