Νέα Triumph Bonneville Bobber και η αγορά του «customizing»…

Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

20/10/2016

Η Triumph παρουσίασε χθες βράδυ μία Bonneville με δεσμούς στο μακρινό παρελθόν, πίσω στο ’59, και παράλληλα την πλούτισε με μία μακρά λίστα από αξεσουάρ ώστε ο ιδιοκτήτης της να την προσαρμόσει κάνοντάς την μοναδική. Με την κατηγορία των νέο-ρετρό μοτοσυκλετών να μεγαλώνει με γοργούς ρυθμούς, αρπάζουμε την ευκαιρία για μία μικρή ανάλυση σχετικά με το customizing…

Βασική αρχή της Triumph που κρατά από την αναβίωσή της στις αρχές της δεκαετίας του ’80, είναι να διαφέρει από τους υπόλοιπους. Αυτή η αρχή ξεκίνησε ως ανάγκη, πριν φτάσει να γίνει σημαία του marketing, καθώς το εργοστάσιο που ξεκινούσε από το μηδέν ουσιαστικά, ήταν αδύνατο να κυνηγήσει τα βιομηχανικά μεγαθήρια από την Ιαπωνία και αργότερα από την Ευρώπη. Για αυτό επικεντρώθηκαν στους τρικύλινδρους και δικύλινδρους κινητήρες, ώστε να κερδίσουν το κοινό μέσα από την διαφοροποίηση κι όχι από την αντιπαράθεση. Μεγαλώνοντας η «ξανά νέα» Triumph, μπορούσε πλέον να ανταγωνιστεί ευθέως τους μεγαλύτερους κατασκευαστές, όμως πλέον της είχε μείνει για πάντα η ανάγκη της διαφοροποίησης από τους υπόλοιπους, πράγμα που το βλέπουμε με την χθεσινοβραδυνή παρουσίαση του νέου Bobber. Εδώ και πολύ καιρό, η Triumph έχει επιλέξει να προσφέρει μία σειρά νέο-ρετρό μοτοσυκλετών, ξεχωρίζοντας από τους υπόλοιπους κατασκευαστές και με το Bonneville Bobber κάνει το επόμενο βήμα, μπαίνοντας στην αγορά του «customizing».

Η αλήθεια είναι πώς άργησε κιόλας. Ιδιαίτερα για την αγορά της Αγγλίας που το customizing κρατά όσο και η ιστορία της μοτοσυκλέτας φτάνοντας στο σημείο να γεννήσει παλιότερα ολόκληρες μάρκες μέσα από μικρά γκαράζ, η Triumph θα έπρεπε να είχε δείξει το Bobber καιρό πριν.

Όπως και να έχει είναι εδώ, δεν μπορεί να πει βέβαια ότι πρωτοτύπησε, μετά από μοντέλα όπως το πλέον ακυρωμένο W800 της Kawasaki ή το BMW R nineT. Σημασία όμως έχει ότι μπορεί να πει πως το κάνει διαφορετικά. Διαθέτει περισσότερα από 150 αξεσουάρ, ώστε ο πελάτης να το συνδυάσει κάνοντας το δικό του ξεχωριστό, ωστόσο το θέμα είναι ότι ξεκινά από μία βάση που δείχνει αυθεντικά μιας άλλης εποχής. Εκεί ξεχωρίζει πραγματικά το Bonneville Bobber, εκείνοι που το σχεδίασαν έχουν καταφέρει να αναβιώσουν πολύ πιστά το στιλ που πλέον μονάχα σε ταινίες εποχής, μπορείς να δει κανείς να ζωντανεύει.

