CFMOTO μοτοσυκλέτες στην Ελλάδα

Με τρία νέα μοντέλα
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

16/5/2018

Η CFMOTO δεν είναι ένα καινούργιο όνομα στο χώρο της μοτοσυκλέτας. Στην Κίνα –αλλά και παγκοσμίως- αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους κατασκευαστές ATV, UTV, SSV και μοτοσυκλετών. Πρόκειται για έναν πραγματικό κολοσσό που κατάφερε μέσα σε λίγα χρόνια, από το 1989 που ιδρύθηκε, να σημειώσει μια αλματώδη ανάπτυξη και εξέλιξη, ενώ τα προϊόντα της διανέμονται σε περισσότερες από 90 χώρες και από τις γραμμές παραγωγής της βγαίνουν ετησίως πάνω από 800.000 οχήματα.
Μέσα σ' αυτά τα 29 χρόνια η CFMOTO έχει δημιουργήσει 98 μοντέλα και 51 δικούς της κινητήρες για μια ευρεία γκάμα προϊόντων, ενώ στη χώρα μας έχει γίνει κυρίως γνωστή για την γκάμα των ATV που κατασκευάζει. Το τμήμα έρευνας και εξέλιξης της εταιρείας αριθμεί πάνω από 200 μηχανολόγους και σχεδιαστές, διασκορπισμένους σε πέντε κέντρα αντίστοιχου αριθμού χωρών, με ένα ιστορικό 110 καταχωρημένων πατεντών παγκοσμίως.
Η ανάπτυξη και η επέκταση της CFMOTO όμως πήρε πρόσφατα ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις, καθώς όπως είχατε διαβάσει αποκλειστικά εδώ, τον περασμένο μήνα εγκαινιάστηκε η κατασκευή ενός νέου εργοστασίου στην Κίνα που αποτελεί κοινοπραξία της CFMOTO με την ΚΤΜ. Όπως επίσης είχαμε γράψει πριν λίγο καιρό, αυτή η μορφή συνεργασίας των δύο εταιρειών είχε ανακοινωθεί στα τέλη της περασμένης χρονιάς (καθώς μια άλλου επιπέδου συνεργασία με την CFΜΟΤΟ να εισάγει τις μοτοσυκλέτες της ΚΤΜ στην Κίνα υπήρχε εδώ και καιρό), με το κινέζικο εργοστάσιο μάλιστα να δείχνει και το πρωτότυπο V.02 με κινητήρα ΚΤΜ, ενώ υπάρχει συμφωνία και για κοινή πλατφόρμα εξέλιξης κινητήρων ανάμεσα στο αυστριακό και το κινέζικο εργοστάσιο.

Το πρωτότυπο CFMOTO V 0.2

Τώρα, η εισαγωγή τριών μοτοσυκλετών της CFΜΟΤΟ από την ΤΕΟΜΟΤΟ Α.Ε. που αντιπροσωπεύει την εταιρεία στην Ελλάδα, αλλάζει σημαντικά τα δεδομένα στην αγορά των naked μοτοσυκλετών. Με τέσσερις προτάσεις (δύο εκδόσεις για το δικύλινδρο 650) που έχουν ως κοινό παρονομαστή την προσιτή, οικονομικά, ποιοτική κατασκευαστική φιλοσοφία και τον σχεδιασμό δια χειρός Kiska, του ανθρώπου που έχει γίνει συνώνυμο με την σχεδιαστική ταυτότητα της ΚΤΜ και πλέον δίνει το στίγμα των μοτοσυκλετών της CFMOTO.

