Αυτό είναι το νέο VFR800X Crossrunner του 2015!

Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

10/9/2014

Περιμέναμε νέο Crossrunner, δεν περιμέναμε όμως να το δούμε σήμερα το πρωί, αντί για τέλος του μήνα, και δεν περιμέναμε επίσης να αντιγράφει, κι αυτό, τη Γερμανική σχολή εμφάνισης των μεγάλων μοτοσυκλετών παντός δρόμου! Είχαμε γράψει παλιότερα για την εμφάνισή του ότι μοιάζει με πιγκουίνο, καλά να πάθουμε. Τώρα απλά μοιάζει με τις υπόλοιπες μοτοσυκλέτες της κατηγορίας. Βέβαια τα παραπάνω τα αντιλαμβάνεσαι περισσότερο όταν το κοιτάς από το πλάι, καθώς από μπροστά τα φανάρια του αντιγράφουν το ανανεωμένο VFR 800, στο οποίο άλλωστε βασίζεται εξ ολοκλήρου. Πράγμα φανταστικό σε ότι έχει να κάνει με τον κινητήρα και την απόκριση, γιατί έχουμε οδηγήσει στην Ισπανία το νέο VFR 800 (δεν εισάγεται στην Ελλάδα) και διαπιστώσαμε την μεγάλη βελτίωση στη συμπεριφορά του VTEC. Αν για λόγους πειραματισμού κλείσεις τελείως τα αυτιά σου, για να μην ακούσεις την ολοκληρωτική αλλαγή του ήχου, και επικεντρωθείς τελείως στο δρόμο, τότε θα περάσει κάποιος χρόνος μετά τις 6.500 στροφές, για να αντιληφθείς ότι πλέον λειτουργούν 4 και όχι 2 βαλβίδες ανά κύλινδρο. Τόσο ομαλή είναι η ενεργοποίηση του VTEC, που την πρώτη φορά που θα το οδηγήσεις, μπορεί και να μην το καταλάβεις κατευθείαν! Οι αλλαγές στον V4 κινητήρα των 782 κυβικών έχουν εστιάσει στη λειτουργία των βαλβίδων, την εισαγωγή του αέρα και όλα αυτά με γνώμονα πάντα την ομαλότερη λειτουργία του VTEC. Και πραγματικά έχουν κάνει τη μεγάλη διαφορά. Ούτε μέσα στη στροφή δεν γίνεται πλέον να σε επηρεάσει η λειτουργία του συστήματος. Τουλάχιστον αυτά ίσχυαν στο νέο VFR, και με βάση τα λεγόμενα της Honda, ότι δεν έχουν γίνει αλλαγές σε αυτό τον τομέα και για το Crossrunner, τα θετικά πρέπει να παραμένουν.

Αμάν αυτά τα μαρσπιέ!

Παραμένουν όμως ορισμένα αρνητικά. Το βασικότερο που μπορούμε να διακρίνουμε χωρίς ακόμα να έχουμε καθίσει στη σέλα του, είναι η θέση των μαρσπιέ αναβάτη. Είναι αρκετά πίσω όπως στο πρώτο Crossrunner. Ωστόσο η σέλα μοιάζει πολύ πιο άνετη, με μεγαλύτερη απόσταση από τα μαρσπιέ, και η θέση οδήγησης δεν πρέπει να είναι τόσο σκυφτή όπως στο παλιό. Κι αν στο πρώτο Crossrunner, που ελάχιστα διέφερε από ένα VFR, ήταν δύσκολο να γίνουν αλλαγές στα μαρσπιέ, τώρα που έχει γίνει νέος σχεδιασμός, θα μπορούσαν να είχαν βελτιώσει τα πράγματα και σε αυτό το σημείο. Παραμένει βέβαια το ίδιο πλαίσιο, αν και τώρα θα έχει σίγουρα αλλαγές στο λαιμό. Η τακτική της Honda είναι να αλλάζει πάντα το λαιμό και τη γεωμετρία του, όταν αλλάζουν οι αναρτήσεις. Οι αναρτήσεις έχουν επιτέλους μεγαλύτερη διαδρομή, κατά 25mm μπροστά και 28mm πίσω. Παραμένει επίσης το σήμα κατατεθέν, το μονόμπρατσο ψαλίδι, όπως και οι 17 ιντσών τροχοί. Θα το προτιμούσαμε με 19 ιντσών μπροστά, αλλά ο χαρακτήρας αυτής της μοτοσυκλέτας είναι πιο ασφάλτινος και ταξιδιάρικος. Οπότε οι αλλαγές στη σέλα, που δείχνει να είναι πλέον πιο ευρύχωρη, και ο όγκος της μοτοσυκλέτας που έχει αυξηθεί, ευνοούν αυτόν τον προσανατολισμό. Αν προσφέρει και καλύτερη προστασία από τον αέρα, σε σύγκριση με τη μοτοσυκλέτα του 2011, τότε θα έχει πετύχει την ολοκληρωτική αλλαγή. Γιατί εμφανισιακά αυτό δηλώνει, ότι δεν έχει σχέση με το προηγούμενο, και ότι δεν είναι απλά ένα VFR με το τιμόνι ψηλότερα.