Όλα αυτά τα αξεσουάρ βέβαια, πρόκειται να στολίσουν την μοτοσυκλέτα και να ελαφρύνουν την τσέπη του ιδιοκτήτη της, όπως ακριβώς συμβαίνει με όλες τις αντίστοιχες προτάσεις του ανταγωνισμού και υπάρχουν δύο τρόποι να το δει κανείς αυτό. Ο ένας από τους δύο, είναι πιο λογικός από τον άλλο. Με το customizing να γίνεται μόδα γενικευμένη, που κατ’ επέκταση επηρεάζει και τις μοτοσυκλέτες, ολοένα και περισσότερος κόσμος θέλει να έχει την ευκαιρία να διαφοροποιήσει την μοτοσυκλέτα του, χωρίς όμως να αισθάνεται άνετα με τον χειρισμό των κατσαβιδιών. Κι έπειτα αρκετοί από όσους πιάνουν τα χέρια τους είναι δύσκολο να αισθανθούν άνετα να πειράξουν μία ολοκαίνουρια μοτοσυκλέτα. Για όλους αυτούς λοιπόν, η λύση που προσφέρει η Triumph με το Bonneville Bobber είναι ιδανική και συντηρεί μία νέα αγορά, που βασικοί παίκτες αυτή την στιγμή είναι η BMW και η Triumph.

Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η αγορά απευθύνεται και σε κόσμο, που εξιδανίκευσε το customizing εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, οπότε δεν καλοβλέπουν μία μακρά λίστα αξεσουάρ που ανεβάζουν το κόστος της μοτοσυκλέτας. Κάπου εδώ, βρίσκεται ο άλλος τρόπος που αντιμετωπίζεται το «εργοστασιακό customizing». Ο κόσμος αυτός λοιπόν, που είναι και η πλειοψηφία, στράφηκε στο customizing για να μπορέσει να κυκλοφορήσει μία παλιότερη μοτοσυκλέτα στους δρόμους κι αν το ζήτημα είχε μείνει εκεί, τότε αυτό δεν θα διέφερε από μία πρακτική που έτσι και αλλιώς γινόταν και θα γίνεται πάντα. Η διαφορά είναι ότι η στροφή της πλειοψηφίας στο customizing έγινε βίαια ως απόρροια της οικονομικής κρίσης η οποία αν δεν υπήρχε, όλοι αυτοί θα αγόραζαν μία νέα μοτοσυκλέτα. Συχνά μάλιστα, ακριβώς επειδή ο τρόπος που στράφηκαν στο customizing είναι βίαιος, βγαίνει και μία αντίδραση απέναντι σε κάθε νέα μοτοσυκλέτα που σκοπό έχει να πείσει τον περίγυρο (τον εαυτό τους επίσης;) ότι ο μόνος λόγος που δεν αγοράζουν νέα μοτοσυκλέτα, είναι επειδή δεν αξίζει και όχι επειδή δεν το σηκώνει η τσέπη. Βάση αυτού το τρόπου σκέψης, είναι σχεδόν βέβαιο ότι και το Bonneville Bobber θα δεχθεί την ίδια κριτική που δέχτηκε και το R nineT, ότι δεν είναι αυθεντικό, γιατί είναι «εργοστασιακό». Η αλήθεια είναι όμως ότι ελάχιστες «δουλειές στο γκαράζ» είναι πραγματικά καλές χωρίς να καταστρέφουν οδηγικά την μοτοσυκλέτα, και συνήθως απαιτούν μία τεράστια επένδυση σε χρόνο. Αυτό τον χρόνο είναι που θέλουν να αγοράσουν οι ιδιοκτήτες μίας νέο-ρετρό μοτοσυκλέτας και η Triumph τους δίνει τώρα την δική της λύση. Από την άλλη, ο χρόνος που ξοδεύεις στο γκαράζ για να φτιάξεις την μοτοσυκλέτα σου, είναι και ο πραγματικός λόγος της ύπαρξης του customizing, αλλά αυτό μας ξανά γυρνά σε όλα όσα έγραφα παρά πάνω για τις αιτίες ανάπτυξης αυτής της κατηγορίας. Για πολύ κόσμο η Bonneville Bobber και οι αντίστοιχες του ανταγωνισμού, θα είναι οι μοτοσυκλέτες που ονειρεύονται και το αξίζουν άλλωστε... Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, τα στελέχη της Harley Davidson θα βλέπουν αυτή την πρακτική και θα κουνούν το κεφάλι τους που οι Ευρωπαίοι τώρα ανακαλύπτουν, αυτό που εκείνοι πράττουν χρόνια.