250ΝΚ
Το μικρό μονοκύλινδρο 250 είναι ίσως και το πιο εντυπωσιακό της γκάμας, περικλείοντας αρκετά στοιχεία από την παράδοση της οικογένειας των ΝΚ. Ιδιαίτερα επιθετικές γραμμές και εξαιρετική ποιότητα των πλαστικών, όπως διαπιστώσαμε κι εμείς από κοντά, δίνουν μια "ακριβότερη" εικόνα στο 250NK από αυτό που περιμένεις από μια μοτοσυκλέτα της κατηγορίας. Το χαμηλό ύψος σέλας (795mm) το κάνει προσιτό σε ένα μεγάλο εύρος σωματότυπων και στο γυναικείο κοινό, ενώ ο υγρόψυκτος κινητήρας με τους δύο επικεφαλής εκκεντροφόρους και τις τέσσερις βαλβίδες, αποδίδει 26,5 ίππους στις 9.000 στροφές και 2,2 χιλιογραμμόμετρα ροπής στις 7.500 στροφές αντίστοιχα.

Η μονάδα του ψεκασμού είναι της Bosch και το βάρος του γεμάτο ανακοινώνεται στα 151 κιλά. Ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία του είναι και η TFT οθόνη που αλλάζει αυτόματα τον φωτισμό στο display ανάλογα με τις συνθήκες φωτισμού που επικρατούν στο περιβάλλον. Τα φώτα είναι full LED, ενώ το πλαίσιο είναι ατσάλινο χωροδικτύωμα. Η τιμή του στην Ελλάδα θα είναι 3.290 ευρώ και θα διατίθεται σε δύο χρωματικές επιλογές (μαύρο και ασημί).

 

 

400ΝΚ
Το naked της μεσαίας κατηγορίας κυβικών διαθέτει κι αυτό έναν ιδιαίτερα επιθετικό και δυναμικό σχεδιασμό με τις αιχμηρές γραμμές που αποτελούν σήμα κατατεθέν της Kiska Design. Ο δικύλινδρος οκταβάλβιδος εν σειρά, υγρόψυκτος, κινητήρας με τους δύο επικεφαλής εκκεντροφόρους αποδίδει 41 ίππους στις 9.500 στροφές και 3,6 χιλιογραμμόμετρα ροπής, ενώ διαθέτει και αισθητήρα κλίσης ο οποίος δίνει σήμα στην ECU για διακοπή της τροφοδοσίας αν μείνει για περισσότερο από εφτά δευτερόλεπτα σε κλίση άνω των 45°, σε περίπτωση πτώσης.

Το πλαίσιο είναι ατσάλινο σωληνωτό με το αμορτισέρ τοποθετημένο έκκεντρα στην αριστερή πλευρά, θυμίζοντας ιδιαίτερα το αντίστοιχο των Kawasaki Versys. Τα όργανα είναι ψηφιακά και ο χρωματισμός του ταχύμετρου αλλάζει ανάλογα με την ταχύτητα (μπλέ μέχρι τα 60km/h, κίτρινο από τα 60-100km/h και κόκκινο για πάνω από τα 100km/h). Η χωρητικότητα του ρεζερβουάρ είναι στα 17 λίτρα και το βάρος του ανακοινώνεται στα 206 κιλά γεμάτο. Η τιμή του ανέρχεται στα 4.590 ευρώ και οι διαθέσιμοι χρωματισμοί θα είναι μπλε (Athens Blue όπως το ονομάζει η εταιρεία) και λευκό.

 

650ΜΤ/Tourer
To 650MT βασίζεται στην πλατφόρμα του δικύλινδρου εν σειρά κινητήρα της CFMOTO των 650cc, ο οποίος είναι όμοιος με τον αντίστοιχο των Kawasaki Ζ650 και Versys 650, με ακριβώς ίδιες διαστάσεις και χωρητικότητα όπως ακριβώς ίδια είναι και τα σώματα του ψεκασμού (Bosch) 38mm. Η απόδοσή του είναι 61 ίπποι και 6,3 χιλιογραμμόμετρα, ενώ το μεταξόνιό του είναι ίδιο με του 400ΝΚ, με το οποίο μοιράζεται και ίδιο πλαίσιο (με διαφορετικό όμως ψαλίδι), στα 1.415mm.


