Ultraviolette F77: Ηλεκτρική με εντυπωσιακές επιδόσεις και χαμηλό κόστος!

Βάζει τα γυαλιά στους μεγάλους κατασκευαστές
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

6/12/2019

Η μόδα των τελευταίων ετών, που θα γίνεται ολοένα και πιο δημοφιλής, θέλει όλο και περισσότερες εταιρείες να στρέφονται στην ηλεκτροκίνηση σε μια προσπάθεια να προσφέρουν ένα πιο “πράσινο” μέλλον. Το αν τελικά η δημιουργία και χρήση ηλεκτρικών μοτοσυκλετών είναι λιγότερο επιβλαβής στο περιβάλλον συγκριτικά με μια συμβατική μοτοσυκλέτα είναι ένα τεράστιο θέμα, το οποίο έχουμε διεξοδικά αναλύσει και περιμένουμε στο μέλλον να αλλάξει, αν θέλουν να συνεχίσουν να στηρίζονται στην πράσινη επιχειρηματολογία. Εδώ τώρα το ζήτημα είναι άλλο, καθώς μία νέα εταιρεία με γερές πλάτες, προχωρά στην διάθεση μίας μοτοσυκλέτας με εξαιρετικές επιδόσεις και χαμηλό κόστος απόκτησης!

Το μόνο σίγουρο είναι πως τα ποσά που επενδύουν διάφορες εταιρείες για την έρευνα και ανάπτυξη αυτής της τεχνολογίας είναι τεράστια, με αποτέλεσμα να έχουν αντίκτυπο στους τελικούς καταναλωτές. Τα παραδείγματα είναι πάρα πολλά από την εξωτική Vector της Arc που η τιμή της αγγίζει εξαψήφιο αριθμό, μέχρι και την συγκριτικά πιο οικονομική LiveWire της Harley. Προς το παρόν, ελάχιστες εταιρείες έχουν καταφέρει να ρίξουν το κόστος των ηλεκτρικών μοτοσυκλετών και να το συνδυάσουν παράλληλα με αξιοπρεπείς επιδόσεις και αυτονομία.

Η ινδική Ultraviolette έρχεται τώρα για να αλλάξει πλήρως το κατεστημένο, καθώς έχει καταφέρει να δημιουργήσει μια ηλεκτρική που συνδυάζει αυτά τα στοιχεία και θα βάλει πολλούς στην “πρίζα” να εξετάσουν σοβαρά το ενδεχόμενο της απόκτησής της. Σημαντικό ρόλο σε αυτό έπαιξε και η εταιρεία που κρύβεται πίσω απ’ την Ultraviolette, η οποία δεν είναι άλλη απ’ τον ινδικό κολοσσό TVS. Σε αυτό το σημείο να σας θυμίσουμε πως η TVS συνεργάζεται με την BMW για τη δημιουργία των G310GS/R, καθώς και στον ερχομό πιθανότατα μιας supersport μοτοσυκλέτας που θα προκύπτει απ’ την ίδια πλατφόρμα, το G310RR.

Η Ultraviolette έχοντας την υποστήριξη της TVS κατάφερε να δημιουργήσει την F77 μια street μοτοσυκλέτα με πολύ επιθετική εμφάνιση που χαρακτηρίζεται από τις "πρησμένες" επιφάνεις και τις αιχμηρές σχεδιαστικές γραμμές. Διατίθεται σε τρεις εκδόσεις Lightning, Shadow και Laser που διαφέρουν μονάχα χρωματικά και πέρα από τα μπόλια πλαστικά, η “μυώδης” εμφάνιση ενισχύεται από ένα αλουμινένιο ψαλίδι, το μέγεθος του οποίο είναι αντιστρόφως ανάλογο της ονομαστικής ιπποδύναμης, αλλά σε αρμονία με την θηριώδη ροπή. Έχει μπόλικη δύναμη να τιθασεύσει.