Στο βασικό εξοπλισμό θα έχει επίσης ABS που μπροστά ενεργεί σε δύο δίσκους 310mm με ακτινικές δαγκάνες τεσσάρων εμβόλων. Αν λειτουργεί όπως ακριβώς και στο νέο VFR, τότε θα είναι απροβλημάτιστο ακόμα και σε συνθήκες χαμηλής πρόσφυσης και απότομου φρεναρίσματος, χωρίς να αμολά μπροστά ή να παρουσιάζει ανάδραση στη μανέτα. Η Honda χρησιμοποιεί την ονομασία HSTC (Honda Selectable Torque Control) για να περιγράψει τη λειτουργία του Traction Control που έχει τρεις καταστάσεις λειτουργίας, μαζί με την off. Τα αρχικά παραπέμπουν στον τρόπο με τον οποίο ενεργεί, και μένει να αποδειχτεί στο δρόμο πόσο ομαλή είναι η παρέμβασή του.

Το Crossrunner θα έχει επίσης τα νέα αυτόματα φλας που η Honda έβαλε στο VFR, πράγμα πιο σύνθετο απ’ ότι ακούγεται. Μπορεί να το έχουμε συνηθίσει στα αυτοκίνητα, αλλά εκεί τα πράγματα είναι εύκολα γιατί υπάρχει τιμόνι. Στη μοτοσυκλέτα που στρίβει με γυροσκοπικό φαινόμενο χωρίς να στρίβει και το τιμόνι, τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα. Για παράδειγμα όταν γίνεται έξοδος από έναν αυτοκινητόδρομο, το φλας χρειάζεται, αλλά το τιμόνι δεν στρίβει. Άρα η μοτοσυκλέτα πρέπει να αντιλαμβάνεται την κλίση, το γυροσκοπικό και την αυξομείωση της ταχύτητας, μόνο και μόνο για να γνωρίζει πότε πρέπει να σβήσει τα φλας!

Τα φώτα είναι LED και επίσης έχει θερμαινόμενα γκριπ στον βασικό εξοπλισμό. Το Crossrunner γίνεται πλέον ένα ξεχωριστό μοντέλο, αποκτώντας τη δική του ταυτότητα, και παύει να είναι μια αντιγραφή των μεταλλαγμένων για Gymkhana VFR που χρησιμοποιούσαν στην Ιαπωνία. Τέλος του μήνα θα το δούμε και από κοντά…

 