Ο σχεδιασμός του και ο χαρακτήρα του παραπέμπουν σε μοτοσυκλέτες παντός δρόμου, αν και οι διαστάσεις των τροχών είναι στις 17 ίντσες. Το πιρούνι του είναι ανεστραμμένο και το αμορτισέρ πίσω είναι έκκεντρα τοποθετημένο αριστερά. Η ποιότητα κατασκευής βρίσκεται σε υψηλό επίπεδο, με λεπτομέρειες όπως η ρυθμιζόμενη μανέτα του συμπλέκτη και η μηχανικά ρυθμιζόμενη ζελατίνα, να προσθέτουν πόντους στην χρηστική πλευρά του χαρακτήρα του. Η τιμή του ανακοινώθηκε στα 6.190 ευρώ, ενώ για την έκδοση Tourer που θα διαθέτει τις πλαϊνές βαλίτσες στον στάνταρ εξοπλισμό είναι στα 6.590 ευρώ. Και οι δύο εκδόσεις θα είναι διαθέσιμες σε λευκό και μπλε χρώμα.

 

Triumph Tracker 400/Thruxton 400 2026 – Παρουσιάστηκαν με τιμές για Ελλάδα!

Με διαφορές σε πλαίσιο/ανάρτησες - Και ισχυρότερο κινητήρα κατά δύο ίππους
Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

16/12/2025

Η Triumph διευρύνει ακόμη περισσότερο την γκάμα των μονοκύλινδρων 400ριών της με Tracker 400 και Thruxton 400 με αισθητική εμπνευσμένη από τους flat track αγώνες και τα cafe racers αντίστοιχα.

Περιμέναμε ένα αλλά τελικά η Triumph παρουσίασε δύο μονοκύλινδρα 400άρια φτάνοντας έτσι την οικογένεια στα πέντε συνολικά μοντέλα, μαζί με τα Speed 400, Scrambler 400 X και Scrambler 400 XC.

Οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν αισθητικές κυρίως διαφορές με τις άλλες εκδόσεις και μεταξύ τους φυσικά με το φαίρινγκ του 400ριού Thruxton να μας είναι γνωστό εδώ και καιρό από τις κατασκοπικές φωτογραφίες που έκαναν τον γύρο του διαδικτύου πολύ καιρό πριν από την παρουσίασή του. 

Οι δύο μοτοσυκλέτες φέρουν επίσης και μία ισχυρότερη έκδοση του μονοκύλινδρου μοτέρ με τη μέγιστη ισχύ να ανεβαίνει κατά 5% περίπου και να φτάνει τους 41,42 ίππους από 39,42 που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Αλλαγή στη ροπή δεν υπάρχει και έτσι η μέγιστη τιμή παραμένει στα 3,82 kg.m αλλά να κάνει την εμφάνισή της 1.000 στροφές ψηλότερα, στις 7.500 σ.α.λ., με το 80% αυτής να είναι διαθέσιμο από τις 3.000 σ.α.λ. Η αύξηση στην ισχύ προήρθε από νέο εκκεντροφόρο αλλά και την εκ νέου χαρτογράφηση του ψεκασμού.

Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026

Σε σχέση με τη μοτοσυκλέτα βάσης που είναι το Spped 400, το Tracker 400 έχει φαρδύτερο τιμόνι κατά 23 χλστ., το οποίο είναι και χαμηλότερο κατά 134 ολόκληρα χλστ. Παράλληλα τα μαρσπιέ έχουν τοποθετηθεί 86 χλστ. πιο πίσω και 27 χλστ. ψηλότερα, με το νέο τρίγωνο της εργονομίας να δίνει μια πιο σπορ και επιθετική θέση οδήγησης. Διαφορετική είναι και η σέλα, όπως και το κάλυμμα-κοκοβιός της σέλας στο κομμάτι του συνεπιβάτη, οι ζάντες και το ρεζερβουάρ, με τo Tracker 400 να ξεχωρίζει από το μικρό του μασκάκι, αλλά και τα μεγάλα numver plates εκατέρωθεν της σέλας, όπως και από τους αποκλειστικούς χρωματισμούς.