Ο περιφερειακός εξοπλισμός συνεχίζει να εντυπωσιάζει με το εξεζητημένω ακτίνων στους τροχούς, την ακτινικά τοποθετημένη δαγκάνα, το ρυθμιζόμενο αμορτισέρ και το ανεστραμμένο πιρούνι (χωρίς ρυθμίσεις).

Σε εξοπλισμό συμπεριλαμβάνεται και η TFT οθόνη 5 ιντσών με σύστημα συνδεσιμότητας με Smartphone, η οποία αν και ακούγεται αρκετά εντυπωσιακή δείχνει λιγότερο ποιοτική – τουλάχιστον απ’ τη φωτογραφία.

 

Τα πιο ενδιαφέρον στοιχεία όμως, εντοπίζονται στα χαρακτηριστικά της F77. Το πλαίσιο είναι ατσάλινο σωληνωτό με αλουμινένιο λαιμό. Ο κινητήρας εντυπωσιάζει με τα 44 κιλά ροπής που στέλνει στον πίσω τροχό, ενώ η ιπποδύναμη μπορεί να μην εξιτάρει τόσο αλλά φτάνει τα 33,5 άλογα. Το βάρος είναι αρκετά περιορισμένο στα 158 κιλά, με αποτέλεσμα η F77 να μπορεί να επιταχύνει στα 60km/h μέσα σε μόλις 2,9” και στα 100km/h σε 7,5”, ενώ η τελική της ταχύτητα περιορίζεται στα 147km/h – αν ο κινητήρας συνδυαζόταν με ένα κιβώτιο ταχυτήτων σίγουρα η τελική της θα ήταν μεγαλύτερη. Με αυτές τις επιδόσεις έχει τα φόντα να ανταγωνιστεί σε επιταχύνσεις ακόμη και superbike, τουλάχιστον για όσο έχει φόρτιση, και σε υπόλοιπη λειτουργία και μέση ταχύτητα ταξιδιού, μικρότερου κυβισμού μοτοσυκλέτες όπως ας πούμε το 310 της BMW, με το οποίο συνδέεται συγγενικά, εξαιτίας της TVS...

Για την "τροφοδοσία" του κινητήρα χρησιμοποιούνται τρεις αποσπώμενες μπαταρίες ιόντων-λιθίου με συνολική χωρητικότητα 4.2kWh και η εταιρεία υπόσχεται μέγιστη αυτονομία που αγγίζει τα 150 χιλιόμετρα, ενώ δεν πέφτει κάτω απ’ τα 130.

Η πλήρης φόρτιση με τις μπαταρίες πάνω στη μοτοσυκλέτα διαρκεί πέντε ώρες, ενώ όταν τοποθετηθούν στο ειδικό φορητό φορτιστή, μπορούν να φορτίσουν πλήρως μέσα σε ενενήντα λεπτά.

Ο εξοπλισμός ολοκληρώνεται με τους LED προβολείς και DRL, το δικάναλο ABS, την όπισθεν, τη θύρα USB και τρία riding modes Eco, Sport και…Insane! Όμως το πιο…τρελό και εδώ βρίσκεται και ο λόγος που την κοιτάμε, είναι η τιμή της F77 που στην Ινδία περιορίζεται στις 4.111 ευρώ! 

Αν ποτέ ξεκινήσει κάποια επέλαση η Ultraviolette στις ευρωπαϊκές αγορές και καταφέρει να περιορίσει ακόμη περισσότερο την τιμή, προμηθευόμενη μεγαλύτερο όγκο μπαταριών με χαμηλότερο κόστος, τότε θα προσελκύσει πολλούς περισσότερους από το κοινό που έχουν τώρα οι ηλεκτρικές μοτοσυκλέτες.