Η λειτουργία των αυτόματων φλας

Για πρώτη φορά σε μοτοσυκλέτα της Honda (VFR800F 2014), τοποθετούνται φλας που σβήνουν αυτόματα. Δεν θα άξιζε να εστιάσουμε καθόλου αν απλά μετρούσαν αντίθετα κάποιο διάστημα χρόνου για να σβήσουν, ωστόσο η Honda κατέληξε σε συνολικά τρεις διαφορετικούς τρόπους υπολογισμού για την ακύρωσή τους. Παρόλο αυτά πάλι θα υπάρξει στιγμή που θα το κάνεις μόνος σου, μην μπορώντας να περιμένεις, ωστόσο η προσέγγισή τους είναι σωστή και κατά ένα μεγάλο ποσοστό δουλεύει γρηγορότερα από τον αριστερό σου αντίχειρα. Χρησιμοποιεί την μονάδα του ABS και τους αισθητήρες ταχύτητας των τροχών για να προσδιορίσει την ακριβή τους ταχύτητα, καθώς και την σχετική. Όταν ανάψει το φλας βλέπει αν υπάρχει διαφορά στην ταχύτητα του εμπρός με του πίσω τροχού. Επειδή όταν στρίβει μια μοτοσυκλέτα ο εμπρός τροχός διαγράφει μεγαλύτερο τόξο στροφής από τον πίσω, υπάρχει διαφορά ταχύτητας, και έτσι τα φλας του VFR καταλαβαίνουν ότι η μοτοσυκλέτα στρίβει και δεν προσπερνά απλώς. Οπότε από τη στιγμή που ανάβουν τα φλας και υπάρχει διαφορά ταχύτητας, η μονάδα περιμένει η σχετική ταχύτητα των τροχών να μηδενιστεί και αμέσως σβήνει τα φλας. Για τις προσπεράσεις όμως που οι τροχοί έχουν την ίδια ταχύτητα, τα φλας σβήνουν μετά από εκατόν είκοσι μέτρα απόστασης, αν η ταχύτητα είναι κάτω από πενήντα χιλιόμετρα, ή επτά δευτερόλεπτα, αν η ταχύτητα είναι μεγαλύτερη. Εδώ είναι που πολλές φορές θα θέλεις να τα κλείσεις μόνος σου, γιατί επτά δευτερόλεπτα είναι αρκετός χρόνος

     

-----------------------

 

 

Η πορεία των τετράχρονων V4 της Honda

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να δούμε το πώς χτίστηκε ένας ζωντανός, ακόμα και τώρα, μύθος για τους V4 της Honda και πιο συγκεκριμένα για το VFR. Ένας μύθος που μεσουρανούσε ήδη την εποχή που παρουσιάστηκε το πρώτο VF, επηρεάζοντας έτσι σημαντικά την αποδοχή του μοντέλου, πριν ακόμη αυτό οδηγηθεί, ενώ συντροφεύει ακόμα και σήμερα όλα τα VFR! Το 1977 η Honda ανακοινώνει ότι θα επιστρέψει στο παγκόσμιο GP σε δύο χρόνια, σταματώντας τα δεκαετή "μούτρα" στην διοργάνωση, που ξεκίνησαν το 1968, όταν και αποχώρησε από τους αγώνες. Το ‘68 οι κανονισμοί άλλαξαν περιορίζοντας τους κυλίνδρους σε τέσσερις, δίνοντας έτσι ένα σοβαρό πλεονέκτημα στις δίχρονες μοτοσυκλέτες. Οπότε η Honda, ως παραδοσιακός υποστηρικτής των τετράχρονων κινητήρων, αποφάσισε ότι αποχωρεί. Δεν ήταν άλλωστε και λίγο αυτό για τον Soichiro Honda, που είχε αποκαλέσει τις δίχρονες μοτοσυκλέτες "βρώμικες" και είχε εστιάσει στην εξέλιξη των τετράχρονων κινητήρων, κυρίως για την καλύτερη ενεργειακή τους απόδοση. Από την άλλη, αυτή η χαμένη δεκαετία στέρησε από τη Honda ένα τεράστιο πεδίο δοκιμών, κινδυνεύοντας να γίνει η αιτία της αποκαθήλωσης από το βωμό του τεχνολογικά πιο προηγμένου κατασκευαστή. Η εταιρεία βλέποντας τον κίνδυνο αυτό, κατέφυγε σ’ ένα μάλλον απλοϊκό πλάνο. Έδωσαν τρία δισεκατομμύρια γεν στον κ. Koichi Yanase, έναν από τους manager του εργοστασίου της Suzuka, και μια άδεια να οργανώσει από το μηδέν μια εκατονταμελή ομάδα με σκοπό να κερδίσει τον πρώτο τίτλο μέσα σε τρία χρόνια. Ο Yanase ονόμασε το project "κερδίζω τίτλο σε τρία χρόνια" με την κωδική ονομασία NR, συντομογραφία του "New Racing", και αποφάσισε επίσης να μην αντιμετωπίσει με ίσους όρους τα δίχρονα των υπόλοιπων κατασκευαστών. Πιστός στους λόγους που έκαναν την Honda να αποχωρήσει πριν από δέκα χρόνια, διάλεξε να φτιάξει έναν τετράχρονο κινητήρα, και ξεκίνησε συγκρίνοντας τα όρια των τετράχρονων και των δίχρονων. Γρήγορα υπολόγισε ότι για να είναι ανταγωνιστικός χρειαζόταν έναν κινητήρα που θα ανέβαζε 23.000 στροφές, με απόδοση περίπου 130 ίππων. Κι αυτό για έναν τετράχρονο με τα δεδομένα της εποχής, σήμαινε τεράστιες ανάγκες σε τροφοδοσία καυσίμου και αέρα, κατά συνέπεια περισσότερες βαλβίδες, κάτι όμως πρακτικά αδύνατο χωροταξικά σε έναν τετρακύλινδρο, ιδιαίτερα για μια κεφαλή σε κινητήρα πεντακοσίων κυβικών. Στα χαρτιά όλα αυτά φαινόντουσαν εύκολη υπόθεση για έναν V8, ωστόσο ίσχυε ακόμη ο περιορισμός των τεσσάρων κυλίνδρων. Η διάταξη V κέρδιζε εκείνη την εποχή ολοένα και περισσότερο έδαφος και χρόνια μετά, το 1982, άφησε εποχή το δίχρονο YZR500 της Yamaha που κέρδιζε τα πρωταθλήματα. Ίσως εξαιτίας αυτής της φήμης του, να διαβάζετε λανθασμένα στην Wikipedia ότι υπήρξε γενικώς το πρώτο V στα GP...