Η βασική βέβαια διαφορά, είναι ότι το Bonneville Bobber θα πρέπει να είναι σημαντικά πιο ευέλικτο και προσιτό από μία Harley, αλλά πρακτικά αυτό μένει να απαντηθεί στο μέλλον. Προς το παρόν, γνωρίζοντας τον κινητήρα που προέρχεται από την Bonneville T120, το Bobber αναμένεται να είναι ευκολοδήγητο και παράλληλα πιο διασκεδαστικό για την χρήση που προορίζεται, έχοντας περισσότερη ροπή και πιο μπάσο ήχο.

Το βασικότερο όμως χαρακτηριστικό στην σχεδίαση του Bobber, είναι ο τρόπος που έχουν κρυφθεί όλα τα σύγχρονα –και απαραίτητα βάση νόμου και ανταγωνισμού- ηλεκτρονικά βοηθήματα. Το Bobber έχει μία πεντακάθαρη γραμμή και μία σέλα που αφήνει το φως να την διαπεράσει όταν το κοιτάς από το πλάι, όπως πρέπει να συμβαίνει με όλες αυτές τις μοτοσυκλέτες. Με άψογο τρόπο η Triumph έχει κρύψει το Ride By Wire πρωτίστως, και μετά όλα τα υπόλοιπα ηλεκτρονικά βοηθήματα. Για εκείνους που δεν θα ήθελαν τίποτα από όλα αυτά τότε ο αντίλογος είναι όλα όσα λέμε παραπάνω, από την στιγμή που παίρνεις μία νέα μοτοσυκλέτα θα ήταν πισωγύρισμα αν δεν τα είχες. Αυτό που η Triumph καταφέρνει είναι τουλάχιστον να τα κρύψει από το μάτι σου, αν έχει καταφέρει να τα κρύψει και από την λειτουργία της μοτοσυκλέτας, τότε θα λέμε για απόλυτη επιτυχία. Στο σημείο που έχει φτάσει το ABS από το ’14 και μετά - και τα υπόλοιπα ηλεκτρονικά από το ‘15 και μετά- δεν είναι δύσκολο να έχει πετύχει αυτό η Triumph. Μία δοκιμή θα το αποδείξει…

Εμπνευσμένη από την Bonneville του ’59 η Bobber των 1200 κυβικών έχει καταφέρει να βρει σύγχρονες λύσεις για να διατηρήσει το στιλ χωρίς όμως να κάνει παραχωρήσεις στα σύγχρονα στάνταρ και η προσαρμόσιμη κλίση των οργάνων είναι μία από αυτές. Περιμένουμε την EICMA στις αρχές Νοεμβρίου, για να δούμε από κοντά την νέα Bobber και την μακρά λίστα των αξεσουάρ της.

 

Δείτε όλες τις φωτογραφίες της νέας Triumph Bonneville Bobber:

EICMA 2024: Can-Am Origin και Pulse: Ξανά μοτοσυκλέτα για την Can-Am με 2 επαναστατικές ηλεκτρικές! [Video]

Μονόμπρατσες ηλεκτρικές On-Off και Naked εκδόσεις
EICMA 2024: Can-Am Origin και Pulse: Ξανά μοτοσυκλέτα για την Can-Am με 2 επαναστατικές ηλεκτρικές! [Video]
Από το

motomag

8/11/2024

Όπως μας είχε προετοιμάσει εδώ και δύο χρόνια, η BRP ξανά βάζει την Can-Am στην μοτοσυκλέτα, αυτή τη φορά με τα On-Off Origin και Naked Pulse, τα δυο πρώτα της ηλεκτρικά μοντέλα που είδαμε για πρώτη φορά από κοντά στην EICMA.