Το Thruxton 400 έχει επίσης διαφορετικό ρεζερβουάρ -και από το Tracker-, αν και η χωρητικότητα είναι ίδια στα 13 λίτρα, ενώ ζυγίζει και τρία κιλά περισσότερα λόγω του φέρινγκ, με το βάρος του να φτάνει τα 176 κιλά πλήρες υγρών. Του Tracker βρίσκεται στα 173 κιλά. Το φαίρινγκ είναι αυτό που κάνει και τη μεγαλύτερη διαφορά στην αισθητική της μοτοσυκλέτας, που έχει κλιπόν και διαφορετική θέση οδήγησης, ενώ οι Βρετανοί αναφέρουν και μικρές αλλαγές στο πλαίσιο αποκλειστικά για τη συγκεκριμένη εκδοχή της μοτοσυκλέτας. Σε αυτήν την περίπτωση και έναντι του Speed 400 τα κλιπόν είναι 40 χλστ. πιο στενά και 246 χλστ. πιο χαμηλά τοποθετημένα με μπόλικο βάρος να φορτίζει πλέον τον εμπρός τροχό. Παράλληλα, τα μαρσπιέ βρίσκονται στην ίδια θέση με εκείνα του Tracker 400.

Μικρές διαφορές έχουμε και στη γεωμετρία του πλαισίου μεταξύ των δύο μοτοσυκλετών. Το Tracker 400 έχει μεταξόνιο στα 1.371 χλστ. με κάστερ και ίχνος στις 24,4 μοίρες και 107,6 χλστ. αντίστοιχα, ενώ το Thruxton 400 έχει μεταξόνιο στα 1.376 χλστ. με κάστερ στις 24,5 μοίρες και ίχνος στα 101,5 χλστ. 

Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026

H Triumph αναφέρει ότι καθεμιά από τις δύο νέες μοτοσυκλέτες έχει το δικό της set up στις αναρτήσεις ώστε να ταιριάζει καλύτερα στη φιλοσοφία της έκδοσης και τη θέση οδήγησης, με το πιρούνι να είναι ανεστραμμένο στα 43 χλστ. Η διαδρομή του είναι 140 χλστ. στο Tracker και 135 χλστ. στο Thruxton ενώ και το μονό αμορτισέρ και στις δύο περιπτώσεις δίνει διαδρομή 130 χλστ.

Και οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν 17ρες χυτές ζάντες αλουμινίου που είναι διαφορετικής σχεδίασης μεταξύ των δύο μοντέλων και ελαστικά 110/70 και 150/60 εμπρός και πίσω αντίστοιχα. Ως πρώτης τοποθέτησης ελαστικά για το Thruxton επιλέχθηκαν τα Pirelli Diablo Rosso IV, ενώ για το Tracker έχουμε τα Pirelli MT60 RS και τα δύο εξαιρετικές επιλογές για τόσο προσιτές μοτοσυκλέτες.

Τέλος, ίδιο είναι το σύστημα πέδησης και στις δύο περιπτώσεις με το κύριο έργο της επιβράδυνσης να αναλαμβάνει 300άρης εμπρός δίσκος και ακτινικά τοποθετημένη 4πίστονη δαγκάνα της ByBre. 

Το Tracker 400 θα είναι διαθέσιμο στην Ελλάδα από τον ερχόμενο Μάρτιο με τιμή 6.390 ευρώ και το Thruxton 400 από τον Φεβρουάριο του 2026, με τιμή 6.690 ευρώ. Και τα δύο συνοδεύονται από εργοστασιακή εγγύηση δύο ετών χωρίς περιορισμό στα διανυθέντα χιλιόμετρα.

Δείτε περισσότερες φωτογραφίες στις συλλογές που ακολουθούν.