Η ομάδα λοιπόν σκαρφίστηκε την ιδιοφυή λύση να φτιάξει πράγματι κάτι σαν V8, με 32 βαλβίδες και οκτώ μπιέλες, και απλά να "ενώσει" τα πιστόνια, ώστε να είναι εντός του κανονισμού για αυστηρά τετρακύλινδρο κινητήρα, φτιάχνοντας έτσι την πρώτη μοτοσυκλέτα με οβάλ πιστόνια. Έχοντας να λύσουν άπειρα κατασκευαστικά θέματα σ’ έναν τέτοιο κινητήρα που απαιτούσε πρωτόγνωρη μηχανολογική ακρίβεια, όταν παράλληλα ο όγκος και το βάρος του έπρεπε να είναι τα ελάχιστα δυνατά, οι μηχανικοί της Honda δούλευαν χωρίς ωράριο και με την γκιλοτίνα της έναρξης του πρωταθλήματος να γυαλίζει πάνω από το λαιμό τους. Τελικά πρόλαβαν με το ζόρι το πρωτάθλημα του ΄79 αντιμετωπίζοντας όμως πολλά προβλήματα, τα οποία και συνεχίστηκαν αμείωτα τις επόμενες χρονιές χωρίς να καταφέρνουν κάποια νίκη στα GP. Όμως αυτό δεν οφειλόταν τόσο στην NR500 που είχε καταφέρει την τρίτη χρονιά να φτάσει την απόδοση και το επίπεδο αξιοπιστίας που χρειαζόταν, όσο στην απειρία της ομάδας που τότε αποκτούσε στρατηγική και αγωνιστική εμπειρία. Η απουσία μιας δεκαετίας είχε σημαντικό αντίκτυπο. Ένα καλό παράδειγμα είναι ότι αρχικά είχαν την λανθασμένη εντύπωση πως το έντονο φρένο κινητήρα της NR500, σε σχέση με τους δίχρονους ανταγωνιστές της, θα προσφέρει αυξημένο έλεγχο στην είσοδο των στροφών!

Επειδή όμως πέρα από τις όποιες τεχνικές δυσκολίες, έπρεπε ταυτόχρονα να μείνουν πιστοί στο αρχικό πλάνο, "πρωτάθλημα σε τρία χρόνια", το νεοδημιούργητο τότε HRC, αποφάσισε να παρατήσει τα πρωτοποριακά προγράμματα και να ακολουθήσει τους υπόλοιπους. Μέσα σε σχεδόν μισή σεζόν, έφτιαξε μια ολοκαίνουρια δίχρονη μοτοσυκλέτα, την NS500, με τον V3 κινητήρα (και όχι το V3 δεν είναι ορθογραφικό λάθος) πετυχαίνοντας τελικά το στόχο στα πέντε, αντί για τα τρία χρόνια. Οπότε η διάταξη V δεν έφυγε ποτέ, η NS500 έδωσε τη θέση της στο θρύλο της Honda, την NSR500 με τον δίχρονο V4, ακολούθησαν τα πρώτα MotoGP με την RC211V αρχικά που είχε V5 990 κυβικών, ενώ με την μείωση του κυβισμού επέστρεψε και εκεί ο V4.

