Honda CB1000R, CB300R, CB125R 2018

Η νέα σελίδα στην Ιστορία των CB!
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

6/11/2017

Με ηγέτη το CB1000R -ή το Neo Sports Café αν προτιμάτε, όπως ήταν το όνομά του ως concept που παρουσιάστηκε στο Tokyo Motor Show πριν από λίγες μέρες- μαζί με τα CB300R και 125R, η οικογένεια των CB ανανεώθηκε πλήρως για το 2018.

Όπως είχαμε γράψει και πριν από μερικές μέρες, το CB1000R αποτελεί μια προσπάθεια της Honda να ξεχωρίσει από το πλήθος και να προσφέρει κάτι εντελώς διαφορετικό από την πεπατημένη των streetfighters που προέρχονται από τα superbikes. Με έναν φρέσκο σχεδιασμό και μια εντελώς διαφορετική οπτική, ο σχεδιασμός του CB1000R δεν θυμίζει ούτε κάτι σε κλασικό, ούτε μια υπερφουτουριστική κατασκευή που προσπαθεί να εντυπωσιάσει με την υπερβολή. Είναι μια εναλλακτική ματιά στα σύγχρονα naked με ρετρό-βιομηχανικό σχεδιασμό που δείχνει εξαιρετική προσοχή στη λεπτομέρεια και όχι μόνο.


Ο κινητήρας του, σύμφωνα με την Honda, αποδίδει 16% περισσότερη ισχύ σε ό,τι αφορά την μέγιστη τιμή της λίγο πάνω από τις 10.000 στροφές, ενώ και η ροπή είναι αυξημένη κατά 5% στην ωφέλιμη περιοχή των χαμηλομεσαίων στροφών. Για να εκμεταλλευτούν ακόμη περισσότερο την περισσότερη δύναμη και να περάσει μια πιο εξιταριστική αίσθηση στον αναβάτη, οι μηχανολόγοι της Honda επέλεξαν να κοντύνουν κατά 4% την σχέση της τελικής μετάδοσης. Όπως μάλιστα χαρακτηριστικά ανέφεραν, στις τρεις πρώτες σχέσεις το νέο CB1000R επιταχύνει πολύ πιο γρήγορα και θεαματικά σε σχέση με τον προκάτοχό του. Από το πακέτο της μετάδοσης δεν θα μπορούσε φυσικά να λείπει ο μονόδρομος συμπλέκτης με υποβοήθηση, ενώ μαζί με την αύξηση της δύναμης προστέθηκε και ο ηλεκτρονικός έλεγχος του γκαζιού (throttle by wire). Χάρη σ' αυτόν το CB1000R διαθέτει πλέον τρεις διαφορετικούς χάρτες απόδοσης (Standard, Rain, Sport) συν έναν ακόμη πλήρως παραμετροποιήσιμο από τον αναβάτη του, ο οποίος μπορεί να ρυθμίσει την ισχύ, το φρένο του κινητήρα και το επίπεδο του traction control. Οι αλλαγές στα σωθικά του περιλαμβάνουν διαφορετικό βύθισμα των βαλβίδων, μεγαλύτερους αυλούς εισαγωγής και επανασχεδιασμένους θαλάμους καύσης, που συνδυάζονται με ένα εντελώς καινούργιο κουτί για το φίλτρο αέρα και εισαγωγές. Τέλος η εξάτμιση είναι κι αυτή εντελώς καινούργια με διάταξη 4 σε 2 σε 1, με τέσσερις καταλύτες κι ένα τελικό με δύο ακροφύσια.


Το βάρος του νέου CB1000R είναι χαμηλότερο κατά 12 κιλά από το προηγούμενο μοντέλο, γεγονός που μεταφράζεται σε βελτίωση του λόγου κιλών ανά ίππο κατά 20%. Το πλαίσιο είναι ατσάλινο μονής ραχοκοκαλιάς και ζυγίζει 2,5 κιλά λιγότερα, ενώ οι αναρτήσεις είναι ένα ανεστραμμένο πιρούνι SFF-BP (Separate Function Fork – Big Piston) της Showa και το αμορτισέρ της ίδιας εταιρείας για πίσω. Οι δαγκάνες είναι ακτινικές τεσσάρων εμβόλων μπροστά και τις αναβαθμίσεις στα περιφερειακά ολοκληρώνει το πίσω ελαστικό που έχει τώρα διάσταση 190mm. Το μεταξόνιο είναι κατά 10mm μακρύτερο (1455mm), παρά το γεγονός ότι το μονόμπρατσο ψαλίδι είναι κοντύτερο κατά 14,7mm (συνολικό μήκος 574,2mm) και η γωνία κάστερ είναι στις 25°.


