Moto Morini X-Cape 650: Η νέα Ιταλο-κινέζικη μεσαία on-off

Ακολουθώντας το παράδειγμα της Benelli
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

4/6/2021

Η Moto Morini ξεκίνησε τη “δεύτερη ζωή” της στα τέλη των 90ies πατώντας πάνω στη δημοφιλία των ιταλικών V2 κινητήρων εκείνη την εποχή και με βάση τον δικό της σύγχρονο κινητήρα των 1200 κυβικών, προσπάθησε να χτίσει για σειρά μοντέλων δρόμου και Mega on-off. Ουσιαστικά ήταν και παρέμεινε μια οικογενειακή επιχείρηση, που δεν κατάφερε να ξεφύγει από το στάδιο των ιταλικών boutique εταιρειών, κατασκευάζοντας σε πολύ μικρούς αριθμούς μοτοσυκλέτες με ακριβά περιφερειακά εξαρτήματα. Η άφιξη των προδιαγραφών euro 4 και κυρίως εκείνη των πολύ αυστηρότερων Euro 5, επέβαλε τον επανασχεδιασμό του V2 κινητήρα τους, κάτι που θα κόστιζε πάρα πολλά χρήματα για το μέγεθος της Moto Morini.

 

Κάπως έτσι στο παιχνίδι μπήκαν οι Κινέζοι, όπου αγόρασαν την εταιρεία και έσωσαν το όνομά της από μια βέβαιη (δεύτερη στην ιστορία της) εξαφάνιση.  

Αρχικά οι Κινέζοι δήλωσαν πως θα κρατήσουν τον γνήσιο “Made In Italy” χαρακτήρα της εταιρείας και θα επενδύσουν στη δημιουργία νέων μοντέλων, αφήνοντας να εννοηθεί πως δεν θα αρχίσουν να πουλούν κινέζικες μοτοσυκλέτες με το σήμα την Moto Morini πάνω τους.

 

Τώρα, στην έκθεση του Πεκίνου παρουσίασαν το X-Cope 650 που είναι ακριβώς αυτό που περιμέναμε από τους νέους κινέζους ιδιοκτήτες.  

Όπως το Benelli TRK 502, έτσι και το νέο Moto Morini X-Cope 650 σχεδιάστηκε στην Ιταλία, αλλά η ολοκλήρωση της εξέλιξης και η κατασκευή του γίνεται στην Κίνα.

Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν δύο σημαντικές διαφορές σε σχέση με το Benelli TRK 502 το οποίο θα είναι και ο άμεσος ανταγωνιστής του στις Ευρωπαϊκές αγορές.

 

Η μία αφορά τον κινητήρα, όπου στο Benelli είναι σχεδιασμένος και κατασκευασμένος από τη μητρική κινέζικη εταιρεία, ενώ στην περίπτωση του Moto Morini έχουμε άλλη μια κινέζικη παραλλαγή του δικύλινδρου εν σειρά κινητήρα των Kawasaki Versys 650.

Σε αυτή την περίπτωση βγάζει 60 ίππους στις 9.000 στροφές και είναι Euro 5 προδιαγραφών.

 

Αντιθέτως στις αναρτήσεις και τα φρένα, η Benelli χρησιμοποιεί δικής της σχεδίασης και κατασκευής, ενώ στην περίπτωση της Moto Morini έχουμε επώνυμα εξαρτήματα, όπως τις δαγκάνες της Brembo, το πιρούνι της Marzocchi και το αμορτισέρ της KYB.

Ο εξοπλισμός εντυπωσιάζει για τα δεδομένα της κατηγορίας, έχοντας έγχρωμη οθόνη TFT 7” με Bluetooth, ένδειξη πίεσης ελαστικών, αλλά και δυνατότητα προβολής navigation.

 


 

Triumph Tracker 400/Thruxton 400 2026 – Παρουσιάστηκαν με τιμές για Ελλάδα!

Με διαφορές σε πλαίσιο/ανάρτησες - Και ισχυρότερο κινητήρα κατά δύο ίππους
Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

16/12/2025

Η Triumph διευρύνει ακόμη περισσότερο την γκάμα των μονοκύλινδρων 400ριών της με Tracker 400 και Thruxton 400 με αισθητική εμπνευσμένη από τους flat track αγώνες και τα cafe racers αντίστοιχα.

Περιμέναμε ένα αλλά τελικά η Triumph παρουσίασε δύο μονοκύλινδρα 400άρια φτάνοντας έτσι την οικογένεια στα πέντε συνολικά μοντέλα, μαζί με τα Speed 400, Scrambler 400 X και Scrambler 400 XC.

Οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν αισθητικές κυρίως διαφορές με τις άλλες εκδόσεις και μεταξύ τους φυσικά με το φαίρινγκ του 400ριού Thruxton να μας είναι γνωστό εδώ και καιρό από τις κατασκοπικές φωτογραφίες που έκαναν τον γύρο του διαδικτύου πολύ καιρό πριν από την παρουσίασή του. 