Οι δυο νέες μοτοσυκλέτες διαθέτουν κοινή βάση όπως είχαμε αναφέρει και όταν είχαν ανακοινωθεί πρώτη φορά, ενώ διαφοροποιούνται στον “ανήσυχο” ηλεκτρικό ταξιδιώτη και στον “κανίβαλλο” των πόλεων, χάρη του διαφορετικού χαρακτήρα τους. Το Origin αποτελεί φόρο τιμής στην Off-Road κληρονομιά της Can-Am, με διττό χαρακτήρα, ώστε να εξυπηρετεί τόσο τις αστικές ανάγκες του αναβάτη όσο και τις εκτός δρόμου ανησυχίες του. Αντίστοιχα, η Pulse είναι μια Naked μοτοσυκλέτα με όρθια θέση οδήγησης και άνετη τοποθέτηση στην γωνία που τα χέρια συναντούν το τιμόνι.

Οι δύο μοτοσυκλέτες μοιράζονται έναν ηλεκτροκινητήρα E-POWER της Rotax με αυτόματη μετάδοση, φέρουν ίδιο πλαίσιο και ξεχωριστό υποπλαίσιο το οποίο εδράζεται πάνω στη μπαταρία, ίδιο φορτιστή, ίδια LED φωτιστικά σώματα, ντουλαπάκι εκεί που κανονικά θα ήταν το ρεζερβουάρ και TFT έγχρωμη οθόνη οργάνων. Και στα δύο μοντέλα τονίζονται οι πολυάκτινοι τροχοί τους, στηριζόμενοι πίσω σε ένα μονόμπρατσο, το οποίο περικλείει μέσα την τελική μετάδοση που γίνεται από γρανάζια και μιας αυτολιπαινόμενης αλυσίδας και ένα ίδιο σύστημα αναρτήσεων με ανεστραμμένο τηλεσκοπικό πιρούνι μπροστά και μονού αμορτισέρ πίσω.

Το Origin, είναι μια ηλεκτρική μοτοσυκλέτα σχεδιασμένη για να προσφέρει οδηγική διασκέδαση σε αναβάτες που έχουν την διάθεση να εξερευνήσουν και τα όρια κινούμενοι σε χώμα και άσφαλτο. Αυτό το On-Off μοντέλο αν το δεις από μικρή απόσταση είναι σαν να βλέπεις ένα πιο μικρό Husqvarna Norden 901, ειδικά στο πλαϊνό, εμπρός τμήμα. Το ηλεκτρικό Adventure μοντέλο της Can-Am θα φέρει έναν υγρόψυκτο ηλεκτροκινητήρα E-Power της  Rotax του οποίου η απόδοση θα ανέρχεται στους 47 ίππους επιτυγχάνοντας τα 0-100 σε 4,3 δευτερόλεπτα και ροπής των 7,34 kgm στις 4600σ.α.λ.

EICMA 2024: Can-Am Origin και Pulse: Ξανά μοτοσυκλέτα για την Can-Am με 2 επαναστατικές ηλεκτρικές! [Video]

Το Origin έχει ένα μαύρο ατσάλινο σωληνωτό ξεχωριστό υποπλαίσιο το οποίο συνδέεται πάνω σε τμήμα του εξωτερικού περιβλήματος της μπαταρίας των 8,9 kWh, η οποία αποτελεί μέρος του πλαισίου. Η αυτονομία της μπαταρίας με μια πλήρη φόρτιση μπορεί να φτάσει εντός πόλης τα 145 – 160 χιλιόμετρα, ενώ εκτός τα 115. Ο χρόνος φόρτισης που θα χρειαστεί για να πάει από το 20% στο 80% είναι 50 λεπτά, ενώ για να φτάσει από το 0-100% χρειάζεται 1:30 ώρα. Εν το μεταξύ η ανακοινώσιμη τελική ταχύτητα είναι τα 129χλμ/ώρα.