Στιλιστικά, ο προβολέας είναι πιο κοντός κατά 90mm, ενώ για πρώτη φορά τοποθετείται σε μοτοσυκλέτα της Honda βάση πινακίδας που εδράζεται πάνω στο ψαλίδι. Η απουσία πλαστικών είναι κάτι το οποίο τόνισαν οι άνθρωποι της Honda, με μόλις έξι κομμάτια να είναι φτιαγμένο από αυτό το υλικό, με το μεγαλύτερο από αυτά να είναι το μπροστινό φτερό. Αντιθέτως, τα μεταλλικά τελειώματα έχουν την τιμητική τους, όπως τα καλύμματα του ψυγείου και του φιλτροκουτιού.
Όλα τα φώτα είναι τεχνολογίας LED και το εντυπωσιακό της υπόθεσης είναι το ημικυκλικό πίσω φως, καθώς και η οθόνη των ψηφιακών οργάνων που μοιάζει να είναι ενσωματωμένη στην πάνω πλάκα με τον κεντρικό διακόπτη να είναι τοποθετημένος μπροστά από το ρεζερβουάρ. Το τιμόνι, όπως και κατ' επέκταση η θέση οδήγησης, είναι εντελώς διαφορετικό, πιο φαρδύ και με καλύτερο μοχλό, ενώ και η εργονομία για τον αναβάτη είναι σχεδιασμένη με έμφαση στην άνεση και την ευρυχωρία.
Όπως ανακοίνωσαν οι άνθρωποι της Honda, σύντομα θα υπάρξει και μια έκδοση CB1000R+ η οποία θα διαφέρει σε επίπεδο εξοπλισμού, καθώς θα διαθέτει quickshifter, θερμαινόμενα γκριπ και πολλά άλλα αξεσουάρ από την λίστα των after market του CB1000R.

 

CB300R

Το έτερο νέο μέλος της "sports naked" οικογένειας ακούει στο όνομα CB300R και είναι σαφώς επηρεασμένο από τον μεγάλο του αδερφό. Το βασικό του χαρακτηριστικό, πέρα από τον ιδιαίτερο σχεδιασμό του, είναι το εξαιρετικά μικρό του βάρος που φτάνει στα 143 κιλά. Ο κινητήρας του είναι ο γνωστός υγρόψυκτος μονοκύλινδρος των 286 κυβικών που πρωτοείδαμε στο CBR300R και που φιλοδοξεί να αποτελέσει την πρώτη επιλογή ως "μεγάλη μοτοσυκλέτα" για όσους θέλουν να κάνουν το επόμενο βήμα από τα 125cc. Η απόδοσή του είναι 31 ίπποι στις 8.500 στροφές και 2,8kgm στις 7.500 αντίστοιχα.


Το πλαίσιό του είναι εντελώς καινούργιο και αποτελεί έναν συνδυασμό σωληνωτών και πρεσαριστών ατσάλινων τμημάτων που συνεργάζεται με ένα επίσης ατσάλινο ψαλίδι. Η μπροστινή ανάρτηση είναι ένα ανεστραμμένο πιρούνι 41mm χωρίς ρυθμίσεις, ενώ το αμορτισέρ πίσω ρυθμίζεται ως προς την προφόρτιση σε πέντε θέσεις.
Το τιμόνι του προσφέρει μεγάλο κόψιμο και μικρή ακτίνα περιστροφής, που σε συνδυασμό με το μεταξόνιο των 1.352mm το καθιστούν ιδιαίτερα ευέλικτο. Το μπροστινό δισκόφρενο διαθέτει έναν δίσκο 296mm με ακτινική, παρακαλώ, δαγκάνα και πίσω έχει έναν δίσκο 220mm. Το εντυπωσιακό όμως είναι ότι διαθέτει ABS με μονάδα IMU, κάτι που αποτελεί πρωτοπορία για την συγκεκριμένη κατηγορία.


Τα φώτα δεν θα μπορούσαν φυσικά να είναι κάτι διαφορετικό από LED και η ψηφιακή οθόνη είναι LCD και ιδιαίτεα ελαφριά (230gr). Τέλος, η αυτονομία που ανακοινώνει η Honda για το μικρό γυμνό είναι το εντυπωσιακό νούμερο των 300 χιλιομέτρων!

CB125R

Ο βενιαμίν της οικογένειας, το CB125R, ακολουθεί κι αυτό την αρχιτεκτονική της οικογένειας των CB, με έναν μονοκύλινδρο, υγρόψυκτο κινητήρα και πλαίσιο ίδιο με αυτό το 300R. Το βάρος του ανέρχεται μόλις στα 125,8 κιλά, ενώ και η μπροστινή ανάρτηση είναι ίδια με αυτή του μεγαλύτερου μονοκύλινδρου. Η γωνία κάστερ και το ίχνος του είναι 24,2° και 90,2mm αντίστοιχα, ενώ όπως και το 300R διαθέτει ABS που συνεργάζεται με μονάδα IMU!

Ετικέτες

Ducati Collezione 100: Αναβίωση δέκα ιστορικών μοτοσυκλετών σε σύγχρονα μοντέλα περιορισμένης παραγωγής

Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

29/5/2026

Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.

Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.

Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.

Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.

Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.

Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.

Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:

Panigale

Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)

Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.

Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.

Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Panigale

Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)

Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.

Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.

Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.

Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.

Ducati

Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)

Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.

Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Ducati

Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)

Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.

Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.

Ducati

XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)

Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.

Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.

Ducati

Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)

Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.

Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.

Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.

Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.

Ducati Collezione 100

Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)

Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.

Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.

Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.

Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)

Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.

Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.

Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.

Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.

Ducati Collezione 100

Hypermotard V2 SP 100 (Ducati 860 «24 Horas de Montjuïc» – 1975)

Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.

Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.

Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)

Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.

Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.

Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.

Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.

 

Ετικέτες