Από την αρχή της δεύτερης περιόδου ενασχόλησης της Honda με τα GP, σχεδόν 35 χρόνια τώρα, η διάταξη V δεν εγκαταλείφτηκε ποτέ, εξαιτίας των χωροταξικών πλεονεκτημάτων που προσφέρει και του συνδυασμού αποθεμάτων ροπής και ευστροφίας. Όμως, πέρα από την επιτυχία των δίχρονων NS500 και αργότερα των NSR500, η Honda βρέθηκε στα τέλη του ’80 μ’ έναν μοναδικό κινητήρα στα χέρια της, με οβάλ πιστόνια και εκπληκτικά χαρακτηριστικά, που αποφάσισε ότι δεν έπρεπε να εγκαταλείψει ανεκμετάλλευτο. Η NR750 έκανε το ντεπούτο της στο Le Man το 1987, και τον Μάιο του 1992, έχοντας λύσει τα προβλήματα που απαιτεί η μαζική παραγωγή, η NR "βγήκε στις αγορές". Η περιορισμένη παραγωγή και ο μύθος που ακολουθούσε την μοτοσυκλέτα, αναβάθμισε σε άθλο απλά και μόνο να μπει κανείς στην ουρά των παραγγελιών. Όμως, όταν πρόκειται για τέτοιες εμπειρίες, το ΜΟΤΟ δεν αφήνει περιθώρια. Η ΠΡΩΤΗ μοτοσυκλέτα που πέρασε στην Ευρώπη, η NR με αριθμό πλαισίου 0044, αγοράστηκε από το περιοδικό για να την οδηγήσει και να την δυναμομετρήσει. Η αγορά ήταν για την NR ο μοναδικός τρόπος να βρεθούμε στη σέλα της! Η δυναμομέτρηση εκείνη ήταν η πρώτη ανεξάρτητη, και η φήμη του περιοδικού μας εκτοξεύεται τότε σε όλη την Ευρώπη. Ο αντίκτυπος όλων αυτών, συνόδευε τα VFR που τα κάλυπτε πάντα η αύρα της μοτοσυκλέτας με τα οβάλ πιστόνια, στη συνείδηση του κόσμου. Η πραγματική εξαργύρωση για τη Honda έρχεται όμως το 1994 στην τρίτη γενιά του VFR, το οποίο αντέγραψε το στυλ και την εμφάνιση της NR, και έγινε ούτε λίγο ούτε πολύ, η εξωτική μοτοσυκλέτα που ο καθένας μπορούσε να αποκτήσει!

Zontes G368 - Ανακοινώθηκε η τιμή του στην Ελλάδα

Τροχός 17 ιντσών εμπρός και πλουσιότατος εξοπλισμός - Μέχρι και κάμερες καταγραφής με αισθητήρα Sony
Zontes G368 τιμή στην Ελλάδα 2024
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

25/10/2024

Το Zontes G368, που το οδηγήσαμε στην επίσκεψή μας στο εργοστάσιο της εταιρείας στην Κίνα, έχει τώρα τιμή και για την ελληνική αγορά και αναμένεται τη νέα χρονιά.


Δεν πάει πολύς καιρός από την επίσκεψή μας στο εργοστάσιο της Zontes στην Κίνα (δείτε το video), εκεί όπου είχαμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε από πρώτο χέρι και να οδηγήσουμε και το G368, το crossover scooter της Zontes που έρχεται να διεκδικήσει το δικό του μερίδιο, στην κατηγορία που αποκτά όλο και μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

Η ελληνική αντιπροσωπεία της Zontes, Γκορκόλης ΑΕ, προχώρησε στην ανακκοίνωση της τιμής του G368, το οποίο θα έρθει στη χώρα μας με 6.195 ευρώ και μεγάλη όρεξη να πατήσει τους ακτινωτούς τροχούς του και εκτός δρόμου τον Ιανουάριο του 2025.

Μέχρι να το πάρουμε στα χέρια μας για την αναλυτική του δοκιμή ας δούμε τι λέει και το σχετικό Δελτίου Τύπου της ελληνικής αντιπροσωπείας για τα χαρακτηριστικά του G368, τα οποία έχουν ενδιαφέρον και σε επίπεδο εξοπλισμού αφού όχι μόνο δεν φαίνεται να λείπει κάτι αλλά υπάρχουν και στοιχεία που δεν συναντώνται αλλού:

"Μεταβλητή εργονομία οδήγησης τριών θέσεων
Η εργονομία της θέσης οδήγησης του G368 μπορεί να ρυθμιστεί σύμφωνα με τις ανάγκες και το στυλ οδήγησης κάθε αναβάτη. Το τιμόνι ελαφρού κράματος, μεταβλητής διατομής, στηρίζεται σε ξεχωριστά, ασύμμετρα καβαλέτα που περιστρέφονται, αλλάζοντας το ύψος και την απόσταση του τιμονιού από τη σέλα. 

