Yamaha – Μόνο για την πίστα το R1 από το 2025

Ακολουθώντας τα χνάρια του R6, το superbike της Yamaha θα πωλείται μόνο για αγωνιστική χρήση
motomag Yamaha – Μόνο για την πίστα το R1 από το 2025
Από τον

Γιάννη Τσινάβο

23/2/2024

Διαβάσατε στο ΜΟΤΟ πως η Yamaha σκοπεύει να μην προχωρήσει στην εξέλιξη των YZF-R1 και YZF-R1M προκειμένου αυτά να συμμορφωθούν με τις Euro5+ προδιαγραφές, σημαίνοντας ταυτόχρονα το τέλος των πωλήσεων του μοντέλου στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το 2025.

Μετά τον ντόρο που σήκωσε η συγκεκριμένη είδηση ήρθε και η απάντηση από την ίδια την Yamaha, με την ιαπωνική εταιρεία να επιβεβαιώνει πως τo superbike της θα ακολουθήσει το δρόμο που χάραξε από το 2020 και μετά το YZF-R6. Με απλά λόγια το R1 θα συνεχίσει να πωλείται ωστόσο από το 2025 και μετά θα χρησιμοποιείται μόνο για αγωνιστική χρήση χωρίς αυτό να μπορεί να βγάλει πινακίδες για το δρόμο.

Yamaha – Μόνο για την πίστα το R1 από το 2025

Η συγκεκριμένη απόφαση της Yamaha έγκειται αφενός στην αλλαγή των προτεραιοτήτων του αγοραστικού κοινού καθώς βλέπουμε πως οι Adventure μοτοσυκλέτες αποτελούν τα τελευταία χρόνια την πρώτη επιλογή των αγοραστών και αφετέρου πως η αγωνιστική εμπλοκή της Yamaha στο WSBK απαιτεί την ύπαρξη του YZF-R1 έστω και χωρίς αυτή να βγάζει πινακίδες (λόγω των κανονισμών που επιβάλουν η αγωνιστική μοτοσυκλέτα να βασίζεται σε έκδοση παραγωγής).

Η φετινή χρονιά ως εκ τούτου θα είναι η τελευταία που θα μπορεί κάποιος να αποκτήσει τα YZF-R1 και YZF-R1M με πινακίδες ωστόσο το θετικό είναι πως το κεφάλαιο του R1 θα συνεχιστεί έστω και αν αυτό σχετίζεται με την αποκλειστική χρήση του μοντέλου στις πίστες.

Yamaha – Μόνο για την πίστα το R1 από το 2025

 

Ιταλία: Δικαστική ανατροπή στη νομοθεσία για οδήγηση και ναρκωτικά

Το Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας ανέτρεψε νόμο του Matteo Salvini και δικαίωσε 39χρονο που είχε κατηγορηθεί για οδήγηση μετά από χρήση κάνναβης
drug test
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

3/2/2026

Τον Δεκέμβρη του 2024 ο Ιταλός υπουργός Μεταφορών, Matteo Salvini, είχε εισάγει μια σημαντική αλλαγή στο άρθρο 187 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας που αφορούσε οδήγηση και ναρκωτικές ουσίες. Η αλλαγή περιγράφεται γλαφυρά από τον τίτλο του άρθρου 187, όπου η ‘οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών’ αντικαταστάθηκε από ‘οδήγηση μετά τη χρήση ναρκωτικών’.

Η επιλογή της φρασεολογίας αυτής άνοιγε παραθυράκια για ενδεχομένως άδικες διώξεις, κυρίως όσον αφορά στην ανίχνευση ουσιών που αφήνουν ίχνη στον ανθρώπινο οργανισμό για μέρες μετά τη λήψη τους. Αυτό το ζήτημα μάλιστα δεν αφορά μόνο στη χρήση ναρκωτικών ουσιών, αλλά θα μπορούσε να βάλει σε μπελάδες και λήπτες φαρμακευτικών αγωγών.

Η ανατροπή του νόμου αυτού ήρθε πριν λίγες μέρες μέσω του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ιταλίας, στο οποίο προσέφυγε 39χρονος οδηγός που είχε κατηγορηθεί για ‘οδήγηση μετά από χρήση ναρκωτικών’ μετά από έλεγχο που του έγινε όταν ενεπλάκη σε ατύχημα επιστρέφοντας από τη δουλειά του. Ο κατηγορούμενος είχε καπνίσει κάνναβη 48 ώρες πριν τον έλεγχο, ωστόσο βρέθηκε αντιμέτωπος με πολύ σοβαρές κατηγορίες βάσει του άρθρου 187.

Στο δικαστήριο η απόφαση ήταν σαφής: για να τιμωρηθεί ο οδηγός θα πρέπει να επιβεβαιωθεί επιστημονικώς πως το είδος και η ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας που ανιχνεύτηκε στο σώμα του προκαλεί ψυχοσωματικές αλλαγές, δηλαδή απλά και μόνο η εύρεση ιχνών στον οργανισμό δεν αρκεί για καταδίκη.

Ωστόσο πρέπει να τονίσουμε πως εμπλέκεται αρκετή υποκειμενικότητα στο θέμα, καθώς δεν υπάρχουν ιατρικώς καθορισμένα όρια στη μετρήσιμη ποσότητα των απαγορευμένων ουσιών που μπορούν να επηρεάσουν την ικανότητα του οδηγού.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το δικαστήριο έκανε λόγο γι’ αυτό ακριβώς το θέμα, αναφέροντας πως σκοπός της νομοθεσίας είναι να προστατεύσει την οδική ασφάλεια και πως ένας οδηγός που φαίνεται να έχει διαύγεια σκέψης και δεν οδηγούσε επικίνδυνα δεν μπορεί να διωχθεί βάσει αυτής της διάταξης του ΚΟΚ.

Με την απόφαση αυτή λοιπόν ουσιαστικά ανατρέπεται η αλλαγή στο άρθρο 187 που είχε κάνει ο Salvini.

Εν τέλει, το ασαφές όριο μεταξύ της ανίχνευσης ναρκωτικών ουσιών στον οργανισμό και της οδήγησης υπό την επήρεια ανάγει το όλο θέμα στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή, ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση αποφάσισε υπέρ του κατηγορούμενου.