Το ζήτημα βέβαια, το πιο σοβαρό, είναι η F77 να καταφέρνει αντίστοιχα καλή επιβράδυνση με αυτή την επιτάχυνση που μπορεί να προσφέρει, και δεν χρειάζεται μόνο ένα καλό σετ φρένων για να το πετύχει. Αναρτήσεις και πλαίσιο πρέπει να είναι πάνω από τον μέσο όρο για να οδηγείται με ασφάλεια. Κι αυτό ακριβώς είναι το μεγαλύτερο στοίχημα όλων των νέων εταιριών με ηλεκτρικές μοτοσυκλέτες, από την στιγμή που τα δεδομένα εξέλιξης που διαθέτουν είναι φτωχά. Η TVS από την άλλη, ανέλαβε να προσφέρει ακριβώς αυτή την προστιθέμενη αξία, και για το καλό της F77, μακάρι να το έχει καταφέρει. Προς το παρόν η Ultraviolette με τη δημιουργία της F77 μπαίνει απέναντι στις υπόλοιπες εταιρείες, που -είτε παράγουν αποκλειστικά ηλεκτρικές μοτοσυκλέτες είτε όχι- προσφέρουν τα ηλεκτρικά μοντέλα τους σε πολύ υψηλές τιμές, τουλάχιστον για τα ελληνικά δεδομένα.

Triumph Tracker 400/Thruxton 400 2026 – Παρουσιάστηκαν με τιμές για Ελλάδα!

Με διαφορές σε πλαίσιο/ανάρτησες - Και ισχυρότερο κινητήρα κατά δύο ίππους
Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

16/12/2025

Η Triumph διευρύνει ακόμη περισσότερο την γκάμα των μονοκύλινδρων 400ριών της με Tracker 400 και Thruxton 400 με αισθητική εμπνευσμένη από τους flat track αγώνες και τα cafe racers αντίστοιχα.

Περιμέναμε ένα αλλά τελικά η Triumph παρουσίασε δύο μονοκύλινδρα 400άρια φτάνοντας έτσι την οικογένεια στα πέντε συνολικά μοντέλα, μαζί με τα Speed 400, Scrambler 400 X και Scrambler 400 XC.

Οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν αισθητικές κυρίως διαφορές με τις άλλες εκδόσεις και μεταξύ τους φυσικά με το φαίρινγκ του 400ριού Thruxton να μας είναι γνωστό εδώ και καιρό από τις κατασκοπικές φωτογραφίες που έκαναν τον γύρο του διαδικτύου πολύ καιρό πριν από την παρουσίασή του. 

Οι δύο μοτοσυκλέτες φέρουν επίσης και μία ισχυρότερη έκδοση του μονοκύλινδρου μοτέρ με τη μέγιστη ισχύ να ανεβαίνει κατά 5% περίπου και να φτάνει τους 41,42 ίππους από 39,42 που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Αλλαγή στη ροπή δεν υπάρχει και έτσι η μέγιστη τιμή παραμένει στα 3,82 kg.m αλλά να κάνει την εμφάνισή της 1.000 στροφές ψηλότερα, στις 7.500 σ.α.λ., με το 80% αυτής να είναι διαθέσιμο από τις 3.000 σ.α.λ. Η αύξηση στην ισχύ προήρθε από νέο εκκεντροφόρο αλλά και την εκ νέου χαρτογράφηση του ψεκασμού.

Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026

Σε σχέση με τη μοτοσυκλέτα βάσης που είναι το Spped 400, το Tracker 400 έχει φαρδύτερο τιμόνι κατά 23 χλστ., το οποίο είναι και χαμηλότερο κατά 134 ολόκληρα χλστ. Παράλληλα τα μαρσπιέ έχουν τοποθετηθεί 86 χλστ. πιο πίσω και 27 χλστ. ψηλότερα, με το νέο τρίγωνο της εργονομίας να δίνει μια πιο σπορ και επιθετική θέση οδήγησης. Διαφορετική είναι και η σέλα, όπως και το κάλυμμα-κοκοβιός της σέλας στο κομμάτι του συνεπιβάτη, οι ζάντες και το ρεζερβουάρ, με τo Tracker 400 να ξεχωρίζει από το μικρό του μασκάκι, αλλά και τα μεγάλα numver plates εκατέρωθεν της σέλας, όπως και από τους αποκλειστικούς χρωματισμούς.