Οι δύο μοτοσυκλέτες φέρουν επίσης και μία ισχυρότερη έκδοση του μονοκύλινδρου μοτέρ με τη μέγιστη ισχύ να ανεβαίνει κατά 5% περίπου και να φτάνει τους 41,42 ίππους από 39,42 που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Αλλαγή στη ροπή δεν υπάρχει και έτσι η μέγιστη τιμή παραμένει στα 3,82 kg.m αλλά να κάνει την εμφάνισή της 1.000 στροφές ψηλότερα, στις 7.500 σ.α.λ., με το 80% αυτής να είναι διαθέσιμο από τις 3.000 σ.α.λ. Η αύξηση στην ισχύ προήρθε από νέο εκκεντροφόρο αλλά και την εκ νέου χαρτογράφηση του ψεκασμού.

Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026

Σε σχέση με τη μοτοσυκλέτα βάσης που είναι το Spped 400, το Tracker 400 έχει φαρδύτερο τιμόνι κατά 23 χλστ., το οποίο είναι και χαμηλότερο κατά 134 ολόκληρα χλστ. Παράλληλα τα μαρσπιέ έχουν τοποθετηθεί 86 χλστ. πιο πίσω και 27 χλστ. ψηλότερα, με το νέο τρίγωνο της εργονομίας να δίνει μια πιο σπορ και επιθετική θέση οδήγησης. Διαφορετική είναι και η σέλα, όπως και το κάλυμμα-κοκοβιός της σέλας στο κομμάτι του συνεπιβάτη, οι ζάντες και το ρεζερβουάρ, με τo Tracker 400 να ξεχωρίζει από το μικρό του μασκάκι, αλλά και τα μεγάλα numver plates εκατέρωθεν της σέλας, όπως και από τους αποκλειστικούς χρωματισμούς.

Το Thruxton 400 έχει επίσης διαφορετικό ρεζερβουάρ -και από το Tracker-, αν και η χωρητικότητα είναι ίδια στα 13 λίτρα, ενώ ζυγίζει και τρία κιλά περισσότερα λόγω του φέρινγκ, με το βάρος του να φτάνει τα 176 κιλά πλήρες υγρών. Του Tracker βρίσκεται στα 173 κιλά. Το φαίρινγκ είναι αυτό που κάνει και τη μεγαλύτερη διαφορά στην αισθητική της μοτοσυκλέτας, που έχει κλιπόν και διαφορετική θέση οδήγησης, ενώ οι Βρετανοί αναφέρουν και μικρές αλλαγές στο πλαίσιο αποκλειστικά για τη συγκεκριμένη εκδοχή της μοτοσυκλέτας. Σε αυτήν την περίπτωση και έναντι του Speed 400 τα κλιπόν είναι 40 χλστ. πιο στενά και 246 χλστ. πιο χαμηλά τοποθετημένα με μπόλικο βάρος να φορτίζει πλέον τον εμπρός τροχό. Παράλληλα, τα μαρσπιέ βρίσκονται στην ίδια θέση με εκείνα του Tracker 400.

Μικρές διαφορές έχουμε και στη γεωμετρία του πλαισίου μεταξύ των δύο μοτοσυκλετών. Το Tracker 400 έχει μεταξόνιο στα 1.371 χλστ. με κάστερ και ίχνος στις 24,4 μοίρες και 107,6 χλστ. αντίστοιχα, ενώ το Thruxton 400 έχει μεταξόνιο στα 1.376 χλστ. με κάστερ στις 24,5 μοίρες και ίχνος στα 101,5 χλστ. 

Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026

H Triumph αναφέρει ότι καθεμιά από τις δύο νέες μοτοσυκλέτες έχει το δικό της set up στις αναρτήσεις ώστε να ταιριάζει καλύτερα στη φιλοσοφία της έκδοσης και τη θέση οδήγησης, με το πιρούνι να είναι ανεστραμμένο στα 43 χλστ. Η διαδρομή του είναι 140 χλστ. στο Tracker και 135 χλστ. στο Thruxton ενώ και το μονό αμορτισέρ και στις δύο περιπτώσεις δίνει διαδρομή 130 χλστ.

Και οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν 17ρες χυτές ζάντες αλουμινίου που είναι διαφορετικής σχεδίασης μεταξύ των δύο μοντέλων και ελαστικά 110/70 και 150/60 εμπρός και πίσω αντίστοιχα. Ως πρώτης τοποθέτησης ελαστικά για το Thruxton επιλέχθηκαν τα Pirelli Diablo Rosso IV, ενώ για το Tracker έχουμε τα Pirelli MT60 RS και τα δύο εξαιρετικές επιλογές για τόσο προσιτές μοτοσυκλέτες.

Τέλος, ίδιο είναι το σύστημα πέδησης και στις δύο περιπτώσεις με το κύριο έργο της επιβράδυνσης να αναλαμβάνει 300άρης εμπρός δίσκος και ακτινικά τοποθετημένη 4πίστονη δαγκάνα της ByBre. 

Το Tracker 400 θα είναι διαθέσιμο στην Ελλάδα από τον ερχόμενο Μάρτιο με τιμή 6.390 ευρώ και το Thruxton 400 από τον Φεβρουάριο του 2026, με τιμή 6.690 ευρώ. Και τα δύο συνοδεύονται από εργοστασιακή εγγύηση δύο ετών χωρίς περιορισμό στα διανυθέντα χιλιόμετρα.

Δείτε περισσότερες φωτογραφίες στις συλλογές που ακολουθούν.