Υπάρχουν δύο εκδόσεις η απλή Origin και Origin ’73, καθώς η δεύτερη είναι επιπρόσθετα εξοπλισμένη με κοντή διάφανη ζελατίνα, πλαϊνά εμπρός πλαστικά βαμμένα στα χρώματα της μοτοσυκλέτας, κίτρινα σιρίτια στους τροχούς και ασημένιες πινελιές στα πλαϊνά του εμπρός LED προβολέα. Και οι δύο διαθέτουν μία από τις μεγαλύτερες έγχρωμες TFT οθόνες των 10,25 ιντσών με συνδεσιμότητα πολυμέσων για κλήσεις-μηνύματα-πλοήγηση και συνεργάζεται με τις εφαρμογές BRP και Apple CarPlay. Πάνω της θα δούμε ένα πλήθος ενδείξεων, καθώς και το επιλέξιμο πρόγραμμα οδήγησης, ένα από τα έξι των Sport, Off-Road, Off-Road+, Normal, ECO και Rain. Επίσης, η διάθεση της USB θύρας θα μας βγάλει από το άγχος να ξεμείνουμε από μπαταρία στο Smartphone.

EICMA 2024: Can-Am Origin και Pulse: Ξανά μοτοσυκλέτα για την Can-Am με 2 επαναστατικές ηλεκτρικές! [Video]

Μια μαύρη αλουμινένια ποδιά θα προστατέψει το κάτω μέρος της μπαταρίας, ενώ οι πλαστικές γρίλιες θα προστατέψουν το ψυγείο να μην πληγωθεί εύκολα από πετραδάκια. Στον τομέα των αναρτήσεων συναντάμε ένα ανεστραμμένο μπροστινό πιρούνι της Kayaba διαμέτρου 43mm και διαδρομής 255mm, ενώ πίσω μια monoshock πλήρως ρυθμιζόμενη ανάρτηση διαδρομής 255mm, ομοίως της KYB. Για την προσπέλαση των διαφόρων εμποδίων και την ομαλή κύλιση στους δρόμους αναλαμβάνουν ρόλο οι ακτινωτοί τροχοί τύπου των 21 ιντσών εμπρός και 18 πίσω με διαστάσεις 90-90 μπροστά και 120-80 αντίστοιχα. Υπεύθυνος για την άμεση επιβράδυνση είναι ο μονός μπροστινός δίσκος των 320mm με διπίστονη δαγκάνα της J.Juan και η πίσω μιας δισκόπλακα των 240mm με μονοπίστονη δαγκάνα, ενώ είναι εξοπλισμένο με σύστημα ABS και Traction control. Το μήκος της είναι στα 2,204mm, το πλάτος στα 861mm, το ύψος στα 1,414mm και η απόσταση από το έδαφος στα 274mm, ενώ το ύψος σέλας βρίσκεται στα 865mm. Το βάρος της δεν θα μας δυσκολέψει σε επιτόπιες μανούβρες μιας και αγγίζει τα 187 κιλά, ενώ σε αυτές η λειτουργία της όπισθεν θα αποδειχθεί χρήσιμη.

 

CAN-AM Pulse & Origin: Επιστροφή στις μοτοσυκλέτες!

