Οι supermoto της Husqvarna για το 2011 είναι ολοκαίνουρια μοντέλα και συνεχίζοντας την παράδοση της εταιρείας βασίζονται στις αγωνιστικές ΤΕ και TC.
Νέο είναι το πλαίσιό τους, με το γρανάζι κίνησης να βρίσκεται ομοαξονικά με τον άξονα του ψαλιδιού και το πρωτοποριακό μοχλικό του αμορτισέρ να βρίσκεται πάνω από το ψαλίδι. Υπάρχουν δυο ρεζερβουάρ βενζίνης, ένα κάτω από τη σέλα και ένα διάφανο 2,5 λίτρων πίσω από τον κινητήρα. Αυτός τροφοδοτείται από ψεκασμό με ευθύ αυλό και η έντονη κλίση του κυλίνδρου προς τα εμπρός βελτιώνει την κατανομή των μαζών. Μπροστά υπάρχει ανεστραμμένο πιρούνι Marzocchi με καλάμια διαμέτρου πενήντα χιλιοστών και διαδρομή 250 χιλιοστών, ενώ πίσω το αμορτισέρ της Sachs δίνει διαδρομή 290 χιλιοστών στον τροχό. Τα φρένα είναι της Brembo με το εμπρός να διαθέτει δίσκο διαμέτρου 320 χιλιοστών και ακτινική δαγκάνα με τέσσερα έμβολα. Για το βάρος τους η ιταλική εταιρεία ανακοινώνει τα 118 κιλά, άδειες. Οι προτεινόμενες λιανικές τιμές έχουν καθοριστεί στα €9.590 για την SMR449 και στα €9.770 για την SMR511 και μπορούν να παραγγελθούν στο δίκτυο επισήμων εμπόρων μοτοσυκλετών Husqvarna. Πληροφορίες μπορείτε να αναζητήσετε στο www.husqvarna-motorcycles.gr, ή να καλέστε στο τηλεφωνικό κέντρο της BMW Hellas, 210 9118000.
Νέο entry-level μοντέλο με δικύλινδρο σε σειρά, βασισμένο στην Aprilia RS457
Από τον
Φίλιππο Σταυριδόπουλο
1/8/2025
Η Moto Guzzi ετοιμάζει το μεγαλύτερο τεχνολογικό άλμα εκτός παράδοσης εδώ και δεκαετίες. Αντί για τον κλασικό εγκάρσια τοποθετημένο V2, η νέα της μικρή μοτοσυκλέτα θα χρησιμοποιεί δικύλινδρο σε σειρά 457 κ.εκ., προερχόμενο από την Aprilia, με στόχο την παγκόσμια αγορά και ιδιαίτερα την Ασιατική
Το καλοκαίρι του 2023 η Aprilia παρουσίασε την RS457, εξοπλισμένη με νέο δικύλινδρο εν σειρά κινητήρα. Το μοτέρ αυτό γρήγορα έγινε η βάση για ολόκληρη οικογένεια μοντέλων, την RS457, την Tuono 457 και σύντομα την Tuareg 457. Όλα παράγονται στο εργοστάσιο της Piaggio στην Ινδία, διασφαλίζοντας χαμηλότερο κόστος και άμεση πρόσβαση σε αναδυόμενες αγορές.
Η Moto Guzzi, μέλος του ίδιου ομίλου (Piaggio) από το 2004, αποφάσισε να υιοθετήσει τον κινητήρα, φέρνοντας για πρώτη φορά εδώ και σχεδόν έναν αιώνα έναν δικύλινδρο σε σειρά σε μοντέλο παραγωγής της. Αν και η Guzzi είχε φτιάξει εν σειρά κινητήρες τη δεκαετία του ’30, αυτοί περιορίζονταν σε αγωνιστικές εφαρμογές. Από το 1967 και μετά, η εταιρική ταυτότητα της, ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τον εγκάρσιο αερόψυκτο V2. Η εισαγωγή της υδρόψυξης με το V100 Mandello ήταν ήδη μεγάλο βήμα αλλά η εγκατάλειψη του V2 αποτελεί πραγματική επανάσταση.
Η νέα naked της Guzzi θα μοιράζεται τον κινητήρα και ορισμένα περιφερειακά με την Tuono 457, αλλά θα έχει ολοκληρωτικά δική της αρχιτεκτονική στηριζόμενη σε σωληνωτό ατσάλινο πλαίσιο αντί για αλουμινίου, με στόχο να προσδώσει διαφορετική γεωμετρία αναβάτη για μια πιο άνετη θέση οδήγησης αλλά και μια μια πιο παραδοσιακή σχεδίαση ρεζερβουάρ και φωτιστικών σωμάτων.
Η κατηγορία 350-500 κ.εκ. αναπτύσσεται ραγδαία, ιδιαίτερα στην Ασία. Για μικρές εταιρείες όπως η Guzzi (15.000 μονάδες ετησίως), η διείσδυση σε αυτές τις αγορές είναι ζήτημα επιβίωσης. Η παραγωγή στην Ινδία, όπως ήδη γίνεται με την Aprilia, ανοίγει τον δρόμο για οικονομικά προσιτά μοντέλα που θα μπορούν να πωλούνται τόσο σε Ασία όσο και σε Ευρώπη.
Παράλληλα, η Moto Guzzi ακολουθεί το παράδειγμα άλλων κατασκευαστών: KTM- Bajaj, Triumph-Bajaj και εργοστάσια στην Ταϊλάνδη, BMW-TVS. Όλοι προσαρμόζουν την παραγωγή τους σε μικρότερες και πιο οικονομικές μοτοσυκλέτες για να κερδίσουν μερίδιο αγοράς σε χώρες με εκρηκτική ζήτηση.
Αν και είχε ακουστεί ότι η Guzzi θα επαναφέρει το όνομα “Eldorado”, αυτό φαίνεται απίθανο, καθώς ιστορικά αφορούσε μεγάλες cruiser. Μια πιο ταιριαστή επιλογή θα ήταν ίσως το “Airone”, το πρώτο μεταπολεμικό Guzzi μαζικής παραγωγής που έφερε την ελευθερία ταξιδιού σε χιλιάδες αναβάτες, ακριβώς όπως στοχεύει να κάνει και η νέα, μικρή Moto Guzzi.