Ταυτόχρονα, το G368 διαθέτει αναδιπλούμενα μαρσπιέ για τον αναβάτη, που είναι τοποθετημένα σε προσεκτικά επιλεγμένο σημείο, ώστε να δημιουργούν την τέλεια εργονομία οδήγησης όταν ο αναβάτης επιθυμεί να οδηγήσει όρθιος στους χωματόδρομους.

Φυσικά, οι δύο μεγάλες πλατφόρμες στην ποδιά, διατηρούν τη δυνατότητα του αναβάτη να τοποθετήσει τα πόδια του κάθετα ή μπροστά, επιλέγοντας μια πιο δυναμική ή χαλαρή στάση του σώματος για οδήγηση στην άσφαλτο. 

Η σέλα του G368 είναι σχεδιασμένη για να προσφέρει άνεση και ιδανική στήριξη του σώματος, ανεξαρτήτως στυλ οδήγησης. Το φαρδύ πίσω τμήμα της, με ενσωματωμένο "μαξιλάρι" για στήριξη της μέσης, εξασφαλίζει κορυφαία άνεση στις μεγάλες διαδρομές, ενώ το στενότερο εμπρός τμήμα διευκολύνει την άμεση επαφή των ποδιών με το έδαφος στις στάσεις. Οι δύο μεγάλες αλουμινένιες χειρολαβές, τα ξεχωριστά μαρσπιέ και η ελαφρώς υπερυψωμένη σέλα του συνεπιβάτη, προσφέρουν αντίστοιχου επιπέδου άνεση και στον φιλοξενούμενο του G368, χωρίς η παρουσία του να μεταβάλει τα δυναμικά χαρακτηριστικά του.

 
Πολυρυθμιζόμενες αναρτήσεις εμπρός και πίσω
Το νέο Zontes G368 κάνει τη μεγάλη διαφορά στα Adventure Scooter χάρη στις κορυφαίων προδιαγραφών ρυθμιζόμενες αναρτήσεις του. Το στιβαρό USD πιρούνι των 41 χλστ. στηρίζεται στο πλαίσιο με δύο πλάκες και διαθέτει ρυθμίσεις, τόσο για την απόσβεση συμπίεσης, όσο και για την απόσβεση επαναφοράς. Αντίστοιχα τα δύο μεγάλης διαδρομής πίσω αμορτισέρ με τα ξεχωριστά δοχεία διαστολής αζώτου, ρυθμίζονται σε προφόρτιση ελατηρίων και απόσβεση επαναφοράς, χαρίζοντας το G368 εξαιρετικό έλεγχο αποσβέσεων σε άσφαλτο και χώμα, αλλά και εξαιρετικά επίπεδα άνεσης. 

Ολοκληρωμένος Off-Road εξοπλισμός ταξιδιού
Το νέο Zontes G368 ξεπερνά την απλή αισθητική Off-Road, ενσωματώνοντας όλα τα απαραίτητα χαρακτηριστικά για πραγματικές απαιτήσεις παντός εδάφους. Θωρακισμένο από άκρη σε άκρη, διαθέτει περιμετρικά κάγκελα από ανοδιωμένο ανοξείδωτο ατσάλι, αλλά και ολοκληρωμένο σύστημα καλυμμάτων υψηλής αντοχής για την προστασία του μεγάλου ψυγείου και της ποδιάς.

Δύο κλειστού τύπου χούφτες, προστατεύουν τα χέρια του αναβάτη από τα κλαδιά, το κρύο και τη βροχή, ενώ τα θερμαινόμενα γκριπ και η ρυθμιζόμενη σε πέντε θέσεις ύψους ζελατίνα, προσθέτουν άνεση και πολυτέλεια σε αυτό το σκληροτράχηλο Adventure Scooter.