Το Thruxton 400 έχει επίσης διαφορετικό ρεζερβουάρ -και από το Tracker-, αν και η χωρητικότητα είναι ίδια στα 13 λίτρα, ενώ ζυγίζει και τρία κιλά περισσότερα λόγω του φέρινγκ, με το βάρος του να φτάνει τα 176 κιλά πλήρες υγρών. Του Tracker βρίσκεται στα 173 κιλά. Το φαίρινγκ είναι αυτό που κάνει και τη μεγαλύτερη διαφορά στην αισθητική της μοτοσυκλέτας, που έχει κλιπόν και διαφορετική θέση οδήγησης, ενώ οι Βρετανοί αναφέρουν και μικρές αλλαγές στο πλαίσιο αποκλειστικά για τη συγκεκριμένη εκδοχή της μοτοσυκλέτας. Σε αυτήν την περίπτωση και έναντι του Speed 400 τα κλιπόν είναι 40 χλστ. πιο στενά και 246 χλστ. πιο χαμηλά τοποθετημένα με μπόλικο βάρος να φορτίζει πλέον τον εμπρός τροχό. Παράλληλα, τα μαρσπιέ βρίσκονται στην ίδια θέση με εκείνα του Tracker 400.

Μικρές διαφορές έχουμε και στη γεωμετρία του πλαισίου μεταξύ των δύο μοτοσυκλετών. Το Tracker 400 έχει μεταξόνιο στα 1.371 χλστ. με κάστερ και ίχνος στις 24,4 μοίρες και 107,6 χλστ. αντίστοιχα, ενώ το Thruxton 400 έχει μεταξόνιο στα 1.376 χλστ. με κάστερ στις 24,5 μοίρες και ίχνος στα 101,5 χλστ. 

Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026

H Triumph αναφέρει ότι καθεμιά από τις δύο νέες μοτοσυκλέτες έχει το δικό της set up στις αναρτήσεις ώστε να ταιριάζει καλύτερα στη φιλοσοφία της έκδοσης και τη θέση οδήγησης, με το πιρούνι να είναι ανεστραμμένο στα 43 χλστ. Η διαδρομή του είναι 140 χλστ. στο Tracker και 135 χλστ. στο Thruxton ενώ και το μονό αμορτισέρ και στις δύο περιπτώσεις δίνει διαδρομή 130 χλστ.

Και οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν 17ρες χυτές ζάντες αλουμινίου που είναι διαφορετικής σχεδίασης μεταξύ των δύο μοντέλων και ελαστικά 110/70 και 150/60 εμπρός και πίσω αντίστοιχα. Ως πρώτης τοποθέτησης ελαστικά για το Thruxton επιλέχθηκαν τα Pirelli Diablo Rosso IV, ενώ για το Tracker έχουμε τα Pirelli MT60 RS και τα δύο εξαιρετικές επιλογές για τόσο προσιτές μοτοσυκλέτες.

Τέλος, ίδιο είναι το σύστημα πέδησης και στις δύο περιπτώσεις με το κύριο έργο της επιβράδυνσης να αναλαμβάνει 300άρης εμπρός δίσκος και ακτινικά τοποθετημένη 4πίστονη δαγκάνα της ByBre. 

Το Tracker 400 θα είναι διαθέσιμο στην Ελλάδα από τον ερχόμενο Μάρτιο με τιμή 6.390 ευρώ και το Thruxton 400 από τον Φεβρουάριο του 2026, με τιμή 6.690 ευρώ. Και τα δύο συνοδεύονται από εργοστασιακή εγγύηση δύο ετών χωρίς περιορισμό στα διανυθέντα χιλιόμετρα.

Δείτε περισσότερες φωτογραφίες στις συλλογές που ακολουθούν.