Επιστρέφει η Can-Am στις μοτοσυκλέτες με τα Pulse και Origin, street και on-off. Σε μία δύσκολη περίοδο για αυτή την κατηγορία, το γεγονός πως ένας κατασκευαστής που είναι ταυτόχρονα και προμηθευτής, κάνει ένα τέτοιο βήμα, σημαίνει πως πρέπει να καταγραφεί ως πληροφορία. Οι λεπτομέρειές τους: https://www.motomag.gr/news/nea-montela-epikairotita/can-am-pulse-kai-origin-xekinisan-oi-pro-paraggelies-video

Posted by Moto Magazine Greece on Wednesday, November 13, 2024

 

Από την άλλη μεριά, τα αρκετά κοινά στοιχεία που έχει το γυμνό Pulse με το Origin, θα το ξεχωρίσουν δίνοντάς του έναν πιο διασκεδαστικό χαρακτήρα, με την υπόσχεση πως μπορεί να προσφέρει πολλά χαμόγελα διασκέδασης, σε ασφάλτινες βόλτες. Το ηλεκτρικό Naked μοντέλο της Can-Am θα φέρει τον ίδιο υγρόψυκτο ηλεκτροκινητήρα E-Power της  Rotax ο οποίος αποδίδει 47 ίππους κάνοντας τα 0-100 σε 3,8 δευτερόλεπτα και ροπή 7,34 kgm στις 4600σ.α.λ.

Ίδια στοιχεία ισχύουν στον τομέα του πλαισίου, με μαύρο ατσάλινο σωληνωτό ξεχωριστό υποπλαίσιο, το οποίο συνδέεται πάνω σε τμήμα της μπαταρίας των 8,9 kWh, η οποία αποτελεί μέρος του πλαισίου. Η αυτονομία της μπαταρίας με μια πλήρη φόρτιση μπορεί να φτάσει εντός πόλης τα 145 χιλιόμετρα, ίδια παραμένει και η ανακοινώσιμη τελική ταχύτητα.

EICMA 2024: Can-Am Origin και Pulse: Ξανά μοτοσυκλέτα για την Can-Am με 2 επαναστατικές ηλεκτρικές! [Video]

Υπάρχουν δύο εκδόσεις η απλή Pulse και Pulse ’73, καθώς η δεύτερη είναι επιπρόσθετα εξοπλισμένη με κοντή φιμέ ζελατίνα, πλαϊνά εμπρός πλαστικά βαμμένα αναγράφοντας το νούμερο “73”, κίτρινα σιρίτια στους τροχούς και ασημένιες πινελιές στα πλαϊνά του εμπρός LED προβολέα. Και οι δύο διαθέτουν την ίδια τεράστια έγχρωμη TFT οθόνη των 10,25 ιντσών η οποία έχει τη δυνατότητα να συνδεθεί με το κινητό μας τηλέφωνο για πραγματοποίηση κλήσεων, μηνυμάτων και κλήσεων. Η πλοήγηση πλέον γίνεται με ευκολία, καθώς απεικονίζεται με ευκρίνεια στην οθόνη και με την εφαρμογή BRP GO/Αpple CarPlay μπορούμε να δούμε διάφορες επιπρόσθετες πληροφορίες για το Pulse, όπως το ποσοστό της μπαταρίας, το που βρίσκεται η μοτοσυκλέτα και άλλα. Εδώ τα προγράμματα οδήγησης είναι τέσσερα τα Sport+, Normal, ECO και Rain, ενώ η USB θύρα είναι υπεύθυνη να φορτίζει τις έξυπνες συσκευές.

EICMA 2024: Can-Am Origin και Pulse: Ξανά μοτοσυκλέτα για την Can-Am με 2 επαναστατικές ηλεκτρικές! [Video]

Η μεγάλη οθόνη, μαζί με τους διακόπτες που φαντάζουν λες και έρχονται από Goldwing, στην πράξη δείχνουν πως η Can-Am τοποθετεί στις μοτοσυκλέτες ακριβό εξοπλισμό που έρχεται από τα άλλα οχήματα που κατασκευάζει αντί μίας άλλης λύσης με μικρότερο κόστος.