Το σύγχρονο Traction Control του G368 έχει δυνατότητα απενεργοποίησης, όπως επίσης και το δικάναλο ABS διαθέτει ρύθμιση ΟΝ και Off-Road, αναστέλλοντας την επέμβαση του ABS στον πίσω τροχό όποτε το επιθυμεί ο αναβάτης. Την πέδηση του Zontes G368 έχει αναλάβει η γνωστή εταιρεία κατασκευής φρένων από το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της Moto3, J.Juan, με δύο μεγάλης διαμέτρου δισκόφρενα και ακτινικές δαγκάνες τεσσάρων εμβόλων. 
  
Οι τροχοί του G368 έχουν στεφάνια χύτευσης υψηλής πίεσης κράματος αλουμινίου σε διάσταση 17''/14'', με τις ισχυρές ακτίνες να δένουν στις άκρες τους, επιτρέποντας τη χρήση Tubeless ελαστικών, αλλά και την επίτευξη χαμηλού βάρους, μειώνοντας τις επιπτώσεις του γυροσκοπικού φαινομένου και του μη-αναρτώμενου βάρους. 


Υψηλές επιδόσεις, χαμηλή κατανάλωση, απίστευτη αυτονομία!
Ο ολοκαίνουριος κινητήρας, προδιαγραφών Euro5+ της Zontes ενσωματώνει την πιο προηγμένη τεχνολογία για κορυφαίες επιδόσεις και χαμηλή κατανάλωση καυσίμου. Η Hi-Performance τετραβάλβιδη κεφαλή, ο σύγχρονος ψεκασμός της Bosch με δύο προγράμματα λειτουργίας ECO/SPORT, τα οποία έχουν δυνατότητα αυτόματης εναλλαγής όποτε το απαιτούν οι συνθήκες και η υψηλή συμπίεση στο θάλαμο καύσης με αναλογία 11.8:1, έχουν ως αποτέλεσμα μια κορυφαία απόδοση 39 PS στις 7.500 στροφές και 40 N.m ροπής στις 6.000 στροφές. Ανεξάρτητα από την επιλογή του power mode, το σύστημα περνάει αυτόματα στη χαρτογράφηση “S” μόλις οι στροφές του κινητήρα ξεπεράσουν τις 7.000, ώστε να εξασφαλίζεται άμεση απόκριση, όπως για παράδειγμα σε περίπτωση προσπέρασης.
Όλα τα παραπάνω σε συνδυασμό με τον τεράστιο ρεζερβουάρ των 17,5 λίτρων, έχουν ως αποτέλεσμα μια αυτονομία που μπορεί να ξεπεράσει τα 500 χιλιόμετρα!

Άπιαστος τεχνολογικός εξοπλισμός
Η Zontes έχει καθιερωθεί για τον πρωτοποριακό τεχνολογικό εξοπλισμό της, και το G368 συνεχίζει αυτή την παράδοση, προσφέροντας μοναδικά χαρακτηριστικά που διευκολύνουν την καθημερινή χρήση. Η υψηλής ευκρίνειας TFT οθόνη των 8” έχει ευδιάκριτη απεικόνιση των πληροφοριών σε όλες τις συνθήκες και διαθέτει επιλογή ανάμεσα σε τέσσερα θεματικά interfaces, ενώ υποστηρίζει ταυτόχρονη σύνδεση με κινητό και Bluetooth ακουστικά, παρέχει πλοήγηση*, παρακολούθηση πίεσης ελαστικών και έχει αισθητήρα φωτός για αυτόματη ρύθμιση φωτεινότητας. Συνεργάζεται με δύο κάμερες καταγραφής εμπρός και πίσω, με κάρτα μνήμης 128GB, εξοπλισμένες με αισθητήρα νυχτερινής όρασης Sony Starvis, ανάλυση 1080P, ευρεία γωνία 140° και διάφραγμα F1.8, παρέχοντας μια ολοκληρωμένη εμπειρία σύγχρονης τεχνολογίας. Το σύστημα TPMS παρακολουθεί και ενημερώνει για τη σωστή πίεση των ελαστικών και προειδοποιεί σε περίπτωση μη φυσιολογικής πίεσης στην οθόνη του πίνακα οργάνων. Όλες οι κλειδαριές είναι ηλεκτρομαγνητικές και κλειδώνουν αυτόματα μέσω του προηγμένου συστήματος Keyless της Zontes, όπως η σέλα και η τάπα καυσίμου αεροπορικού τύπου από αλουμίνιο, που ανοίγει και κλείνει εύκολα ηλεκτρικά, εξαλείφοντας την ανάγκη για κλειδί."