Ένα μαύρο φτερό θα προστατέψει την πίσω ανάρτηση από τα νερά, ενώ οι πλαστικές γρίλιες θα προστατέψουν το ψυγείο να μην πληγωθεί εύκολα από πετραδάκια. Στον τομέα των αναρτήσεων συναντάμε ένα ανεστραμμένο μπροστινό πιρούνι της Kayaba διαμέτρου 41mm και διαδρομής 140mm, ενώ πίσω μια monoshock ρυθμιζόμενη ανάρτηση διαδρομής 140mm, της Sachs. Οι πολυάκτινες ζάντες από χυτό αλουμίνιο των 17 ιντσών με διαστάσεις ελαστικών 110-70 μπροστά και 150-60 αντίστοιχα, είναι εξοπλισμένα με Dunlop Sportmax GPR-300. Υπεύθυνος για το άμεσο αποτελεσματικό φρενάρισμα είναι ο μονός μπροστινός δίσκος των 320mm με διπίστονη δαγκάνα της J.Juan και η πίσω δισκόπλακα των 240mm με μονοπίστονη δαγκάνα, ενώ είναι εξοπλισμένο με σύστημα ABS και Traction control. Το μήκος της είναι στα 2,030mm, το πλάτος στα 947mm, το ύψος στα 1,171mm και η απόσταση από το έδαφος στα 146mm, ενώ το ύψος σέλας βρίσκεται στα 784mm. Το βάρος της που εύκολα μπορεί να ξεφύγει εξαιτίας της μπαταρίας, περιορίζεται εδώ στα 177 κιλά, ενώ η λειτουργία της όπισθεν δίνει πόντους ευκολίας.

Τα δύο μοντέλα καλύπτονται από 2ετή εγγύηση και 5ετή ή όταν επέλθουν τα 50.000 χιλιόμετρα για την μπαταρία. Οι χρωματικές επιλογές είναι δύο για τις απλές εκδόσεις σε γκρι και λευκό, ενώ στην έκδοση ’73 είναι μία, του ασημί.

Canyon 2025

Παράλληλα με τις νέες ηλεκτρικές μοτοσυκλέτες η Can-Am είχε στην Eicma 2024 και τα υπόλοιπα μοντέλα για τα οποία είναι ήδη πολύ γνωστή, όπως επίσης και την νέα έκδοση του δημοφιλούς τρίκυκλου, το Canyon 2025.

Πρόκειται για ένα μοντέλο που θα βγαίνει σε τρεις εκδόσεις, Standard, XT και Redrock, με μεγαλύτερη απόσταση και ενισχυμένους τροχούς για εκτός δρόμου διαδρομές

Το περιμέναμε από τον Αύγουστο που μας πέρασε όταν είχαμε αναφέρει πως θα κάνει την εμφάνισή του το νέο Canyon, με On-Off χαρακτηριστικά δίνοντάς του την ευκαιρία να αφήσει την άσφαλτο και να εξερευνήσει εκτός δρόμου προορισμούς, όποτε παραστεί η ευκαιρία.

Το Canyon έχει βασιστεί πάνω στα πρότυπα των Spyder, με μεγαλύτερες διαδρομές αναρτήσεων, ελαστικά μεικτής χρήσης XPS Adventure και ενισχυμένες ζάντες για εκτός δρόμου οδήγηση. Έχουν τοποθετηθεί οδοντωτά μαρσπιέ και προστατευτικές χούφτες ενώ μεγάλωσε η απόσταση από το έδαφος με την Can-Am να διαθέτει και 25 ειδικά αξεσουάρ για να το διαμορφώσει ο κάθε ιδιοκτήτης όπως επιθυμεί.

Το μόνο σίγουρο ότι διαβάζοντας όλα αυτά σκέφτεσαι ποια θα είναι η επόμενη χωμάτινη εξόρμηση, για να νοιώσεις την απόλαυση που αποδίδουν οι 115 ίπποι στις 7250σ.α.λ. με ροπή τα 13,26 kgm στις 5000σ.α.λ., τα οποία παράγονται από τον υγρόψυκτο, τρικύλινδρο, Rotax κινητήρα των 1.330κ.εκ με ηλεκτρονικό ψεκασμό και ηλεκτρονική διαχείριση γκαζιού. Το Canyon διαθέτει ένα ημί-αυτόματο κιβώτιο ταχυτήτων των 6 σχέσεων, ενώ υπάρχει και όπισθεν, κάτι που είναι αναγκαίο σε τέτοιου είδους οχήματα.

Canyon 2025

Οι αναρτήσεις με τις μεγαλύτερες διαδρομές είναι μπροστά της Sachs με 260mm, ενώ πίσω μια ανάρτηση διαδρομής 235mm, ομοίως της Sachs. Η πιο Premium έκδοση, Redrock, θα διαθέτει ημί-ενεργετικές αναρτήσεις KYB Smart-Shox. Οι ενισχυμένοι τροχοί των 16 ιντσών εμπρός και 15 πίσω με διαστάσεις 155-65 μπροστά και 225-50 αντίστοιχα, φέρουν λάστιχα XPS Adventure. Υπεύθυνοι για τα έγκαιρο φρενάρισμα είναι οι μπροστινοί δίσκοι των 270mm με τετραπίστονες δαγκάνες της Brembo και πίσω μια δισκόπλακα των 270mm με μονοπίστονη δαγκάνα και φρένο παρκαρίσματος.

Εξοπλισμένο με πλήθος συστημάτων ασφαλείας ABS, Traction control, Stability control, Dynamic power steering, Hill hold control και Digitally Encoded Security System δεν θα αφήσουν κανέναν απογοητευμένο, ενώ επιτρέπουν και το παιχνίδι με ελεγχόμενο ντριφτάρισμα.

Με μήκος 2,489mm και πλάτος 1,581mm, το Canyon είναι ευέλικτο για όχημα αυτής της κατηγορίας ενώ το συνολικό ύψος τώρα που μεγάλωσε η απόσταση από το έδαφος δεν έχει ιδιαίτερα διαφορά, κρατώντας χαμηλά το κέντρο βάρους. Στο σημείο των καθρεφτών το Canyon υψώνεται στα 1,500mm με 160mm απόσταση από το έδαφος και την σέλα τοποθετημένη στα 843mm. Το βάρος του αγγίζει τα 452 κιλά, ενώ η λειτουργία της κάμερας οπισθοπορείας που φέρει η έκδοση Redrock θα αποδειχθεί χρήσιμη.

Η μεγάλη έγχρωμη TFT οθόνη των 10,25 ιντσών για την οποία ανεφερθήκαμε και πιο πάνω, απεικονίζει όλες τις απαραίτητες ενδείξεις όπως ταχύμετρο, στροφόμετρο, υπολογιστή ταξιδίου, ολικό-μερικό χιλιομετρητή, εξωτερική θερμοκρασία ρολόι και άλλα πολλά. Η συνδεσιμότητα πολυμέσων που διαθέτει για κλήσεις, μηνύματα και πλοήγηση συνεργάζεται με τις εφαρμογές BRP και Apple CarPlay, ενώ διαθέτει και θύρα USB. Μέσα από την οθόνη μπορούμε να δούμε και το επιλέξιμο πρόγραμμα οδήγησης, ένα από τα 4 των Sport, All-Road, On-Road και Comfort. Ρυθμιζόμενη είναι και η ζελατίνα, καθώς φέρει LED φωτιστικά σώματα, μεταλλικές γρίλιες προστασίας του ψυγείου, σύστημα LinQ για γρήγορη προσαρμογή των αξεσουάρ, Cruise control, οδοντωτά μαρσπιέ, προστατευτικό για τον ιμάντα της τελικής μετάδοσης και θερμαινόμενα γκριπ.

Η χρωματικές επιλογές είναι σε ανθρακί για Standard και XT, ενώ χακί για Redrock. Η εγγύηση είναι στα 2 χρόνια μαζί με κάλυψη οδική βοήθειας.

 

 

Ετικέτες